Με επείγουσα επιστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ο Δήμαρχος Χανίων κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το νομοσχέδιο που καταργεί τις Σχολικές Επιτροπές, κάνοντας λόγο για «μαθηματική ακρίβεια» στην πρόκληση δυσλειτουργιών και για αιφνιδιαστική διαβούλευση.
Σε μείζον ζήτημα για την τοπική αυτοδιοίκηση και την εκπαιδευτική κοινότητα αναδεικνύεται η προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία προβλέπει την πλήρη κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών. Λίγα εικοσιτετράωρα πριν την εκπνοή της δημόσιας διαβούλευσης, την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026, ο Δήμαρχος Χανίων, Παναγιώτης Σημανδηράκης, παρεμβαίνει δυναμικά, αποστέλλοντας επιστολή στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου. Μέσα από το κείμενό του, ο κ. Σημανδηράκης περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για την καθημερινότητα των σχολικών μονάδων, εάν τελικά προχωρήσει η συγκεκριμένη «μεταρρύθμιση».
Κίνδυνος «παράλυσης» για 152 σχολικές μονάδες
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του Δημάρχου Χανίων βρίσκεται η πρακτική λειτουργία των σχολείων. Ο κ. Σημανδηράκης επισημαίνει ότι στον Δήμο Χανίων, όπου λειτουργούν 152 σχολικές μονάδες —πολλές εκ των οποίων στεγάζονται σε παλαιότερες εγκαταστάσεις με αυξημένες ανάγκες συντήρησης—, οι Σχολικές Επιτροπές δεν αποτελούν απλώς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Αντιθέτως, λειτουργούν ως ζωτικοί θεσμοί που εξασφαλίζουν την άμεση αντιμετώπιση προβλημάτων, καλύπτοντας συχνά τα κενά της κεντρικής κρατικής διοίκησης.
Η προειδοποίηση του Δημάρχου είναι σαφής: η κατάργηση αυτού του ευέλικτου εργαλείου θα οδηγήσει «με μαθηματική ακρίβεια» τα σχολεία σε καθεστώς αυξημένης γραφειοκρατίας. Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων στις ήδη επιβαρυμένες και υποστελεχωμένες Οικονομικές και Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου εκτιμάται ότι θα προκαλέσει σοβαρές καθυστερήσεις στην κάλυψη ακόμη και των πιο βασικών αναγκών.
Αναλυτικά η επιστολή του Δημάρχου Χανίων, Παναγιώτη Σημανδηράκη, προς το Υπουργείο Εσωτερικών:
«Στον Δήμο Χανίων η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς σχετικά με τη συνέχεια και την επάρκεια της υποστήριξης των σχολικών μονάδων, καθώς πολλά σχολεία λειτουργούν σε παλαιότερες εγκαταστάσεις και με περιορισμένους πόρους.
Οι Σχολικές Επιτροπές δεν αποτελούν απλώς διοικητικές δομές, αλλά θεσμούς ζωτικής σημασίας για την ομαλή λειτουργία των σχολείων, οι οποίοι διασφαλίζουν την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων, κυρίως σε περιπτώσεις όπου η κεντρική κρατική ανταπόκριση υστερεί.
Με την κατάργηση του θεσμού αυτού, όπως έχει άλλωστε αποδειχθεί στον ενάμιση χρόνο της εφαρμογής του στους μικρότερους δήμους όπου διαπιστώθηκε σωρεία αστοχιών και προβλημάτων, τα σχολεία του Δήμου Χανίων οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στο να βρεθούν αντιμέτωπα με αυξημένη γραφειοκρατία και σοβαρές καθυστερήσεις στην κάλυψη βασικών αναγκών, ενώ η ευθύνη μεταφέρεται σε ήδη επιβαρυμένες και υποστελεχωμένες Υπηρεσίες του Δήμου, όπως η Οικονομική και η Τεχνική Υπηρεσία.
Η παραπάνω απόφαση, η οποία χαρακτηρίζεται ως «μεταρρύθμιση», στην πράξη οδηγεί σε περαιτέρω αποδυνάμωση της αυτοδιοικητικής παρουσίας και παρέμβασης στη δημόσια εκπαίδευση, με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα της εκπαίδευσης και την εξυπηρέτηση των πραγματικών αναγκών των σχολείων, που αποτελούν πυλώνα κοινωνικής συνοχής.
Είναι αυτονόητο ότι όσοι γνωρίζουν την καθημερινότητα των 152 σχολικών μονάδων στα Χανιά κατανοούν ότι τα προβλήματα είναι άμεσα και δεν δύναται να μετατίθενται επ’ αόριστον μέσω ατέρμονων διαδικασιών και διοικητικών μεταφορών ευθυνών. Ως εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, επισημαίνουμε με έμφαση ότι η κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Επιτροπών δεν πρόκειται να επιφέρει βελτίωση στη λειτουργία των σχολείων. Αντίθετα, εγκυμονεί τον κίνδυνο να παραμείνουν τα σχολεία χωρίς την άμεση υποστήριξη που διασφαλιζόταν μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να ενταθούν τα προβλήματα και οι καθυστερήσεις στην εξυπηρέτησή τους.
Τις συνέπειες αυτής της απόφασης δεν θα τις επωμιστούν οι διοικήσεις και οι θεσμικοί φορείς, αλλά οι σχολικές κοινότητες και, κυρίως, οι μαθητές μας, οι οποίοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το ζήτημα αυτό τίθεται προς διαβούλευση με αιφνιδιαστικό τρόπο, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους αρμόδιους φορείς. Η ανακοίνωση της απόφασης παραμονή Χριστουγέννων, με καταληκτική ημερομηνία διαβούλευσης την 8η Ιανουαρίου και ώρα 9:00 π.μ., χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση είτε με φορείς της αυτοδιοίκησης είτε με εκπαιδευτικούς φορείς, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να αντιμετωπίζουν τα καθημερινά προβλήματα των σχολείων και να διασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία τους, προκαλεί έντονο προβληματισμό και αμφιβολίες για τη διαφάνεια και την σοβαρότητα της διαδικασίας».



