‘’Σ’ αγαπώ
περισσότερο από όσο
φαντάστηκα ότι
μπορούσα ν’ αγαπήσω’’
Μαρίκα μου,
Έλαβα χθες το γράμμα σου του Σαββάτου. Μου μετέδωσε όλη τη λύπη σου. Γιατί να υποφέρεις έτσι; Πρέπει να υπομείνεις αυτό το χωρισμό, αφού δε θα διαρκέσει πολύ. Προσπάθησε να διασκεδάσεις. Βγαίνε όσο μπορείς συχνότερα έξω. Πήγαινε με τις φίλες σου. Θα φύγεις και θα νοσταλγήσεις πάλι την ωραία πατρίδα σου.
Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’ αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’ αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ν’ αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;
Πόσο καλό μού κάνουν τα γράμματά σου, όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα!
Ένα ‘’Τάκη’’ ή ένα ‘’που είσαι;’’ καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει, φτάνουν βαθιά ως την καρδιά μου.
Ήθελα πράγματι να ήμαστε έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να ‘μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως (το ομολογώ) άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και φρατέλοι. Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα να λέμε την αγάπη μας.
Με χίλια φιλιά
Κ.
Μαρία Πολυδούρη (1905-1930). Γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Αττικοβοιωτίας, ενώ παράλληλα για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1922 γνωρίζεται με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Εκείνη είναι είκοσι μόλις χρόνων και κείνος είκοσι έξι. Αναπτύσεται μια σχέση γεμάτη πάθος η οποία όμως, τον αμέσως επόμενο χρόνο οδηγείται σε τρομερό αδιέξοδο εξ αιτίας της σύφιλης από την οποία πάσχει ο ποιητής.
Εν τούτοις σίγουρα εκείνη αλλά και εκείνος δεν ξεπέρασαν ποτέ την σύντομη αλλά τόσο έντονη ερωτική τους σχέση.
Η Μαρία Πολυδούρη ήταν μια έξοχη ποιήτρια, εμβληματική μορφή ενός όψιμου ρομαντισμού με προσωπικό ύφος και γνήσιο ποιητικό χάρισμα, η πιο συναρπαστική γυναικεία φωνή του μεσοπολέμου.
Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928). Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε Νομική και διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης μετατιθέμενος στη Σύρο κατόπιν στην Άρτα στην Αθήνα στην Πάτρα και τέλος στην Πρέβεζα, όπου και αυτοκτόνησε, στις 20 Ιουλίου 1928 με περίστροφο. Το μελαγχολικό του ύφος στα ποιήματά του, η λεπτή ειρωνία του, ο σαρκασμός του, η τέχνη να χειρίζεται τον λόγο τον κατέταξαν στους μεγάλους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σημαντικότερες ποιητικές του Συλλογές οι: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, Νηπενθή, Ελεγεία και Σάτιρες.
Θα τελειώσουμε το αφιέρωμα μας σε μια αναφορά σ’ έναν μεγάλο έρωτα σύγχρονο, της εποχής μας.
Ο έρωτας αυτός έχει όνομα. Έχει πρόσωπο, έχει παρουσία, έχει συναίσθημα έντονο που μας δονεί, που μας συγκινεί, που μας δακρύζει.
Λέγεται: ΜΙΝΑ
Μίνα Παπαθεοδώρου – Βαλυράκη προς Σήφη Βαλυράκη. Δεν έχομε βέβαια ερωτική επιστολή της Μίνας προς τον Σήφη. Αλλά όλη της η ύπαρξη είναι ένας έρωτας άσβηστος προς τον αγαπημένο της. Η αγωνία της, το πάθος της το ατελείωτο, η ορμή της, η ευαισθησία της για να δικαιωθεί ο ήρωας της, ο άντρας ο δικός της ο κατάδικός της, ο Σήφης της! Για να τιμωρηθούν αυτοί που της τον στέρησαν! Τέτοιο πάθος ανυποχώρητο! Την θαύμασα στα νειάτα της, όταν πρωτοπαντρεύτηκαν και ήρθαν στα Χανιά, για την ομορφιά της. Για την τέχνη της. Σπουδαία ζωγράφος, γνωστή παγκοσμίως τώρα την θαυμάζω και για την δύναμή της, Για τον αγώνα της να δικαιωθεί ο αγαπημένος της Σήφης. Άντρας της και εραστής της για πάντα. Ερωτευμένη για πάντα! Ζωγραφιά της μοναδική και έργο της καρδιάς της παντοτινό. Μίνα σ’ αγαπάμε γι’ αυτό που είσαι. Συνέχισε τον αγώνα σου. Είμαστε μαζί σου!
Άννα Κωνσταντουδάκη – Αγγελάκη



