7 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου

Κανένα σχόλιο

Ο θάνατος είναι ένα περίεργο πράγμα. Eίναι οριστικός και αμετάκλητος, αλλά έχει διάρκεια. Kι όταν κάποιος πεθάνει, μερικές φορές μοιάζει σαν να είναι ακόμα εδώ, ζωντανός. Γνωρίζεις ότι είναι νεκρός όμως δεν το αισθάνεσαι έτσι.

Πέρασαν ήδη 7 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου. Δεν ήταν ότι δεν ήταν αναμενόμενο. Ήταν 93 ετών. Θυμάμαι ότι στην κηδεία του τα παιδιά του έκλαιγαν, όμως εγώ δεν μπορούσα να κλάψω.

Κοιτούσα τον παππού μου στο φέρετρο και σκεφτόμουν ότι δεν τον γνωρίζω αυτόν εκεί μέσα. Αυτός δεν είναι ο παππούς μου, αλλά κάποιος άλλος. Ήξερα πως είχε πεθάνει, αλλά εγώ δεν θυμόμουν τον παππού μου όπως τον είδα την τελευταία φορά. Δεν ήταν αυτός που έβλεπα. Ο δικός μου παππούς είναι ζωντανός.

"Sponsored links"

Ο Γιάννης Κωνσταντουδάκης ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε πάντα να είναι χρήσιμος, και δεν ήθελε να γίνεται βάρος σε κανέναν, ήθελε να προσφέρει και όχι να τον φροντίζουν. Δεν ήταν άνθρωπος των επιστημών ή του λόγου, αλλά των πράξεων.

Ως παιδί τον θυμάμαι πάντα να εργάζεται. Να δουλεύει στην οικοδομή, να μεταφέρει με το φορτηγάκι του υλικό, τον θυμάμαι στον κήπο με τις ντοματιές, τα κουνέλια και τις κότες του.

Μια φορά στον κήπο που τον βοηθούσα, έβγαλε ένα φασόλι από την τσέπη του και μου είπε: «Φύτεψέ το», και μου έδειξε με το δάκτυλό του ένα σημείο.

Εγώ, τον κοίταξα έτσι θεόρατος και επιβλητικός όπως μου φαινότανε, έπιασα το φασόλι που έμοιαζε μικροσκοπικο ανάμεσα στα παχεμένα από την πολύ δουλειά χέρια του και το έριξα στη γη. Τον ρώτησα:

«Παππού, τι θα γίνει τώρα;».

Αυτός, λιγομίλητος όπως ήταν, γέλασε, μου χαϊδεψε το κεφάλι και μου είπε: “να θυμάσαι πού το φύτεψες”.

Τον επόμενο καιρό μαζί με τον παππού στον κήπο έβλεπα το φασόλι να μεγαλώνει και να γίνεται φασολιά και να πιάνει όλο το πλέγμα. Και όταν η φασολιά σκαρφάλωσε ψηλά και γέμισε φασόλια, ο παππούς μου είπε: «τρέχα τώρα να μαζέψεις τα φασόλια σου»! Ακόμα θυμάμαι το αίσθημα της περηφάνιας που ένιωσα, το πρόσωπο του παππού που γελούσε με τη χαρά μου…

Οι λέξεις, παππούς και γιαγιά μοιάζουν σα να φτιάχθηκαν για να μπορούνε να τις λένε εύκολα τα παιδιά.

Ο παππούς μου όπως και η γιαγιά, στα παιδικά μου μάτια, ήταν δύο πρόσωπα που δεν είχαν φύλο. Δεν ήταν πατέρας ή μάνα.

"Sponsored links"

Η γιαγιά έκανε όλα τα χατήρια και ο παππούς πού και πού φώναζε, μα εύκολα μαλάκωνε. Έμοιαζαν σα να ήταν άνθρωποι που υπήρχαν για να βοηθούν και να συμπληρώνουν τις ελλείψεις όλων των υπόλοιπων γύρω τους.

Και ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Η γιαγιά ήταν ευαίσθητη όσο ο παππούς ήταν σκληρός, λες και για να δημιουργείται μια ισορροπία στη μεταξύ τους σχέση.

Top Ο παππούς Γιάννης και η γιαγιά Αρτεμισία.

Ο παππούς μου ήταν ένας άνθρωπος που δε μιλούσε πολύ. Δεν ήταν χωρατατζής. Εργαζόταν πολλές ώρες. Κι όταν δεν εργαζότανε κάτι μαστόρευε.

Είχε κάνει πολλές δουλειές στη ζωή του και δεν άφησε ποτέ τίποτα να λείψει από την οικογένειά του.

Όσες φορές τον θυμάμαι να κάθεται, συνήθως δεν μιλούσε. Τα πρωινά έλεγε στην γυναίκα του, τη γιαγιά Αρτεμισία, να του φέρει τον καφέ με τη γραβιέρα. Τον έπιναν μαζί, κι όταν η γιαγιά έκανε να μου δώσει κάποιο επιπλέον χαρτζηλίκι, αυτός γκρίνιαζε χαμηλόφωνα ότι με κακομαθαίνει.

