“Η ύπαρξη υπερμεγεθών στρατιωτικών εγκαταστάσεων είναι, υπό οποιαδήποτε κυβέρνηση, ένας κίνδυνος για την ελευθερία και θα πρέπει να θεωρούνται ιδιαίτερα μια απειλή για τις δημοκρατικές ελευθερίες”
George Washington, Πρόεδρος των ΗΠΑ, 1796
«Θα ήθελα να κάνουμε μια συμφωνία για τη Γροιλανδία με τον εύκολο τρόπο, αλλά αν δεν την κάνουμε με τον εύκολο τρόπο, θα την κάνουμε με τον δύσκολο. Και παρεμπιπτόντως, είμαι και θαυμαστής της Δανίας. Πρέπει να σας πω, μου έχουν φερθεί πολύ καλά. Είμαι μεγάλος θαυμαστής. Οι χώρες πρέπει να έχουν ιδιοκτησία γιατί υπερασπίζονται την ιδιοκτησία τους, δεν υπερασπίζεσαι κάτι που νοικιάζεις. Και θα πρέπει να προασπίσουμε την Γροιλανδία”
Donald Trump, Πρόεδρος των ΗΠΑ, 2026
Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, με την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από τη Βενεζουέλα και τις ανανεωμένες –και διόλου αστείες– απειλές περί εξαγοράς της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ, διαμορφώνουν ένα νέο, κυνικό περιβάλλον στις διεθνείς σχέσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης και προσωπικά του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος δήλωσε πως η συζήτηση για τη νομιμότητα αυτών των ενεργειών «μπορεί να περιμένει», προκαλεί εύλογους προβληματισμούς.
Σε μια εύστοχη παρέμβασή της, η Ζωή Κωνσταντοπούλου έθεσε πρόσφατα το αμείλικτο ερώτημα: Ποια θα είναι η αντίδραση της Αθήνας αν, μετά τη Βενεζουέλα και τη Γροιλανδία, ο Ντόναλντ Τραμπ στρέψει το βλέμμα του στην Κρήτη;
Το σενάριο της «Real Estate» διπλωματίας
Δεν απαιτείται ιδιαίτερη φαντασία για να συνθέσει κανείς τον λόγο που θα μπορούσε να αρθρώσει ο Αμερικανός Πρόεδρος, βασιζόμενος στη λογική του «deal» και της ισχύος. Σε ένα τέτοιο υποθετικό –αλλά όχι απίθανο στη λογική του– σενάριο, η επιχειρηματολογία θα εστίαζε στον πλούτο και τη στρατηγική θέση:
«Τώρα θέλω να κάνουμε μία συμφωνία και για την Κρήτη», θα μπορούσε να ισχυριστεί. «Άλλωστε, εκεί έχουμε τη Βάση της Σούδας που έχει καίριο στρατηγικό χαρακτήρα σε μία περιοχή που είναι ανάγκη να διασφαλίσουμε όσο πιο καλά μπορούμε τα συμφέροντά μας. Και τα συμφέροντά μας τα πετρελαϊκά. Οι εταιρείες μας θα σκάψουν βαθιά μέσα στον πυθμένα της θάλασσας για να απελευθερώσουν τον πλούτο που υπάρχει στο έδαφος. Αυτό τον πλούτο θα τον πάρουν οι εταιρείες μας, όμως θα πάρουν κι οι Κρητικοί. Θα πλουτίσουν οι Κρητικοί! Όμως, για να γίνει αυτό, πρέπει να μπορούμε να υπερασπιστούμε αποτελεσματικά την επένδυση και τα συμφέροντά μας. Και ξέρετε, υπερασπίζεσαι αυτό που είναι ιδιοκτησία σου, όχι αυτό που νοικιάζεις. Κι άλλωστε, οι Κρητικοί μας αγαπάνε! Εκατοντάδες ήδη νιώθουν την ωφέλεια της παρουσίας των βάσεων. Αν η Κρήτη γίνει η νέα πολιτεία των ΗΠΑ, όλοι θα γίνουν πλούσιοι!»
