Σε μια απόφαση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει το νομικό και πολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή, η ισραηλινή Κνεσέτ υπερψήφισε στις 30 Μαρτίου 2026 μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη νομοθεσία που καθιστά τη θανατική ποινή την προεπιλεγμένη τιμωρία για τρομοκρατικές ενέργειες που περιλαμβάνουν ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Η κίνηση αυτή, αν και παρουσιάζεται ως μέσο θωράκισης της κρατικής ασφάλειας, έχει πυροδοτήσει σφοδρές αντιδράσεις από διεθνείς οργανισμούς, νομικούς εμπειρογνώμονες και φορείς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίοι καταγγέλλουν τη δημιουργία ενός δικαστικού συστήματος «δύο ταχυτήτων» με σαφή εθνοτικά χαρακτηριστικά.
Οι δομικές αλλαγές στο ποινικό δίκαιο
Η νέα νομοθεσία εισάγει τον απαγχονισμό ως την κύρια μέθοδο εκτέλεσης για εγκλήματα που διαπράττονται με σκοπό την «άρνηση της ύπαρξης του Κράτους του Ισραήλ» ή την «πρόκληση βλάβης στην εθνική αναγέννηση του εβραϊκού λαού». Πέρα από την ίδια την ποινή, ο νόμος επιφέρει καίριες αλλαγές στη δικαστική διαδικασία: καταργεί την προϋπόθεση για ομόφωνη απόφαση των δικαστών, επιτρέποντας την επιβολή της θανατικής καταδίκης με απλή πλειοψηφία, ενώ ταυτόχρονα θέτει σημαντικούς περιορισμούς στο δικαίωμα έφεσης των κατηγορουμένων.
Η γεωγραφία της δικαιοδοσίας και η «διπλή» εφαρμογή
Το σημείο που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη κριτική από διεθνείς φορείς, όπως ο ΟΗΕ και η Διεθνής Αμνηστία, είναι η περιοχή εφαρμογής του νόμου και η επιλεκτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Η νομοθεσία απευθύνεται πρωτίστως στα στρατοδικεία που λειτουργούν στη Δυτική Όχθη. Στο συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο, τα στρατοδικεία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί του παλαιστινιακού πληθυσμού.
Αντιθέτως, οι Ισραηλινοί έποικοι που κατοικούν στην ίδια περιοχή υπάγονται στο πολιτικό δικαστικό σύστημα του Ισραήλ, όπου εφαρμόζονται διαφορετικοί δικονομικοί κανόνες. Αυτή η διάκριση δημιουργεί μια συνθήκη όπου, εντός της ίδιας επικράτειας, δύο διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες αντιμετωπίζουν ριζικά διαφορετικές ποινές για παρόμοιες πράξεις, με τη θανατική ποινή να βαραίνει πρακτικά μόνο τη μία πλευρά.
Η οριοθέτηση της «πρόθεσης» και το νομικό κενό
Νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του εγκλήματος καθιστούν τη νομοθεσία πρακτικά ανεφάρμοστη για Εβραίους εξτρεμιστές. Η διατύπωση περί «πρόθεσης άρνησης του κράτους» ή «βλάβης στην εθνική αναγέννηση» θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως ένας μηχανισμός που θωρακίζει τους Ισραηλινούς δράστες πολιτικής βίας, εστιάζοντας την αυστηρότητα του νόμου αποκλειστικά στους Παλαιστίνιους.
Παρά το γεγονός ότι σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχουν και άλλα κράτη που εφαρμόζουν τη θανατική ποινή με τρόπους που πλήττουν δυσανάλογα συγκεκριμένες μειονότητες, οι διεθνείς παρατηρητές υπογραμμίζουν τη μοναδικότητα της ισραηλινής περίπτωσης. Σύμφωνα με τις αναφορές τους, είναι η πρώτη φορά που ένα κράτος χρησιμοποιεί ένα διπλό νομικό σύστημα (στρατιωτικό έναντι πολιτικού) για να διασφαλίσει ότι η εσχάτη των ποινών θα εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα, αποκλείοντας μια άλλη εντός της ίδιας περιοχής.
Η ψήφιση του νόμου από την Κνεσέτ στα τέλη Μαρτίου του 2026 έχει θέσει την ισραηλινή κυβέρνηση στο στόχαστρο της διεθνούς διπλωματίας. Η κλιμάκωση της έντασης στη Δυτική Όχθη και η αμφισβήτηση των αρχών του κράτους δικαίου αναμένεται να αποτελέσουν κεντρικά ζητήματα στις συνεδριάσεις των διεθνών οργάνων το επόμενο διάστημα.



