Δεκαπέντε χρόνια πολιτικών που ξεκίνησαν στα μνημόνια και έγιναν κανονικότητα πνίγουν τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις — αυτές που κρατούν σχεδόν εννέα στις δέκα θέσεις εργασίας στη χώρα. Η ασφυξία αποτυπώνεται στο ιδιωτικό χρέος-ρεκόρ προς το ίδιο το κράτος, στην αποτυχία του σχεδίου των συγχωνεύσεων και στους καθηλωμένους μισθούς. Και η Βουλή που θα έπρεπε να δώσει λύσεις μοιάζει ανίκανη ή απρόθυμη να δώσει λύσεις. Ίσως, κι επειδή η μικροεπιχειρηματικότητα δεν αντιπροσωπεύεται στη Βουλή…
Υπάρχει μια χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου η «μεγάλη επιχείρηση» είναι η εξαίρεση των εξαιρέσεων, όπου το μαγαζί της γωνίας, το οικογενειακό εργαστήριο, το μικρό ξενοδοχείο βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομίας, όμως, παρά αυτού του γεγονότος, σε αυτή τη χώρα το κράτος είναι εχθρικό απέναντί στην ύπαρξή τους. Η χώρα αυτή είναι η Ελλάδα.
Η χώρα των πολύ μικρών… και απροστάτευτων
Σύμφωνα με τη μελέτη της EY για το τοπίο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, οι ΜμΕ αποτελούν το 99,9% του συνόλου των επιχειρήσεων και απασχολούν το 87% των εργαζόμενων. Κατά τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων απασχολεί έως 10 εργαζόμενους.
Και ενώ στο σύνολο της ΕΕ οι μικρομεσαίες αντιπροσωπεύουν το 65% των θέσεων εργασίας, στην Ελλάδα μόνο οι πολύ μικρές — κάτω των δέκα ατόμων — κατείχαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της Small Business Act, σχεδόν έξι στις δέκα θέσεις εργασίας (57,1%), υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Σε απόλυτους αριθμούς, 1.337.320 εργαζόμενοι εργάζονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις της Ελλάδας, 402.493 στις μικρές, 256.483 στις μεσαίες — και μόλις 345.406 στις μεγάλες.
Τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της γειτονιάς απασχολούν σχεδόν τετραπλάσιους εργαζόμενους από όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας μαζί.
Κι όμως, παρά αυτών των στοιχείων, σε αυτή τη χώρα, τα τελευταία 15 χρόνια, οι κυβέρνησεις, ελέω και μνημονίων, έχουν μία σχεδόν απόλυτα εχθρική στάση απέναντί τους.
Δεκαπέντε χρόνια ασφυξίας: από τους «φόρους της χρεοκοπίας» στο δόγμα της μεγέθυνσης
Η σημερινή πίεση δεν γεννήθηκε χθες, ούτε από μία κυβέρνηση. Είναι το σταθερό υπόστρωμα της μετα-μνημονιακής δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής — και η καταγραφή της διαδρομής είναι αποκαλυπτική.
Πριν από το 2010, το σύστημα — με όλες του τις παθογένειες του — ήταν δομικά ηπιότερο για τον μικρό. Ο ΦΠΑ ήταν στο 18-19%, δεν υπήρχε τέλος επιτηδεύματος, υπήρχε αφορολόγητο όριο και για τους ελεύθερους επαγγελματίες, απλοποιημένα βιβλία και κατ’ αποκοπή καθεστώτα για μικροεπαγγελματίες, εισφορές σε χαμηλές ασφαλιστικές κλάσεις, προκαταβολή φόρου στο 55%. Οπωσδήποτες, τα πράγματα δεν ήταν τέλεια, όμως αυτό που ακολούθησε ήταν μία χιονοστιβάδα “φόρων της χρεοκοπίας”, όπως ονομάστηκαν και μέτρα που εξουθένωσαν τους μικρομεσαίους και τους έσπρωξαν στο χείλος της καταστροφής και παρέμειναν ως μόνιμη κανονικότητα.
Όλες οι κυβερνήσεις έβαλαν το χεράκι τους.
