Σε δραματική κλιμάκωση οδηγείται η κατάσταση για τα δικαιώματα των πολιτών στην Τουρκία, καθώς η κυβέρνηση διευρύνει σαρωτικά το κύμα δίωξης κατά ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεων, ακτιβιστών, ανεξάρτητων δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης.
Με πρόσχημα την «προστασία των παιδιών, των νέων και του θεσμού της οικογένειας», δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης διέταξε τον αιφνιδιαστικό αποκλεισμό της πρόσβασης σε εκατοντάδες λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανάμεσά τους προφίλ γνωστών δημοσιογράφων, δικηγόρων, γυναικείων κινημάτων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας πως διακινούσαν «άσεμνο περιεχόμενο».
Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, οι έρευνες συντονίζονται από το Γραφείο Διερεύνησης Κυβερνοεγκλημάτων, εντασσόμενες σε μια ευρύτερη κρατική στρατηγική γύρω από την ατζέντα της «προστασίας των παραδοσιακών αξιών». Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο αποκαλύπτει μια συντονισμένη επιχείρηση φίμωσης της κριτικής σκέψης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γνωστή δημοσιογράφος Σιρίν Παϊζίν, ο λογαριασμός της οποίας με εκατομμύρια ακολούθους κατέστη αυτόματα μη ορατός εντός της τουρκικής επικράτειας. «Αν πιστεύετε ότι η απαγόρευση δημοσιογράφων και το κλείσιμο λογαριασμών θα λύσουν τα προβλήματα, κάνετε μεγάλο λάθος», σχολίασε οργισμένη.
Το κλίμα τρόμου εντάθηκε με συντονισμένες αστυνομικές εφόδους και συλλήψεις δεκάδων ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβιστών, συμμάχων και μελών οργανώσεων, οι οποίες συνοδεύτηκαν από βαριές και ασύνδετες κατηγορίες.
Εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών και διεθνείς φορείς, όπως το European Centre for Press and Media Freedom, καταγγέλλουν ότι η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ποινικοποιεί συστηματικά όχι μόνο τη ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητα, αλλά και κάθε μορφή ελεύθερης πληροφόρησης. Καθώς οι πιέσεις εντείνονται και οι φωνές της αντιπολίτευσης επιχειρείται να σιγήσουν, η τουρκική κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να συνεχίσει την πολιτική της περιθωριοποίησης, προκαλώντας έντονη ανησυχία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για το κράτος δικαίου στη χώρα.



