Ο Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης, κατέθεσε την πρώτη του τοποθέτηση στην Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής & Εμπορίου της Βουλής για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης σχετικά με την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων, αναδεικνύοντας σοβαρές ελλείψεις στο πλαίσιο που κατατέθηκε προς ψήφιση.
Ο κ. Μαμουλάκης επεσήμανε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ δεν απορρίπτει συλλήβδην κάθε διάταξη του νομοσχεδίου, σημειώνοντας ότι υπάρχουν ορισμένες επιμέρους θετικές προβλέψεις. Ωστόσο, τόνισε ότι είναι αναγκαίο η κυβέρνηση να επανεξετάσει κρίσιμες διατάξεις, να ενισχύσει τις εγγυήσεις προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και να προχωρήσει σε ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο γεγονός ότι πρόκειται για νομοσχέδιο άνω των 250 άρθρων, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μόλις για 14 ημέρες. Όπως υπογράμμισε, αυτό δεν συνιστά ουσιαστική διαβούλευση, αλλά μια τυπική διαδικασία, η οποία δεν επιτρέπει ούτε στους κοινωνικούς φορείς ούτε στα πολιτικά κόμματα να τοποθετηθούν με πληρότητα. Επιπλέον, η επιλογή να κατατεθεί σε μη επεξεργάσιμη μορφή υπονομεύει ακόμη και τη δυνατότητα συγκριτικής ανάλυσης.
Ο Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ αναφέρθηκε στην πολυδιάσπαση και σε επί μέρους άρθρα του σχεδίου νόμου που δημιουργούν προβληματισμό. Υπερθεμάτισε τη σημασία της απλούστευσης των διαδικασιών και της μείωσης της γραφειοκρατίας, υπενθυμίζοντας ενέργειες του ΣΥΡΙΖΑ από το 2016, τόνισε όμως ότι η απλούστευση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Όπως είπε, οφείλει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, την προστασία των εργαζομένων, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.
Σε αυτό το σημείο διέκρινε και την βασική ένσταση του κόμματος του, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου μετατοπίζει το κέντρο βάρους υπέρ της διευκόλυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, χωρίς να διασφαλίζει επαρκώς τις αναγκαίες εγγυήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ένταξη δομών κοινωνικής φροντίδας, όπως οι παιδικοί σταθμοί, οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και οι δομές για άτομα με αναπηρία, στο γενικό πλαίσιο οικονομικών δραστηριοτήτων.
Οι δομές αυτές, όπως τόνισε ο κ. Μαμουλάκης, δεν είναι απλώς επιχειρήσεις. Είναι θεμελιώδεις πυλώνες κοινωνικής συνοχής. Η οριζόντια αντιμετώπισή τους ως «αγορά υπηρεσιών» υποβαθμίζει τη σημασία της ποιότητας φροντίδας και των δικαιωμάτων των ωφελούμενων.
Ο Βουλευτής Ηρακλείου αναφέρθηκε επίσης σε επισημάνσεις φορέων κατά τη διαδικασία της διαβούλευσης, στην ανάθεση ελεγκτικών αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες, καθώς και στην επαναλαμβανόμενη πρακτική τροποποιήσεων στο πεδίο των αναπτυξιακών νόμων. Κατέληξε στο κρίσιμο ερώτημα: Αλλάζει αυτό το νομοσχέδιο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας; Ενισχύει τη μεταποίηση, την καινοτομία, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη;
Η απάντηση, όπως ανέφερε, είναι αρνητική: «Το νομοσχέδιο επικεντρώνεται κυρίως στη διοικητική διαχείριση και λιγότερο στη στρατηγική κατεύθυνση της οικονομίας. Δεν αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές αδυναμίες, την υστέρηση της παραγωγικής βάσης, τη χαμηλή προστιθέμενη αξία, τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου. Ως κεντροαριστερά, πιστεύουμε σε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Ένα μοντέλο που συνδυάζει την οικονομική αποτελεσματικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Που στηρίζει, θωρακίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενισχύει την εργασία, επενδύει στην καινοτομία και προστατεύει το δημόσιο συμφέρον».
Όπως πρόσθεσε, αυτό σημαίνει ισχυρούς και ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς, σαφείς και σταθερούς κανόνες για τις επιχειρήσεις, στοχευμένες πολιτικές για την παραγωγική ανασυγκρότηση, ειδική μέριμνα για ευαίσθητους τομείς κοινωνικής φροντίδας. Και πάνω απ’ όλα, ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Μαμουλάκης επανέλαβε: «Δεν απορρίπτουμε συλλήβδην κάθε διάταξη. Υπάρχουν επιμέρους θετικές προβλέψεις. Όμως, το συνολικό πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Γι’ αυτό και καλούμε την κυβέρνηση να επανεξετάσει κρίσιμες διατάξεις, να ενισχύσει τις εγγυήσεις προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και να προχωρήσει σε ουσιαστικό διάλογο. Διότι η ανάπτυξη που έχει ανάγκη η χώρα δεν είναι απλώς η ταχύτερη. Είναι η δικαιότερη, η βιώσιμη και η κοινωνικά ισορροπημένη».



