Σε κλοιό γραφειοκρατίας και φορολογικών επιβαρύνσεων δηλώνουν πως βρίσκονται οι παραγωγοί των λαϊκών αγορών, προχωρώντας σε απεργιακές κινητοποιήσεις σε Χανιά και Ηράκλειο. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης το «ανεφάρμοστο» ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής και ο κίνδυνος συρρίκνωσης του κλάδου.
Σε τροχιά κινητοποιήσεων εισέρχονται οι παραγωγοί των λαϊκών αγορών στην Κρήτη, αντιδρώντας σθεναρά στο νέο ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο που, όπως καταγγέλλουν, απειλεί τη βιωσιμότητα του επαγγέλματός τους. Με απόφαση της Ομοσπονδίας Κρήτης, οι πάγκοι θα παραμείνουν άδειοι τις επόμενες ημέρες, με τον πρόεδρο των παραγωγών λαϊκής αγοράς Χανίων, Κώστα Καψωμενάκη, να περιγράφει στην εφημερίδα «Αγώνας της Κρήτης» μια κατάσταση ασφυξίας για τον κλάδο, εστιάζοντας στην πρακτική αδυναμία εφαρμογής των νέων ψηφιακών εργαλείων στο υπαίθριο εμπόριο.
Το χρονοδιάγραμμα των κινητοποιήσεων

Η απεργία, η οποία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πανελλαδικό πλαίσιο αλλά με τοπικά χαρακτηριστικά, θα επηρεάσει τη λειτουργία των αγορών στο νησί. Στα Χανιά, οι λαϊκές αγορές δεν θα λειτουργήσουν την Τετάρτη και την Παρασκευή, ενώ στο Ηράκλειο η κινητοποίηση αφορά την Τετάρτη και την Πέμπτη.
Οι παραγωγοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να διεκδικήσουν λύσεις σε ζητήματα που θεωρούν υπαρξιακά για τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους.
Ο «Γόρδιος Δεσμός» του ηλεκτρονικού δελτίου αποστολής
Κυρίαρχο αίτημα και βασική πηγή αγανάκτησης αποτελεί η εφαρμογή του ηλεκτρονικού δελτίου αποστολής. Ο κ. Καψωμενάκης χαρακτηρίζει το μέτρο «ανεφάρμοστο» και τους εμπνευστές του «εκτός τόπου και χρόνου» όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας στο υπαίθριο εμπόριο.
Όπως εξηγεί ο ίδιος, η διαδικασία απαιτεί από τον παραγωγό να εκδίδει ηλεκτρονικό δελτίο κατά τη φόρτωση, να πωλεί λιανικώς στη λαϊκή και, κατά την επιστροφή του, να πραγματοποιεί ψηφιακή απογραφή για τα αδιάθετα προϊόντα (κενά ή περισσεύματα), προκειμένου να κλείσει το δελτίο. «Δεν νοείται απογραφή καθημερινά, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε καμία επιχείρηση, ούτε καν στα στεγασμένα εμπορικά καταστήματα που κάνουν απογραφή μία φορά τον χρόνο», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Επιπρόσθετα, τίθεται το ζήτημα των καιρικών συνθηκών. Οι παραγωγοί καλούνται να χειριστούν ψηφιακά εργαλεία στο ύπαιθρο, συχνά υπό βροχή και αέρα, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία πρακτικά αδύνατη.
Η «αδικία» της φορολόγησης και η εποχικότητα
Πέρα από τη γραφειοκρατία, οι παραγωγοί θέτουν ζήτημα δίκαιης φορολόγησης. Διευκρινίζοντας πως ο κλάδος δεν αρνείται να φορολογηθεί, ο κ. Καψωμενάκης στέκεται κριτικά απέναντι στο τεκμαρτό εισόδημα, το οποίο θεωρεί άδικο καθώς δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική διάρκεια εργασίας των παραγωγών.