Μα υπήρχαν και κάποιες λίγες φορές που έκρινε ότι η γιαγιά δε μου είχε δώσει αρκετά. Τότε έσκυβε και με ρωτούσε: «Γιάννη, σου φτάνουν τα λεφτά;». Και αν η απάντησή μου δεν τον έπειθε για την ειλικρίνειά της, έβγαζε από τη τσέπη του χρήματα και κρυφά από τη γιαγιά μου έδινε κάποια ακόμα, λες και για να μην αποκαλυφθεί το πιο μαλακό του πρόσωπο.

Είχε ένα αγροτικό που του είχε φτιάξει ένα κουβούκλι από πάνω και έκλεινε με ένα πανί και ήταν σα ένα σπιτάκι με ρόδες. Όταν ήμουνα παιδί ήταν η χαρά μου να μπαίνω μέσα και να ταξιδεύω. Μπορεί να έβρεχε ή να είχε κρύο, αλλά όλα τα παιδιά προτιμούσαμε να μπαίνουμε στην καρότσα. Κι όταν ήταν καλοκαίρι σηκώναμε το πανί και κάναμε γκριμάτσες στους οδηγούς στα αμάξια που μας ακολουθούσαν ή βγάζαμε τα χέρια μας έξω και χαιρετούσαμε. Με την καρότσα μας πήγαινε ο παππούς στο σχολείο ή στα φροντιστήρια μέχρι που γίναμε μεγάλα παιδιά. Δεν παραπονιόταν για την καθημερινή αυτή ταλαιπωρία.

Ο παππούς μου δεν ήταν ένας σκληρός άνθρωπος. Μπορεί να είχε ζήσει πολλά και να μη γελούσε πολύ, μπορεί να μην ήταν χωρατατζής, μπορεί δύσκολα να έλεγε ιστορίες για αυτά που είχε ζήσει – και είχε αρκετές ιστορίες να πει – όμως μοιραζόταν ότι είχε. Όλοι ήξεραν ότι αν ζητήσεις βοήθεια από τον Γιάννη, αυτός δε θα σου την αρνηθεί.

Ποτέ δεν κράτησε κακία, ούτε άλλαξε χαρακτήρα. Ο κυρ Γιάννης ήταν σπαθί. Το ήξερε όλη η γειτονιά.

Θυμάμαι τα γιορτινά τραπέζια στην αυλή του σπιτιού του. Τότε που οι οικογένειες δεν ήταν μόνο ο μπαμπάς και η μαμά, που ήταν πιο μεγάλες και χωρούσαν θείους και θείες, ξαδέλφια, παππού και γιαγιά και που ερχόταν και οι γειτόνοι για ένα κρασί και ένα μεζέ. Και το καλοκαίρι κατέβαιναν και άλλοι φίλοι και συγγενείς, κι άλλα ξαδέλφια, κι άλλες θείες και θείοι, και η οικογένεια μεγάλωνε πιο πολύ και γινόταν μία μικρή κοινωνία στην αυλή της γιαγιάς Αρτεμισίας.

Εκεί κάτω από τη λεμονιά, στην αυλή με τις γαρδένιες, τα καναρίνια και τα ασβεστωμένα πεζούλια που εμείς τα παιδιά παίζαμε με τα καπάκια της μπιράλ, η γιαγιά Αρτεμισία έβαζε πάντα όλα τα δυνατά της να ευχαριστήσει αυτό το ετερογενές πλήθος με τις πολλές διαφορετικές ανάγκες καθώς ενωνόταν πάνω στο γιορτινό τραπέζι.

Και οι γιορτές ήταν πιο πολλές. Βρισκόμασταν πιο συχνά. Πολλές Κυριακές. Ο παππούς ήταν στην κεφαλί αυτού του τραπεζιού. Αυτός έφερνε το καλό κρασί από το κελάρι και έδινε το σήμα να ξεκινήσουμε.

Δεν θυμάμαι τον παππού μου να κλαίει, δεν έδειχνε εύκολα τα συναισθήματά του. Μια φορά όμως, όταν ήμουν μεγάλος πια, έκλαψε.

Τη μέρα που έφευγα φοιτητής για την Αγγλία με αγκάλιασε, έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, μα όταν ξαναείδα το πρόσωπό του είχε βουρκώσει. Μου είπε ένα «καλό ταξίδι» και «μη μας ξεχάσεις». Σα να συνειδητοποιούσε ότι επειδή μεγάλωσα και φεύγω, αυτός γέρασε. Σα να έκλαιγε λίγο και για τον εαυτό του. Σα να φοβόταν ότι δε θα ξαναγυρίσω. Ότι πλέον δεν θα είναι χρήσιμος. Αγκάλιασε τη γιαγιά Αρτεμισία και κλαίγανε μαζί.