Η διαχρονική ευθύνη του πολιτικού συστήματος
Απέναντι σε έναν τέτοιο ωμό επεκτατισμό, ποια θα ήταν η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη; Αλλά και ποια θα ήταν η θέση του συνόλου του πολιτικού φάσματος που κυβέρνησε τα τελευταία χρόνια; Η κριτική δεν αγγίζει μόνο τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά και την προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς αμφότερες εργάστηκαν μεθοδικά για την εμβάθυνση της εξάρτησης από το καθεστώς των βάσεων, επιτρέποντας την άσκηση επιρροής που υπερβαίνει τα όρια της απλής συμμαχίας.
Η ύπαρξη ενός παγκόσμιου δικτύου βάσεων τέτοιας κλίμακας αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ διατηρούν μια διαρκή στρατιωτική ετοιμότητα, με την οικονομία τους να εξαρτάται ζωτικά από τον έλεγχο στρατηγικών σημείων και τη δυνατότητα εμπλοκής σε πολεμικές συρράξεις. Μια στρατηγική που ελάχιστη σχέση έχει με τις έννοιες της δημοκρατίας ή της ασφάλειας των φιλοξενούντων χωρών.
Δημοκρατία σε αναστολή και το καθεστώς της ετεροδικίας
Ιστορικά, η ίδρυση και η επέκταση των βάσεων συμπίπτει σχεδόν πάντα με περιόδους δημοκρατικής ανωμαλίας ή πίεσης. Οι αρχικές συμφωνίες εγκατάστασης στην Ελλάδα έγιναν σε εποχές περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας, δημιουργώντας ειδικά καθεστώτα λειτουργίας όπου το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό απολάμβανε προνόμια αποικιοκρατικού τύπου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία φάση επέκτασης των δραστηριοτήτων τους συντελέστηκε σε μια άλλη περίοδο «δημοκρατικής εξαίρεσης», αυτή των μνημονίων. Η πραγματικότητα αυτή καταδεικνύει ότι η παρουσία των βάσεων δεν θωρακίζει, αλλά αντιθέτως υποσκάπτει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Το ειδικό καθεστώς που τις διέπει παράγει μια νομικά κατοχυρωμένη ατιμωρησία – γνωστή ως ετεροδικία – η οποία αφαιρεί από το κράτος υποδοχής βασικά στοιχεία της κυριαρχίας του.
Η «Ομερτά» των Χανίων
Στην τοπική κοινωνία των Χανίων, έχει εμπεδωθεί εδώ και δεκαετίες μια ιδιότυπη πρακτική σιωπής. Όσοι τολμούν να επισημάνουν το πέπλο αδιαφάνειας που καλύπτει τις δραστηριότητες των νατοϊκών, αμερικανικών και ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αντιμετωπίζονται συχνά ως «υπόνοιες» διατάραξης της ομαλότητας.
Η κριτική βαφτίζεται «ανησυχία χωρίς λόγο», η οποία δήθεν υπονομεύει το τουριστικό προϊόν και θέτει προσκόμματα στα –κατά πολλούς αμφιλεγόμενα– «οφέλη» της στρατιωτικής παρουσίας.
Ένα κράτος εν κράτει: Η απουσία ελέγχου
Η πραγματικότητα, ωστόσο, που διαμορφώνεται από τις διακρατικές συμφωνίες, αποκαλύπτει μια ανησυχητική εικόνα θεσμικής αδυναμίας. Οι υπηρεσίες του ελληνικού κράτους αδυνατούν να ασκήσουν ακόμα και τον στοιχειώδη έλεγχο στις δραστηριότητες εντός των βάσεων. Η συστηματική παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς όπου η λογοδοσία για την καθημερινή λειτουργία –πόσο μάλλον για περιστατικά περιβαλλοντικής επιβάρυνσης– είναι έννοια άγνωστη.
