Κατάντια. Ίσως είναι η μοναδική λέξη που μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια αυτό που βιώνουμε από την ημέρα που η επικοινωνία για τις τεχνικές βλάβες μεταφέρθηκε σε απρόσωπα τηλεφωνικά κέντρα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Αθήνα. Το αποτέλεσμα; Όταν προκύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα, ο πολίτης να βρίσκεται κυριολεκτικά και μεταφορικά στο «μαύρο», χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση.
Αυτό το «μαύρο», ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στα νοικοκυριά. Επεκτείνεται και στην ίδια την ενημέρωση. Τα τοπικά μέσα, τα οποία οφείλουν να πληροφορούν έγκυρα και άμεσα την τοπική κοινωνία, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με έναν τοίχο σιωπής. Υπάρχει πλήρης αδυναμία επικοινωνίας με τους αρμόδιους, ώστε να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Στο σκοτάδι βυθισμένοι οι πολίτες, μαύρο και στην ενημέρωση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη βλάβη που μας έχει βυθίσει στο σκοτάδι. Σύμφωνα με την πενιχρή ενημέρωση που καταφέραμε να αποσπάσουμε, η διακοπή οφείλεται σε «πτώση τάσης». Όταν ρωτήσαμε πού οφείλεται αυτή η πτώση τάσης ή πότε αναμένεται να επανέλθει το ρεύμα, ο εκπρόσωπος της εταιρείας αρνήθηκε να απαντήσει. Ακόμη χειρότερα, στο αυτονόητο δημοσιογραφικό αίτημα να μιλήσουμε με κάποιον προϊστάμενο ή υπεύθυνο του ΔΕΔΔΗΕ για μια επίσημη τοποθέτηση, η απάντηση ήταν μια κατηγορηματική άρνηση. Μας ζητήθηκε μάλιστα να αφήσουμε εμείς το τηλέφωνό μας, για να μας καλέσουν… όποτε εκείνοι έκριναν σκόπιμο.
Δεν υπάρχει πλέον καμία δημόσια υπηρεσία ή φορέας –με εξαίρεση, ίσως, τα τραπεζικά ιδρύματα– που οι εκπρόσωποί τους να κρύβονται, να αρνούνται να μιλήσουν σε δημοσιογράφους και να μην παρέχουν στοιχεία επικοινωνίας.
Αυτή η στάση αποτυπώνει με τον πιο ωμό τρόπο την πραγματικότητα στη χώρα μας: Μια χώρα όπου οι πολίτες αμείβονται με τους χαμηλότερους μισθούς της Ευρώπης, αλλά καλούνται να πληρώσουν τιμές ρεύματος επιπέδου Γερμανίας και Αγγλίας, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τριτοκοσμική εξυπηρέτηση και πλήρη απαξίωση.
Ντροπή, και πάλι ντροπή, για αυτή την κατάντια.
Σημειώνουμε ότι μέχρι τη στιγμή που γράφτηκε αυτό το κείμενο στο σκοτάδι συνεχίζουν να παραμένουν πολλές περιοχές των Χανίων, μεταξύ των οποίων η Χαλέπα, ο Άγιος Ιωάννης και τα Λενταριανά