Είδα τον παππού μου να κλαίει ξανά, λίγα χρόνια μετά όταν πέθανε η αγαπημένη του γιαγιά Αρτεμισία. Θυμάμαι τη μέρα αυτή. Με δανεικά λεφτά αγόρασα ένα εισιτήριο από την Αγγλία που ήμουν φοιτητής και επέστρεψα για να δω τη γιαγιά που πέθαινε στο νοσοκομείο. Ήταν μικρή, μόλις 72 ετών. Ο παππούς έμεινε μόνος. Έκλαψε πολύ. Και άρχισε να αισθάνεται ότι γίνεται βάρος στους υπόλοιπους. Ότι τώρα θα πρέπει να τον φροντίζουν και όχι να φροντίζει αυτός τους άλλους.

Με το θάνατο της γιαγιάς, σα να μίκρυνε η οικογένεια. Τα γιορτινά τραπέζια δεν ήταν πια τα ίδια. Η οικογένεια δεν έσμιγε τόσο συχνά. Σα να τελείωσε μια εποχή.

Κάποια χρόνια αργότερα ο παππούς βρέθηκε με μία άλλη γυναίκα. Την Χρυσούλα. Τον αγάπησε η Χρυσούλα, του φέρθηκε καλά και τον στήριξε τα χρόνια που ακολούθησαν.

Στην αρχή είχα θυμώσει. Όμως μετά μαλάκωσα. Ο παππούς δεν ήθελε να γίνεται βάρος. Και είχε μία απεριόριστη δίψα για ζωή. Μέχρι τα βαθιά γεράματα, πάντα ήθελε να είναι ενεργός. Ήθελε πάντα να νοιώθει χρήσιμος. Δεν τα παρατούσε, δεν αποδεχόταν ότι πλέον κάποια πράγματα δε μπορεί να τα κάνει. Θύμωνε όταν ένιωθε ότι τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έπεφτε αλλά ξανασηκωνόταν, προσπαθούσε και άλλο, περπατούσε. Προχωρούσε.

Αν ο παππούς μου είχε πεθάνει 20 χρόνια πριν, όλος ο χώρος εντός και ο προαύλιος χώρος της εκκλησίας θα ήταν γεμάτος κόσμο. Φίλοι και πολίτες που τον είχαν γνωρίσει θα ένοιωθαν την υποχρέωση να βρίσκονται εκεί στο τελευταίο αντίο. Δυστυχώς, η ζωή είναι έτσι ώστε ακόμα και ο θάνατος να αποκτά διαφορετική αξία και ένταση αναλόγως πώς, γιατί και τη στιγμή που συμβαίνει. Ο μύθος του ανθρώπου, φτιάχνεται και από τον θάνατό του. Όπως ένας ηθοποιός που πεθαίνει με έναν τραγικό τρόπο στο απόγειο της δόξας του. Η ένταση του θανάτου δεν είναι πάντα ίδια.

Ο παππούς μου όμως, δε νοιαζόταν για τον θάνατο. Ήθελε να πεθάνει αξιοπρεπώς, όμως πρωτίστως ήθελε να ζήσει. Όσο παραπάνω του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, όσο πιο ενεργά μπορούσε. Με τον δικό του απλό, καθημερινό τρόπο. Με το να είναι χρήσιμος και να μη γίνεται βάρος, πρωτίστως σε αυτούς που αγαπούσε, αλλά και σε όλο τον περίγυρό του. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι. Λιγοστεύουν αυτοί οι άνθρωποι. Περισσεύουν αυτοί που ακόμα και το «καλό» που κάνουν, είναι κυρίως για τον εαυτό τους.

Σκεφτόμουν ότι ο άνθρωπος αυτός έφυγε με αξιοπρέπεια, στο σπίτι του. Πέθανε με ηρεμία, δεν βασάνισε ούτε τον εαυτό του ούτε τους γύρω του. Αυτό θα ήταν κάτι που δε θα το ήθελε με τίποτα. Δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Πέθανε λοιπόν, ήρεμα. Σα για να μην ενοχλήσει κανέναν.

Ο παππούς μου πέθανε. Μαζί του πέθανε και ο τελευταίος ισχυρός δεσμός μου με την παιδική ηλικία.

Ο παππούς ήταν ο άνθρωπος που στα μάτια μου συγκέντρωνε εκείνα τα χαρακτηριστικά της ηρεμίας, της σταθερότητας και της σιγουριάς που αναζητά κάθε παιδί σε έναν μεγαλύτερο. Ήξερα, πως όσο ήμουν δίπλα του ήταν ασφαλές να παραμένω παιδί. Για σκεφτείτε λίγο πόσο σημαντικο είναι αυτό.

Ο παππούς μου είναι ζωντανός ως αυτή η απώλεια. Αισθάνομαι την απουσία του. Τον θυμάμαι, μαζί θυμάμαι και τον εαυτό μου ως παιδί, τον κήπο με τις ντοματιές, την αυλή με τις γαρδένιες, τις οικογενειακές γιορτές, το αγροτικό με το κουβούκλι που κάθε διαδρομή ήταν σα ταξίδι σε ένα σπιτάκι με ρόδες.

Ο παππούς Γιάννης ήταν ένας από τους σημαντικούς λόγους που η παιδική μου ηλικία ήταν όμορφη.

7 χρόνια μετά ακόμα λείπεις.

Ο εγγονός σου

Γιάννης Αγγελάκης

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live