Η απουσία περιορισμών δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά κυνικά ομολογημένη από αμερικάνους αξιωματούχους: «Δεν γνωρίζουμε περιορισμούς καθ’ οποιαδήποτε χρονική στιγμή στην πρόσβαση, τις υπερπτήσεις ή την ανάπτυξη ακόμη και των πιο ευαίσθητων στρατιωτικών υλικών στη βάση». Η φράση «ακόμη και των πιο ευαίσθητων στρατιωτικών υλικών» αντηχεί ως προειδοποίηση. Χωρίς έλεγχο, χωρίς περιορισμούς, υπό καθεστώς πλήρους ετεροδικίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διαχρονική σιωπή της πλειονότητας των φορέων και των βουλευτών δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως σιωπηρή αποδοχή συνενοχής. Μια παραδοχή ότι αυτή η ειδική συνθήκη είναι αναπόδραστη.
Το φαινόμενο θεσμικών παραγόντων που σπεύδουν να καλλιεργήσουν δημόσιες σχέσεις με τις διοικήσεις των βάσεων, προτάσσοντας τα οικονομικά οφέλη έναντι της ασφάλειας και της κυριαρχίας, παραπέμπει περισσότερο σε σχέσεις μητρόπολης-αποικίας παρά σε ισότιμη συμμαχία.
Οι εξαιρέσεις που επιβεβαίωσαν τον κανόνα
Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκηση στα Χανιά έχει να επιδείξει φωτεινές εξαιρέσεις αιρετών που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με τον ρόλο του απλού παρατηρητή.
Χαρακτηριστικότερη περίπτωση υπήρξε ο Νομάρχης Χανίων, Γιώργος Κατσανεβάκης. Αν και μετριοπαθής πολιτικά, η επιμονή του στη νομιμότητα και η απαίτησή του για περιβαλλοντικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις, προκάλεσαν την μήνιν μερίδας του πολιτικού συστήματος και των ΜΜΕ. Λοιδορήθηκε, χαρακτηρίστηκε σκωπτικά «ριζοσπάστης», ενώ του υποδείχθηκε να σιωπήσει με το επιχείρημα ότι «δεν είναι Υπουργός Εξωτερικών», λες και η προστασία του περιβάλλοντος του νομού του δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και άλλοι αυτοδιοικητικοί της ίδιας περιόδου, όπως ο πρώην Δήμαρχος Σούδας, Γιώργος Περράκης, και ο Δήμαρχος Ακρωτηρίου, Αντώνης Γιαννακάκης. Αμφότεροι εξέφρασαν αντιρρήσεις, συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις και απαίτησαν το αυτονόητο: την εφαρμογή των νόμων του ελληνικού κράτους εντός της ελληνικής επικράτειας.
«Eνοχλητικοί» αιρετοί και η στρατηγική της «διακριτικής» παρέμβασης
Η αλλαγή σκυτάλης στην τοπική αυτοδιοίκηση των Χανίων στα μέσα της δεκαετίας του 2000 δεν πέρασε απαρατήρητη από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αντιθέτως, αποτέλεσε αντικείμενο ανακούφισης και διπλωματικής ικανοποίησης, όπως αποκαλύπτει το εμπιστευτικό τηλεγράφημα του πρώην πρέσβη των ΗΠΑ, Τσαρλς Ρις, με ημερομηνία 27 Μαρτίου 2007, το οποίο ήρθε στο φως μέσω των Wikileaks.
Στο εν λόγω έγγραφο, ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν έκρυβε τη χαρά του για την αποχώρηση του «ενοχλητικού» Νομάρχη Γιώργου Κατσανεβάκη και την αντικατάσταση της «παλιάς αριστερίστικης τοπικής ηγεσίας» από νέα πρόσωπα: τον Γρηγόρη Αρχοντάκη στη Νομαρχία, τον Κυριάκο Βιρβιδάκη στον Δήμο Χανίων και τον Μιχάλη Κυνηγό στον Δήμο Ακρωτηρίου. Η αναφορά στις «παγερές συναντήσεις» του παρελθόντος που έδωσαν τη θέση τους σε ένα νέο κλίμα συνεργασίας, είναι αποκαλυπτική της πραγματικότητας που βιώνει ο νομός.