Το 2010-11, επί ΠΑΣΟΚ, ο ΦΠΑ εκτοξεύεται από το 19% στο 23% και εισάγεται το τέλος επιτηδεύματος — ο κατεξοχήν «τυφλός» πάγιος φόρος, ανεξάρτητος από την κερδοφορία.
Το 2013, επί συγκυβέρνησης Σαμαρά, καταργείται το αφορολόγητο των ελεύθερων επαγγελματιών. Πλέον η φορολόγηση γίνεται από το πρώτο ευρώ, με 26%.
Το 2015-16, επί ΣΥΡΙΖΑ, ο ΦΠΑ ανεβαίνει στο 24%, η προκαταβολή φόρου φτάνει στο 100%, και ο νόμος Κατρούγκαλου συνδέει τις εισφορές με το εισόδημα, δημιουργώντας για τους αυτοαπασχολούμενους συνολικές οριακές επιβαρύνσεις που άγγιζαν το 60-70%.
Η σημερινή κυβέρνηση μείωσε συντελεστές — εταιρικός φόρος 22%, αποσύνδεση εισφορών από το εισόδημα, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα — αλλά πρόσθεσε το τεκμαρτό ελάχιστο εισόδημα, που φορολογεί τον αυτοαπασχολούμενο για κέρδη που το κράτος απλώς υποθέτει, και το πλήρες ψηφιακό πλέγμα συμμόρφωσης, του οποίου το κόστος βαραίνει αναλογικά πολύ περισσότερο τον μικρό. Και κυρίως: ανήγαγε την πίεση σε δεδηλωμένη φιλοσοφία!
Τα πάγια βάρη είναι αντιστρόφως προοδευτικά
Το τέλος επιτηδεύματος καταργήθηκε για τα φυσικά πρόσωπα, αλλά εξακολουθεί να επιβαρύνει τις εταιρείες. Πρόκειται για ένα πάγιο ποσό που δεν συνδέεται με την κερδοφορία.
Το ίδιο ποσό έχει, όμως, διαφορετική πραγματική βαρύτητα για κάθε επιχείρηση.
Για μια μεγάλη εταιρεία είναι αμελητέο. Για μια μικρή εταιρεία που είχε χαμηλά κέρδη ή ζημιά μπορεί να αποτελεί σημαντική επιβάρυνση.
Το ίδιο ισχύει για το κόστος συμμόρφωσης. Οι αμοιβές λογιστών, οι υποχρεώσεις του myDATA, τα POS, οι ψηφιακές διασυνδέσεις και οι συνεχείς αλλαγές στις διαδικασίες απαιτούν χρόνο, χρήμα και τεχνικές γνώσεις.
Η μεγάλη εταιρεία διαθέτει οργανωμένο λογιστήριο και προσωπικό πληροφορικής. Ο μικρός επιχειρηματίας καλείται να είναι ταυτόχρονα εργοδότης, πωλητής, υπεύθυνος προμηθειών, εισπράκτορας, λογιστής και διαχειριστής ψηφιακών πλατφορμών.
Οι πάγιες ασφαλιστικές εισφορές λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιον με υψηλό εισόδημα αποτελούν μικρό ποσοστό των αποδοχών του. Για έναν επαγγελματία με χαμηλό ή ασταθές εισόδημα μπορούν να απορροφούν σημαντικό μέρος όσων πραγματικά κερδίζει.
Το τεκμαρτό ελάχιστο εισόδημα ολοκληρώνει αυτή τη λογική: το κράτος φορολογεί ένα εισόδημα που θεωρεί ότι θα έπρεπε να έχει αποκτηθεί, ακόμη και όταν ο φορολογούμενος δηλώνει ότι δεν το απέκτησε.
Ένα τέτοιο μέτρο δεν αφορά, φυσικά, τις μεγάλες ανώνυμες εταιρείες. Αφορά όσους βρίσκονται χαμηλότερα στην οικονομική κλίμακα και έχουν τη μικρότερη δυνατότητα να υπερασπιστούν τη θέση τους.