«Κανείς λαϊκατζής δεν εργάζεται 300 ή 365 ημέρες τον χρόνο», αναφέρει, προσδιορίζοντας τις πραγματικές ημέρες εργασίας σε περίπου 180 με 200 ετησίως. Αυτό οφείλεται τόσο στις καιρικές συνθήκες που συχνά απαγορεύουν τη λειτουργία των αγορών, όσο και στην εποχικότητα των καλλιεργειών, που δημιουργεί κενά στην παραγωγή κατά την εναλλαγή των εποχών (π.χ. από χειμερινά σε καλοκαιρινά είδη). Παρ’ όλα αυτά, η φορολόγηση και οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται σε ετήσια βάση, δημιουργώντας δυσανάλογο βάρος.
Εμπόδια εισόδου και φόβοι για συρρίκνωση του κλάδου
Σημαντικές είναι οι καταγγελίες και για τον τρόπο αδειοδότησης νέων παραγωγών. Ο πρόεδρος των παραγωγών Χανίων κάνει λόγο για ένα σύστημα που θεσπίστηκε από την προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης (επί Άδωνι Γεωργιάδη) και το οποίο, ουσιαστικά, αποκλείει την ομαλή είσοδο νέων αγροτών στο επάγγελμα.
Σε αντίθεση με το παλαιότερο καθεστώς, όπου η κατοχή των απαραίτητων δικαιολογητικών παραγωγού αρκούσε για την ένταξη στις λίστες αναμονής, πλέον απαιτείται προκήρυξη θέσεων από την εκάστοτε Περιφέρεια, δύο φορές τον χρόνο. «Αν προκηρυχθούν πέντε θέσεις και οι ενδιαφερόμενοι είναι δέκα, οι υπόλοιποι αποκλείονται, ακόμη κι αν έχουν έτοιμη παραγωγή», εξηγεί ο κ. Καψωμενάκης, εκφράζοντας την πεποίθηση πως υπάρχει σχέδιο σταδιακής απαξίωσης και συρρίκνωσης των λαϊκών αγορών.
Η «απειλή» των εισαγωγών και η ασφάλεια τροφίμων
Η συζήτηση επεκτείνεται και στο ευρύτερο πλαίσιο της αγροτικής οικονομίας, με τον κ. Καψωμενάκη να συνδέει την κατάσταση με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρεται στις εμπορικές συμφωνίες με χώρες της Λατινικής Αμερικής, υποστηρίζοντας πως η εισαγωγή αγροτικών προϊόντων χρησιμοποιείται ως αντάλλαγμα για την εξαγωγή βιομηχανικών ειδών από χώρες όπως η Γερμανία.
Παράλληλα, θέτει ζητήματα ασφάλειας τροφίμων και δημόσιας υγείας, αντιπαραβάλλοντας τους αυστηρούς ελέγχους και τις πιστοποιήσεις που ισχύουν για τους Έλληνες και Ευρωπαίους παραγωγούς, με την αμφίβολη ποιότητα εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες (όπως η Τουρκία ή η Αίγυπτος), όπου η χρήση φυτοφαρμάκων είναι συχνά ανεξέλεγκτη.
Το δίλημμα των κινητοποιήσεων
Καταλήγοντας, ο Κώστας Καψωμενάκης αναγνωρίζει τον κίνδυνο οι απεργίες στις λαϊκές αγορές να στρέψουν τελικά τους καταναλωτές προς τα σούπερ μάρκετ, κάτι που, όπως λέει, είναι επιθυμητό από τα μεγάλα συμφέροντα.
Ως πιο αποτελεσματική μορφή πίεσης στο μέλλον, προκρίνει τον αποκλεισμό των Κεντρικών Λαχαναγορών, ώστε να διακοπεί η ροή τροφοδοσίας, αναδεικνύοντας έτσι την αξία του Έλληνα παραγωγού και τη διαφορά τιμής μεταξύ παραγωγού και ραφιού.