Η αναζήτηση «πειθήνιων» συνομιλητών
Το περιεχόμενο των διαρροών επιβεβαιώνει μια κυνική αλήθεια: για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, το ζητούμενο δεν είναι η διαφάνεια ή η τήρηση των περιβαλλοντικών κανόνων, αλλά η εξασφάλιση συνομιλητών που δεν θέτουν ερωτήματα. Το «πρόβλημα» για τις ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ η ρύπανση ή η παραβίαση των νόμων, αλλά η φωνή που τα αναδείκνυε. Η κριτική και η απαίτηση για έλεγχο βαφτίζονται εμπόδια, ενώ η σιωπή και η συμμόρφωση χαιρετίζονται ως «πρόοδος».
Υπό αυτό το πρίσμα, ο παραλληλισμός με τη διεθνή σκηνή είναι αναπόφευκτος. Ο Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα δεν αντιμετωπίστηκε ως εμπόδιο για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων; Ο Ντόναλντ Τραμπ, με την ωμότητα που τον διακρίνει, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να λέει φωναχτά και να κάνει με εντυπωσιακό τρόπο αυτό που η αμερικανική διπλωματία εφάρμοζε διαχρονικά «στο σκοτάδι»: την απομάκρυνση των εμποδίων για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ.
Η θεσμική παραδοχή της παρέμβασης
Η αίσθηση ότι οι αρχές των βάσεων επιδιώκουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά πράγματα του τόπου δεν αποτελεί απλή εικασία. Ο γιατρός και πρόεδρος της Επιτροπής Ειρήνης Χανίων, Νάσος Γαλή, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2006, επισήμαινε πως οι ξένες αρχές ενδιαφέρονται άμεσα ακόμα και για τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων.
Αυτή η πρακτική έχει, άλλωστε, ιστορικό βάθος και θεσμική ομολογία. Η Έκθεση της Υποεπιτροπής της Αμερικανικής Γερουσίας του 1970 για τις Συμφωνίες Ασφαλείας και Δεσμεύσεις στο Εξωτερικό της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ είναι αφοπλιστική στην ειλικρίνειά της:
“Οι βάσεις στο εξωτερικό, η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ, ο κοινός σχεδιασμός και οι κοινές ασκήσεις, τα προγράμματα εκτεταμμένης στρατιωτικής βοήθειας, όλα διασφαλίζουν την ανάμειξη των ΗΠΑ στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών που φιλοξενούν τέτοιες δραστηριότητες”.
Η «επιχείρηση γοητείας» και η κατασκευή συναίνεσης
Στα Χανιά, αυτή η πολιτική μεταφράζεται σε μια διαρκή εκστρατεία δημοσίων σχέσεων. Όπως κατέγραψε το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ τον Μάρτιο του 2006, ο τοπικός πληθυσμός δέχεται μια «ενορχηστρωμένη επίθεση» πειθούς, με στόχο να αποδεχθεί την παρουσία του ΝΑΤΟ ως αναγκαία και επωφελή.
Μέσα από τη συνεργασία με τοπικές αρχές και την καλλιέργεια προνομιακών σχέσεων με ΜΜΕ και δημοσιογράφους, επιχειρείται ο εξωραϊσμός της στρατιωτικής παρουσίας. Το αφήγημα που προωθείται θέλει όσους διαμαρτύρονται να κάνουν «λάθος» που βλάπτει τον τόπο. Δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται, ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαθέτουν το πολιτικό σθένος να αρνηθούν τον ρόλο του κομπάρσου σε αυτό το καλοστημένο σκηνικό δημοσίων σχέσεων, διακινδυνεύοντας να χαλάσουν το «καλό κλίμα» της υποτέλειας.
Ποιος θα βάλει φρένο στην κατηφόρα της υποτέλειας;
Η κουλτούρα της σιωπής που περιβάλλει το καθεστώς των βάσεων δεν περιορίζεται μόνο στις δημόσιες σχέσεις. Υπάρχουν στιγμές που λαμβάνει χαρακτηριστικά συγκάλυψης, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την ισονομία. Η μνήμη ανατρέχει αναπόφευκτα στον Φεβρουάριο του 2002 και τον ξυλοδαρμό της Ασημίνας Κάλλου.