Από την έκθεση Πισσαρίδη (2020) και μετά, η «χαμηλή παραγωγικότητα των πολλών μικρών» είναι επίσημη διάγνωση και η μεγέθυνση μέσω συγχωνεύσεων επιδιωκόμενος στόχος, με τον ν. 4935/2022 να προσφέρει φορολογικά κίνητρα σε όποιον συγχωνευθεί, αναφέροντας ρητά «για την αντιμετώπιση της θνησιμότητας των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων».
Με απλά λόγια, ο Μητσοτάκης είπε… όποιος αντέξει, ας μεγαλώσει… όποιος όχι, ας απορροφηθεί.
Το ερώτημα είναι αν αυτό το πείραμα απέδωσε; Η απάντηση υπάρχει πλέον στα επίσημα στοιχεία, και είναι αρνητική.
Ο λογαριασμός: το ιδιωτικό χρέος ως καθρέφτης της ασφυξίας
Αν οι πολιτικές της «μεγέθυνσης διά της πίεσης» λειτουργούσαν, θα βλέπαμε δύο πράγματα: λιγότερες, μεγαλύτερες επιχειρήσεις — και υγιέστερα ταμεία. Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο, και στα δύο.
Πρώτον, οι συγχωνεύσεις δεν έγιναν.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφουν αύξηση — όχι μείωση — του αριθμού των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Ο κατακερματισμός, τον οποίο η πολιτική υποτίθεται ότι θεραπεύει, παραμένει ανέπαφος.
Δεύτερον, τα ταμεία. Σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τη Cepal (Ιούνιος 2026), το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην ελληνική οικονομία έφτασε τα 417 δισ. ευρώ — το 168% του ΑΕΠ. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονται σε 237,8 δισ., και μέσα σε αυτές κυριαρχούν οι οφειλές όχι προς τις τράπεζες, αλλά προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ: 165,2 δισ. ευρώ, το 69% του συνόλου.
Η εικόνα στη φορολογική διοίκηση επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα του παρελθόντος που επιμένει αλλά μία κατάσταση που πυροδοτείται από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις εδώ και τώρα…
Κατά τα στοιχεία της ΑΑΔΕ και του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, τα ληξιπρόθεσμα προς την εφορία έφτασαν τα 114,57 δισ. ευρώ τον Απρίλιο του 2026 — αυξημένα κατά 3,77 δισ. μέσα σε έναν χρόνο — με τους οφειλέτες να ξεπερνούν τα 4,2 εκατομμύρια και μόλις το 6,83% των οφειλών να βρίσκεται σε ρύθμιση.
Μόνο στο οκτάμηνο του 2025 γεννήθηκαν νέα ληξιπρόθεσμα 6,1 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 24,8% σε σχέση με τη χρονιά πριν.
Και στον ΕΦΚΑ, το εύρημα που συνοψίζει όλη την παθολογία: από τα 470 εκατ. ευρώ που προστέθηκαν στο χρέος του ΚΕΑΟ μέσα σε ένα μόνο τρίμηνο, μόλις τα 40 εκατ. ήταν νέες απλήρωτες εισφορές — τα 430 εκατ. ήταν προσαυξήσεις και πρόστιμα. Το χρέος γεννά χρέος από μόνο του.
Η ανατομία των οφειλετών δείχνει ποιον αφορά αυτό το δράμα σε ανθρώπινους όρους: το 90,4% των οφειλετών της εφορίας χρωστά έως 10.000 ευρώ — ποσά που αθροιστικά αντιστοιχούν σε μόλις 3,4% του συνολικού χρέους, αλλά που για τον καθένα ξεχωριστά σημαίνουν δεσμευμένους λογαριασμούς, ενημερότητες υπό όρους και ζωή σε καθεστώς ομηρίας.
Οι μεγαλοοφειλέτες άνω του 1 εκατ. ευρώ — το 0,24% του πλήθους — συγκεντρώνουν το 75,5% του ποσού, όμως τα μέτρα είσπραξης φαίνεται στοχεύουν διαρκώς πρώτα και κύρια τους μικρούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέλθουν.
Η συγκεκριμένη πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί από τις πολιτικές των κυβερνήσεων συμπαρασύρει τους μισθούς.
Μια επιχείρηση που προπληρώνει ΦΠΑ για ανείσπρακτα τιμολόγια, προκαταβάλλει φόρο 80% για κέρδη που δεν έχει βγάλει και σέρνει ρυθμίσεις προς εφορία και ΕΦΚΑ, δεν έχει κανένα περιθώριο να δώσει αυξήσεις.
