Του Παύλου Νεραντζή *

O Θάνος Πλεύρης έγινε γνωστός στο πανελλήνιο για τις ακροδεξιές, ρατσιστικές θέσεις του στο μεταναστευτικό-προσφυγικό πολύ πριν αναλάβει τα ηνία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Ποιος δεν θυμάται τα μαργαριτάριά του;

«Το μήνυμα που στέλνουμε είναι σαφές. Μείνετε εκεί που είστε. Δεν είστε ευπρόσδεκτοι εδώ», «Όποιος δεν δικαιούται άσυλο, η διαδρομή θα είναι φυλακή ή επιστροφή» είχε αναφέρει μεταξύ άλλων, απευθυνόμενος στους «λαθρομετανάστες» όπως χαρακτηρίζει συλλήβδην πρόσφυγες και μετανάστες κατά παράβαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου.

Η επιλογή των λέξεων δεν είναι τυχαία. Ούτε οι δηλώσεις αυτές αποτελούν ατυχείς διατυπώσεις.

Είναι ο ιδεολογικός πυρήνας του μεταναστευτικού-προσφυγικού πλαισίου της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που αντιμετωπίζει το ζήτημα των δικαιούχων διεθνούς προστασίας αποκλειστικά ως θέμα ασφάλειας, μετατρέποντας τη ρητορική του μίσους σε κρατικό κανόνα, και τους νόμιμους μετανάστες όχι ως ανθρώπους, αλλά ως μηχανές παραγωγής προς εκμετάλλευση.

Όχι ένταξη, μόνο φόβος

Σε αυτό το πνεύμα ρατσισμού και μισαλλοδοξίας κινείται το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης που αφορά κυρίως τη νόμιμη μετανάστευση, δηλαδή ανθρώπους με άδειες διαμονής, και το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί αυτή την εβδομάδα από την κυβερνητική πλειοψηφία.

«Πήγαινε να εργαστείς, αλλιώς σήκω και φύγε από την Ελλάδα. Η λογική τον ταϊζω, τον ποτίζω είναι λάθος. Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία του ασύλου, θα δουλεύει. Δεν θα ζει με επιδόματα» δήλωσε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου.

Με το νομοσχέδιο αυτό ο Πλεύρης δεν επιχειρεί μια ακόμη αυστηροποίηση του πλαισίου για το μεταναστευτικό, αλλά επιλέγει συνειδητά μια πολιτική θεσμικής σκληρότητας αφενός απέναντι στους μετανάστες και αφετέρου έναντι Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, που αποδεδειγμένα συμβάλλουν στη διάσωση δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

Πρόκειται δηλαδή για μια συνειδητή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης που παγιώνει τον αυταρχισμό, υπονομεύει το κράτος δικαίου και ποινικοποιεί την ίδια την έννοια της αλληλεγγύης.

Για παράδειγμα, ο μετανάστης που έρχεται να εργαστεί στην Ελλάδα με τριετή άδεια και παραμένει άνεργος μετά δύο χρόνια δουλειάς, χάνει την άδεια εργασίας.

Αν θέλει να αλλάξει εργοδότη, θα πρέπει να συμφωνήσει εγγράφως και ο προηγούμενος εργοδότης του.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι διατάξεις που αφαιρούν δικαιώματα από τις πιο ευάλωτες κατηγορίες ανθρώπων. Άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας αποκλείονται πλέον από την άδεια διαμονής με πρόσβαση στην εργασία, οδηγούμενα σε καθεστώς απόλυτης εξάρτησης και κοινωνικού αποκλεισμού.

Η εργασία, αντί να αντιμετωπίζεται ως μέσο ένταξης και αξιοπρέπειας, μετατρέπεται σε προνόμιο για τους «αρτιμελείς» και τους «χρήσιμους». Όσοι δεν πληρούν τα νέα, στενά κριτήρια, απλώς περισσεύουν.

Την ίδια στιγμή, κλείνει το «παράθυρο» άδειας διαμονής για εξαιρετικούς λόγους σε ανθρώπους που ζουν χρόνια στη χώρα, εργάζονται, έχουν οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς. Άνθρωποι που δεν είναι «περαστικοί», αλλά κομμάτι της κοινωνικής πραγματικότητας, οδηγούνται διοικητικά προς την απέλαση.

Το ίδιο ισχύει και για παιδιά που είχαν έρθει στην Ελλάδα ασυνόδευτα και κατάφεραν ενήλικα πια να έχουν δεκαετή άδεια διαμονής για να σπουδάσουν, για να προκόψουν. Με το νέο νομοσχέδιο η διάταξη αυτή καταργείται.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων ροών και διεθνούς κριτικής προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη για πρακτικές όπως τα παράνομα pushbacks. Αντί για αυτοκριτική και συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο, η κυβέρνηση απαντά με περισσότερη καταστολή.

