Έχει και η υποκρισία τα όριά της…
Στο ρευστό περιβάλλον της πολιτικής αντιπαράθεσης, η συνέπεια μεταξύ στάσεων και λεγομένων αποτελεί συχνά το δυσκολότερο στοίχημα για τα δημόσια πρόσωπα. Σίγουρα αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα για τον γνωστό και μη εξαιρετέο Άδωνι Γεωργιάδη…
Στις 31 Ιανουαρίου 2022, ο υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο εντός της αίθουσας της Ολομέλειας για να βιντεοσκοπήσει τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Παύλο Πολάκη. Η ενέργεια εκείνη, αν και είχε προκαλέσει συζητήσεις, για τον κ. Γεωργιάδη ήταν μία πράξη θεμιτή..
Τέσσερα χρόνια μετά, το σκηνικό επαναλαμβάνεται αλλά με τους ρόλους αντεστραμμένους, προκαλώντας μια εντελώς διαφορετική αντίδραση. Κατά τη διάρκεια πρόσφατης συνεδρίασης, η Πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, επιχείρησε να βιντεοσκοπήσει τον κ. Γεωργιάδη με το κινητό της τηλέφωνο. Η αντίδραση του υπουργού υπήρξε ακαριαία και σφοδρή, οδηγώντας στη διακοπή της διαδικασίας.
Ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι με την πράξη της αυτή η Πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας δε σεβάστηκε τα προσωπικά του δεδομένα ξεχνώντας προφανώς ότι ακριβώς την ίδια πράξη είχε κάνει ο ίδιος πριν μερικά χρόνια.
Η αντίφαση όμως με την περίπτωση Άδωνι προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις αν συνυπολογιστεί η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του κ. Γεωργιάδη σχετικά με το μείζον ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Μόλις λίγες ώρες πριν από τη σθεναρή υπεράσπιση της ιδιωτικότητάς του στη Βουλή που ένιωσε ότι θίγεται βάναυσα επειδή τον κατέγραψε δημόσια με το κινητό της η Ζωή Κωνσταντοπούλο, ο υπουργός δήλωνε με χαρακτηριστική άνεση πως του είναι «αδιάφορο» αν παρακολουθούν το κινητό του τηλέφωνο και καταγράφουν τις συνομιλίες του μέσω του Predator!
Η ταυτόχρονη ύπαρξη αυτών των δύο τοποθετήσεων δημιουργεί ένα οξύμωρο σχήμα. Από τη μία πλευρά, η απόλυτη αδιαφορία για τη μυστική παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, και από την άλλη, η ζέση για την προστασία των προσωπικών δεδομένων μπροστά σε μια φανερή βιντεοσκόπηση εντός ενός δημόσιου χώρου, όπως είναι η Βουλή.
Η διαφορά μεταξύ της «αόρατης» παρακολούθησης και της «ορατής» κάμερας φαίνεται να καθορίζει το όριο της πολιτικής ευαισθησίας.
Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της υποκρισίας, τότε τι είναι;