Όταν το 87% της απασχόλησης βρίσκεται σε επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό καθεστώς μόνιμης ταμειακής άμυνας, η καθήλωση των ελληνικών μισθών – σταθερά από τους χαμηλότερους στην ΕΕ – παύει να είναι μυστήριο, είναι αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζονται.
Ο εργαζόμενος της μικρής επιχείρησης δεν πληρώνει μόνο τους δικούς του φόρους, πληρώνει, μέσω του καθηλωμένου μισθού του, και ένα μέρος της ασφυξίας του εργοδότη του. Πληρώνει τις πολιτικές αφαίμαξης της μικρής επιχειρηματικότητας των κυβερνήσεων.
Κάποιοι λένε ότι αν και οι μικρομεσαίες απασχολούν το 87% των εργαζόμενους, η παραγωγικότητά τους είναι χαμηλή. Όμως, πώς ο μικρός να επενδύσει στη βελτίωση της λειτουργίας της επιχείρησης, ή στον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού του ώστε να είναι πιο παραγωγικός και ανταγωνιστικός όταν αφαιμάσσεται από την πολιτεία και δεν έχει χρηματοδοτικά εργαλεία από τράπεζες και προγράμματα για να προχωρήσει;
Η Ευρώπη κάνει το αντίθετο
Η ευρωπαϊκή κανονικότητα είναι κυριολεκτικά η αντίστροφη: προνομιακά, απλοποιημένα καθεστώτα για τους πολύ μικρούς, ώστε να είναι βιώσιμοι και να μεγαλώσουν οργανικά.
Η Ιταλία εφαρμόζει το regime forfettario: ενιαίος φόρος 15% — και μόλις 5% για τα πρώτα πέντε χρόνια — για τζίρο έως 85.000 ευρώ, με ελάχιστη λογιστική.
Η Γαλλία έχει το καθεστώς του micro-entrepreneur, με εισφορές και φόρο ως απλό ποσοστό επί του τζίρου και απαλλαγή ΦΠΑ.
Η Γερμανία απαλλάσσει από τον ΦΠΑ τους μικρούς με τζίρο έως 25.000 ευρώ.
Η Πολωνία φορολογεί τις μικρές εταιρείες με εταιρικό συντελεστή 9%.
Και σε επίπεδο Ένωσης, από την 1η Ιανουαρίου 2025 το νέο ενωσιακό καθεστώς ΦΠΑ μικρών επιχειρήσεων (Οδηγία 2020/285) επιτρέπει στα κράτη-μέλη απαλλαγή έως τα 85.000 ευρώ τζίρου.
Η Ελλάδα όμως μοιάζει να είναι ένας άλλος κόσμος εκτός ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Το όριο απαλλαγής από ΦΠΑ βρίσκεται μόλις στα 10.000 ευρώ — όταν το ενωσιακό πλαίσιο επιτρέπει 85.000 — δεν υπάρχει κανένας μειωμένος συντελεστής για μικρές εταιρείες, ο ΦΠΑ είναι πληρωτέος με την έκδοση και όχι με την είσπραξη ως κανόνας, και τώρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη εφαρμόζει τεκμαρτή φορολόγηση ελάχιστου εισοδήματος, κάτι που δεν υπάρχει ουσιαστικά σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης.
Ποιος νομοθετεί για ποιους
Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα. Γιατί το ελληνικό Κοινοβούλιο ανέχεται επί δεκαπέντε χρόνια ένα σύστημα που στραγγαλίζει την τάξη που παράγει το 87% της απασχόλησης;
Μια απάντηση, ενοχλητικά απλή, βρίσκεται στα στοιχεία που δημοσίευσε το ίδιο το περιοδικό της Βουλής «Επί του… Περιστυλίου» για τη σύνθεση του Κοινοβουλίου των εκλογών του Ιουνίου 2023.
Η μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα είναι οι δικηγόροι με 84 έδρες, ακολουθούν οι γιατροί με 40, οι μηχανικοί με περίπου 34, οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί.
