Το φράγμα των 50 δισ. ευρώ έσπασαν πλέον οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, υπενθυμίζοντας ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού δεν είναι μόνο δημογραφικό ή διαρθρωτικό, αλλά και βαθιά εισπρακτικό. Παρά τις διαδοχικές ρυθμίσεις, τις εξαγγελίες για «δεύτερες ευκαιρίες» και τη διαρκή επίκληση της συμμόρφωσης, τα χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ συνεχίζουν να αυξάνονται, ενισχύοντας τα ερωτήματα για το πόσα από αυτά είναι πραγματικά δυνατόν να εισπραχθούν.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, μέσα σε μόλις έναν χρόνο το συνολικό χρέος αυξήθηκε κατά 1,84 δισ. ευρώ, φτάνοντας στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2025 τα 50,68 δισ. ευρώ. Η εικόνα αποτυπώνεται στην έκθεση του Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία περιγράφει μια «δεξαμενή» οφειλών που όχι μόνο δεν αδειάζει, αλλά βαθαίνει.
Από τα 50,68 δισ. ευρώ, λιγότερα από 30 δισ. ευρώ αφορούν κύριες οφειλές. Τα υπόλοιπα –πάνω από 20 δισ. ευρώ– είναι πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: η ετήσια αύξηση του χρέους προέρχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις προσαυξήσεις, που διογκώθηκαν κατά 1,58 δισ. ευρώ, την ώρα που οι κύριες οφειλές αυξήθηκαν μόλις κατά 258 εκατ. ευρώ.
Με απλά λόγια, όσο τα αρχικά χρέη μένουν απλήρωτα, το σύστημα «δουλεύει» υπέρ της διόγκωσης και όχι της είσπραξης. Ένα μοντέλο που παράγει νούμερα στα χαρτιά, αλλά απομακρύνει διαρκώς την πραγματική ανάκτηση εσόδων.
Το 20% θεωρείται ήδη χαμένο
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία του ΚΕΑΟ, σύμφωνα με τα οποία περίπου το 20% των οφειλών –πάνω από 10 δισ. ευρώ– χαρακτηρίζεται χαμηλής ή μηδενικής εισπραξιμότητας. Πρόκειται για χρέη που συνδέονται με πτωχευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες-«φαντάσματα», εργοδότες σε εκκαθάριση ή υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν σε εποχές προ-ΑΠΔ, όταν ο έλεγχος ήταν περιορισμένος ή ανύπαρκτος.
Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι των οφειλών που μοιάζουν … «βουνό», είναι ήδη χαμένο, αλλά συνεχίζει να προσμετράται, ωραιοποιώντας την εικόνα της οφειλής και θολώνοντας τη συζήτηση για ρεαλιστικές λύσεις.
Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι η αύξηση των κύριων οφειλών προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από χρέη άνω των 10.000 ευρώ, τα οποία ενισχύθηκαν κατά σχεδόν 580 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, στα μικρότερα ποσά καταγράφεται μείωση, ένδειξη ότι οι μικροοφειλέτες, παρά τις δυσκολίες, εμφανίζουν μεγαλύτερη διάθεση ρύθμισης.
Την ίδια στιγμή, πάνω από 1,5 εκατ. φυσικά και νομικά πρόσωπα εμφανίζονται ως οφειλέτες, με τη μεγάλη μάζα των χρεών να συγκεντρώνεται στο εύρος από 10.000 έως 100.000 ευρώ – μια «γκρίζα ζώνη» όπου οι ρυθμίσεις δεν αποδίδουν και τα αναγκαστικά μέτρα συχνά εξαντλούνται χωρίς αποτέλεσμα.
Ένα πρόβλημα που μεταφέρεται στο μέλλον
Η συσσώρευση μη εισπράξιμων και χαμηλής εισπραξιμότητας οφειλών αναδεικνύει μια διαχρονική αδυναμία του ασφαλιστικού συστήματος: αντί να ενισχύονται τα πραγματικά έσοδα, το βάρος μεταφέρεται στις επόμενες γενιές, είτε μέσω αυξημένων εισφορών είτε μέσω πρόσθετης κρατικής χρηματοδότησης.
Και όσο το πρόβλημα αντιμετωπίζεται λογιστικά –με ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων και με χρέη που «φουσκώνουν» από προσαυξήσεις– τόσο θα απομακρύνεται η ουσιαστική λύση. Γιατί τα 50 δισ. ευρώ μπορεί να γράφονται στους πίνακες, αλλά ένα μεγάλο μέρος τους υπάρχει μόνο στα χαρτιά.