Τότε, οι αστυνομικές αρχές επέλεξαν την οδό της αποσιώπησης του περιστατικού, το οποίο ήρθε στο φως της δημοσιότητας μόνο χάρη στην επιμονή της δημοσιογραφικής έρευνας. Το περιστατικό αυτό παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς η προστασία του «ειδικού καθεστώτος» μπορεί να τεθεί υπεράνω της προστασίας του πολίτη.
Η ρητορική του «αβύθιστου αεροπλανοφόρου»
Ωστόσο, η υποχωρητικότητα των ελληνικών αρχών δεν είναι μόνο σιωπηλή· συχνά είναι και ηχηρή, διατυπωμένη με όρους προσφοράς γης και ύδατος. Η φράση περί Κρήτης ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο», που υιοθετήθηκε με ζέση από τον πρώην Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο ενώπιον Αμερικανών αξιωματούχων, αποτελεί τον ορισμό της γεωπολιτικής εργαλειοποίησης του νησιού, με την προσδοκία αβέβαιων οικονομικών ανταλλαγμάτων.
Η εικόνα αυτής της σχέσης επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα, με τον συμβολισμό της παρουσίας δύο Ελλήνων υπουργών σε δεξίωση εντός του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Harry S. Truman στη Σούδα, προς τιμήν της ναυάρχου Μισέλ Χάουαρντ.
Σε μια χώρα που βίωσε τη μειωμένη εθνική κυριαρχία μέσω της οικονομικής επιτήρησης, η στρατιωτική εξάρτηση βαθαίνει, ακολουθώντας μια νομοτέλεια: οι ΗΠΑ επιλέγουν να εμπλουτίζουν τη δραστηριότητά τους εκεί όπου οι κυβερνήσεις, λόγω πολιτικής ή οικονομικής αδυναμίας, προσφέρουν τη μέγιστη «ελευθερία κινήσεων».
Πέρα από τον αντιαμερικανισμό: Δημοκρατία και Ασφάλεια
Η κριτική σε αυτή την κατάσταση δεν εκκινεί από έναν στείρο αντιαμερικανισμό. Αφορά τα θεμέλια της δημοκρατικής λειτουργίας στον τόπο μας. Αφορά τους κινδύνους που γεννά η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση σε μια περίοδο εξαιρετικής διεθνούς ρευστότητας και, δευτερευόντως, την απειλή για τη δημόσια υγεία από την περιβαλλοντική επιβάρυνση των βάσεων.
Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που απέφυγε να καταδικάσει την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από τις ΗΠΑ σε άλλες γωνιές του πλανήτη, εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της αποδοχής τετελεσμένων. Αν οι Αμερικανοί αντιμετωπίζονται ήδη εντός της ελληνικής επικράτειας ως πολίτες υπεράνω του νόμου, σε ένα καθεστώς οιονεί αποικιοκρατικό, πόσο απίθανο είναι το επόμενο βήμα;
Με έναν Πρόεδρο όπως ο Τραμπ στο τιμόνι των ΗΠΑ, τα σενάρια που κάποτε φάνταζαν ακραία, αποκτούν πλέον ρεαλιστική υπόσταση. Η Κρήτη μπορεί να είναι άλλο ένα οικόπεδο που έχει γυαλίσει στα μάτια του αμερικάνου προέδρου και θέλει να το αποκτήσει…
Η ώρα της ευθύνης
Επιστρέφοντας λοιπόν στο αρχικό, αγωνιώδες ερώτημα: Με μια πολιτική τάξη που έχει εθιστεί στη λογική της υποτέλειας εδώ και δεκαετίες, ποιος θα είναι εκείνος που θα ορθώσει ανάστημα; Ποιος θα βάλει φρένο στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις;
Το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό, είναι υπαρξιακό για την αυτονομία της χώρας. Ποιο είναι τελικά το όριο, πέρα από το οποίο οι πολιτικές αρχές του τόπου θα βρουν το σθένος να ψελλίσουν ένα «όχι»;
Μετά από ποιο σημείο σταματά η υποτέλεια;
(εικόνα θέματος κατασκευασμένη μέσω Α.Ι.)



