Μια νέα δέσμη εγγράφων από το αρχείο της πολύκροτης υπόθεσης του Τζέφρι Επστάιν, τα οποία φέρεται να «απουσίαζαν» από προηγούμενες επίσημες δημοσιοποιήσεις, φέρνει στο προσκήνιο βαρύτατες, αν και ανεπιβεβαίωτες, καταγγελίες εναντίον του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έδωσε στη δημοσιότητα τρία υπομνήματα του FBI που περιγράφουν συνεντεύξεις με μια γυναίκα, η οποία κατηγορεί τον Τζέφρι Επστάιν και τον Ντόναλντ Τραμπ για σεξουαλική κακοποίηση κατά την εφηβική της ηλικία. Ο Λευκός Οίκος απέρριψε αμέσως τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τις «εντελώς αβάσιμες».
Το χρονικό των καταθέσεων και η «ύποπτη» καθυστέρηση
Σύμφωνα με τα έγγραφα που είδαν το φως της δημοσιότητας, η καταγγέλλουσα εξετάστηκε από το FBI συνολικά τέσσερις φορές. Στην αρχική δέσμη εγγράφων που είχε αποδεσμεύσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, περιλαμβανόταν μόνο ένα υπόμνημα, στο οποίο η γυναίκα αναφερόταν σε κακοποίηση από τον Επστάιν, χωρίς να κατονομάζει τον Πρόεδρο Τραμπ. Ωστόσο, οι πρόσφατες περιλήψεις των υπόλοιπων τριών συνεντεύξεων περιγράφουν λεπτομερώς φερόμενες συναντήσεις με τον τότε ιδιώτη Ντόναλντ Τραμπ.
Η γυναίκα ισχυρίζεται ότι εισήχθη στον κύκλο του Τραμπ από τον Επστάιν και περιγράφει ένα περιστατικό όπου ο νυν Πρόεδρος φέρεται να ζήτησε από όλους να αποχωρήσουν από το δωμάτιο. Στην κατάθεσή της αναφέρεται πως ο Τραμπ είπε κάτι με το νόημα: «Ας σου μάθουμε πώς πρέπει να είναι τα μικρά κορίτσια», προτού ακολουθήσει η φερόμενη σεξουαλική επίθεση. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε στους πράκτορες ότι αντέδρασε δαγκώνοντας τον Τραμπ, ο οποίος φέρεται να την χτύπησε και να διέταξε την απομάκρυνσή της. Στην τρίτη συνέντευξή της, η γυναίκα ανέφερε ότι δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα, ενώ στην τέταρτη εξέφρασε προβληματισμό για το νόημα της κατάθεσής της, δεδομένου ότι η παραγραφή των αδικημάτων είχε ήδη επέλθει.
Πολιτική θύελλα και κλήτευση της Γενικής Εισαγγελέως
Ο Λευκός Οίκος, μέσω της εκπροσώπου Τύπου Κάρολαϊν Λέβιτ, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της δημοσιοποίησης των εγγράφων. Η Λέβιτ υπογράμμισε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης επί διακυβέρνησης Μπάιντεν γνώριζε αυτές τις καταγγελίες επί τέσσερα χρόνια και δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια, καθώς γνώριζε ότι ήταν ανυπόστατες.
Παρά τις διαψεύσεις, το Κογκρέσο προχωρά σε δραστικές κινήσεις. Η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής ψήφισε υπέρ της κλήτευσης (subpoena) της Γενικής Εισαγγελέως, Παμ Μπόντι. Η απόφαση αυτή θεωρείται ιστορική, καθώς πέντε Ρεπουμπλικανοί βουλευτές συμμάχησαν με τους Δημοκρατικούς, αψηφώντας τη γραμμή του κόμματός τους, για να απαιτήσουν εξηγήσεις από την Μπόντι σχετικά με τον χειρισμό των αρχείων Επστάιν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι νομοθέτες επικεντρώνονται σε αποτυχίες κατά τη διαδικασία επεξεργασίας και απόκρυψης ευαίσθητων δεδομένων (redaction), οι οποίες οδήγησαν στην έκθεση προσωπικών στοιχείων θυμάτων, αλλά και στο γεγονός ότι πολλά έγγραφα παραμένουν ακόμη στο σκοτάδι.
Η φωνή των επιζώντων και η διεθνής πίεση
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η Annie Farmer, μία από τις επιζήσασες της δράσης του Επστάιν, η οποία παρευρέθηκε ως προσκεκλημένη στην πρόσφατη ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους (State of the Union). Η Farmer εξέφρασε την απογοήτευσή της για την έλλειψη λογοδοσίας στις ΗΠΑ, την ώρα που στο εξωτερικό —σε χώρες όπως η Βρετανία— ηγέτες και μέλη βασιλικών οικογενειών έχουν υποστεί συνέπειες για τη σύνδεσή τους με την υπόθεση.
«Πρόκειται για μια παγκόσμια συνωμοσία με εμπλεκόμενους σε όλο τον κόσμο. Είναι απογοητευτικό που δεν βλέπουμε την ίδια αυστηρότητα στις έρευνες εδώ», δήλωσε η Farmer, τονίζοντας ότι οι επιζώντες δεν πρόκειται να σταματήσουν να ζητούν απαντήσεις, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να υποβαθμίσει το σκάνδαλο.
Προς μια δύσκολη κατάθεση
Η κατάθεση της Παμ Μπόντι αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Γενική Εισαγγελέας είχε δηλώσει πριν από έναν χρόνο ότι η «λίστα πελατών» του Επστάιν βρισκόταν στο γραφείο της, μια δήλωση που δεν συνοδεύτηκε ποτέ από απτά αποτελέσματα. Η Επιτροπή Εποπτείας ζητά πλέον ξεκάθαρες απαντήσεις για το γιατί κρίσιμες πληροφορίες για επιζώντες δεν προστατεύτηκαν και γιατί συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούν ισχυρά πρόσωπα εμφανίζονται με τόσο μεγάλες καθυστερήσεις.
Η υπόθεση Επστάιν συνεχίζει να ρίχνει βαριά σκιά στο πολιτικό σκηνικό της Ουάσιγκτον, αποδεικνύοντας ότι το αίτημα για διαφάνεια παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ, ανεξαρτήτως πολιτικών σκοπιμοτήτων.