Και στο τέλος της λίστας, τα επαγγέλματα της πραγματικής αγοράς: βουλευτές που έχουν εμπειρία ως στελέχη διοίκησης επιχειρήσεων είναι μόλις δύο, σύμβουλος επιχειρήσεων είναι ένας βουλευτής, ενώ «επιχειρηματίας» βουλευτής υπάρχει μόλις… ένας.
Ένας στους τριακόσιους εκπροσωπόντας μία τάξη που απασχολεί το 87% των εργαζόμενων.
Δεν ζητούν ασυλία, ζητούν δικαιοσύνη
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται ούτε ως εξ ορισμού υγιείς ούτε ως μόνιμα θύματα. Υπάρχουν επιχειρήσεις μη παραγωγικές, επιχειρήσεις που δεν επενδύουν, που παραμένουν μικρές από επιλογή ή που επιβιώνουν μέσα από αδήλωτη εργασία και φοροδιαφυγή.
Αυτό όμως δεν δικαιολογεί ένα σύστημα συλλογικής καχυποψίας, στο οποίο κάθε μικρός επαγγελματίας αντιμετωπίζεται περίπου ως ύποπτος μέχρι αποδείξεως του εναντίου.
Η φοροδιαφυγή πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελέγχους, διασταυρώσεις και εφαρμογή του νόμου. Όχι με τεκμαρτή φορολόγηση ανθρώπων που μπορεί να μην απέκτησαν το εισόδημα που τους καταλογίζεται.
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν ζητούν φορολογική ασυλία. Ζητούν να μην αντιμετωπίζονται σαν μεγάλοι όμιλοι χωρίς να διαθέτουν κανένα από τα πλεονεκτήματά τους.
Ζητούν ο ΦΠΑ να αποδίδεται όταν εισπράττεται. Η προκαταβολή φόρου να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και τη ρευστότητα. Τα πάγια βάρη να συνδέονται με την πραγματική οικονομική δυνατότητα. Οι ψηφιακές υποχρεώσεις να είναι απλές, σταθερές και αναλογικές. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση να μην παραμένει προνόμιο εκείνων που ήδη διαθέτουν κεφάλαια.
Κυρίως, ζητούν να ακούγονται εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Το πολιτικό κενό της πραγματικής οικονομίας
Το πρόβλημα της μικρής επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Μια κοινωνική και παραγωγική ομάδα που δημιουργεί τη μεγάλη πλειονότητα των θέσεων εργασίας δεν διαθέτει ανάλογη παρουσία στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Ο έμπορος, ο βιοτέχνης, ο εστιάτορας, ο μικρός ξενοδόχος, ο ιδιοκτήτης ενός τοπικού μέσου ενημέρωσης, ο μεταποιητής και ο μικρός παραγωγός εμφανίζονται συχνά στον δημόσιο λόγο ως αριθμοί. Σπανίως ως άνθρωποι που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των νόμων που καθορίζουν την επιβίωσή τους.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει την απασχόλησή της στις μικρές επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να νομοθετεί ερήμην τους.
Δεν μπορεί να τις υμνεί ως «ραχοκοκαλιά της οικονομίας» στις προεκλογικές ομιλίες και να τις αντιμετωπίζει ως ανεξάντλητη πηγή φόρων και προκαταβολών την επόμενη ημέρα.
Μια δίκαιη οικονομική πολιτική δεν σημαίνει ότι κάθε μικρή επιχείρηση πρέπει να διατηρηθεί με οποιοδήποτε κόστος. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να έχει την ευκαιρία να επιβιώσει, να επενδύσει, να προσλάβει και να μεγαλώσει χωρίς να συνθλίβεται από κανόνες σχεδιασμένους για πολύ ισχυρότερα οικονομικά μεγέθη.
Όσο η μικρή επιχειρηματικότητα θα απουσιάζει από τη Βουλή, τόσο θα κινδυνεύει να παραμένει παρούσα μόνο στα φορολογικά έσοδα και στις στατιστικές της απασχόλησης.
Και μια οικονομία που εξαντλεί εκείνους που δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας δεν υπονομεύει μόνο τις επιχειρήσεις της. Υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
- - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
- - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