Το μήνυμα είναι σαφές: καμία ένταξη δεν είναι αρκετή, καμία ζωή δεν αποκτά πραγματικό δικαίωμα παραμονής.

Έγκλημα η αλληλεγγύη

Το πιο σκοτεινό, όμως, στοιχείο του νομοσχεδίου είναι η έμφαση στη δίωξη και ποινικοποίηση όσων προσφέρουν βοήθεια σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο.

ΜΚΟ, εθελοντές, δομές αλληλεγγύης, που σε πολλές περιπτώσεις είναι το μοναδικό αποκούμπι για τους κατατρεγμένους, αντιμετωπίζονται περίπου ως ύποπτοι διακίνησης, ως εμπόδιο στην «τάξη». Η ανθρωπιστική δράση στοχοποιείται.

Ο υπουργός Θάνος Πλεύρης δεν κρύβει αυτή τη λογική. Αντιθέτως, την υπερασπίζεται πολιτικά. Πρόκειται για μια επιλογή που θυμίζει περισσότερο δόγμα «εσωτερικού εχθρού» παρά ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, περισσότερο Αμερική του Τραμπ παρά Ευρώπη που υπερασπίζεται αρχές.

Με τα άρθρα 15 και 16, η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ μετατρέπεται από εγγύηση διαφάνειας σε επιβαρυντικό στοιχείο. Πλημμελήματα αναβαθμίζονται σε κακουργήματα, με ποινές που φτάνουν έως και τα 10 ή 25 έτη κάθειρξης. Δεν τιμωρείται η πράξη, αλλά το «ποιος είσαι».

Η απλή παροχή βοήθειας –στέγη, μεταφορά, υποστήριξη– μπορεί να οδηγήσει σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Εθελοντές και διασώστες εξομοιώνονται με διακινητές, σε ευθεία σύγκρουση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η πρόβλεψη συλλογικής τιμωρίας: με μόνη την άσκηση δίωξης σε ένα μέλος, μια ολόκληρη οργάνωση μπορεί να διαγραφεί από το Μητρώο του υπουργείου και να τεθεί εκτός δράσης, πριν υπάρξει δικαστική κρίση.

Πρόκειται για κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας και de facto διάλυση της κοινωνίας των πολιτών.

Δεν είναι τυχαία η κοινή καταγγελία 56 οργανώσεων, ούτε οι επισημάνσεις της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) περί παραβίασης της αναλογικότητας και κινδύνου ποινικοποίησης της νόμιμης ανθρωπιστικής δράσης.

Η σύγκριση με την Ισπανία είναι αποκαλυπτική. Την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση επενδύει στον φόβο και την καταστολή, η Μαδρίτη προχωρά σε μια ευρείας κλίμακας πρωτοβουλία νομιμοποίησης μεταναστών χωρίς χαρτιά, που μπορεί να ωφελήσει πάνω από 500.000 ανθρώπους.

Με ταχύτατες διοικητικές διαδικασίες αναγνωρίζεται το αυτονόητο: ότι άνθρωποι που ζουν, εργάζονται και έχουν δεσμούς δικαιούνται νομική ασφάλεια και πρόσβαση σε δικαιώματα.

Όπως τόνισε η Ιρένε Μοντέρο, «δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με φόβο και χωρίς δικαιώματα».

Στην Ελλάδα του Πλεύρη, όμως, αυτός ο φόβος όχι μόνο γίνεται αποδεκτός, αλλά θεσμοθετείται.

Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν είναι απλώς αυστηρό.

Είναι πολιτικά επικίνδυνο και ιδεολογικά ευθυγραμμισμένο με το πιο σκληρό ευρωπαϊκό μπλοκ: την Ουγγαρία του Όρμπαν, την Ιταλία της Μελόνι και το Ηνωμένο Βασίλειο των απελάσεων στη Ρουάντα.

Στην Ελλάδα ο πολιτικός φορέας αυτής της γραμμής έχει όνομα: Κυριάκος Μητσοτάκης, Θάνος Πλεύρης. Ο πρώτος γιατί αναζητά ψήφους στον χώρο της ακροδεξιάς. Ο δεύτερος γιατί είναι γνήσιο τέκνο της.

Αμφότεροι ποινικοποιούν την αλληλεγγύη, υπονομεύουν θεμελιώδεις ελευθερίες και μετατρέπουν το μεταναστευτικό-προσφυγικό σε πεδίο αυταρχικής επίδειξης.

Και αυτό, σε μια δημοκρατία, δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι οπισθοδρόμηση.

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.