Του Δημήτρη Πολιτάκη
ΔΕΝ ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ οι παραστάσεις δυστοπίας και οι πρόβες Αποκάλυψης τα τελευταία χρόνια, όσο όμως και να έχουμε συνηθίσει στο δυσοίωνο και στο αλλόκοτο, το θέαμα των ανδρών των ΜΑΤ με πλήρη εξάρτηση, γκλοπ και αντιβαλλιστικά γιλέκα να σέρνουν βαριά τα βήματά τους στους αμμόλοφους της Γαύδου, έμοιαζε με σκηνή από ένα κινηματογραφικό υβρίδιο επιστημονικής φαντασίας, καταστροφής και οικολογικού τρόμου.
Με λίγη (μαύρη) κωμωδία στο μίγμα, καθώς η εικόνα των μαυροντυμένων οργάνων της τάξης μακριά από τον «φυσικό» τους χώρο – την άσφαλτο – έμοιαζε κωμικά παράταιρη με την παραλία όπου «προσγειώθηκαν» για να εκτελέσουν την εντολή κατεδάφισης των πρόχειρων καταλυμάτων των κατασκηνωτών και της εκκένωσης των παραλιών που είχε ανακοινωθεί μέσα στο χειμώνα.
Τα μέρη δεν είναι μόνο τοπία που γέρνουν μεταξύ προστασίας και εκμετάλλευσης, είναι οι άνθρωποι που τα αγάπησαν και οι ιστορίες που τα συνοδεύουν και οι μύθοι που τα στοιχειώνουν.
Η Γαύδος βυθισμένη στους συμβολισμούς και στις αντιπαραθέσεις (αναρωτιέμαι καμιά φορά πώς μπορούν και χαλαρώνουν οι λάτρες του νησιού με τόσες αναταράξεις, με τόσα ζητήματα που προκύπτουν κάθε τόσο, με τόσα beef και με τόσα politics;). Το νοτιότερο σημείο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης και συγχρόνως το τελευταίο προπύργιο του εναλλακτικού, ακατέργαστου, ελεύθερου παραθερισμού. Το τελευταίο οχυρό αντίστασης απέναντι στη λαίλαπα του υπερτιμημένου, ομογενοποιημένου, μαζικού τουρισμού.
Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η όλη επιχείρηση είχε, σύμφωνα με τη δημοτική αρχή του νησιού, αποκλειστικό στόχο την προστασία του ευαίσθητου και πολύτιμου οικοσυστήματος της περιοχής και δεν ήταν ο θεαματικός πρόλογος της μετάβασης σε ένα άλλο μοντέλο «ανάπτυξης».
Όπως σημείωσε σ’ ένα άρθρο του για το ζήτημα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Ν. Ροδουσάκης, ερευνητής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, «η κατεδάφιση των πρόχειρων καταλυμάτων δεν αποτελεί απλώς τεχνική εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας αλλά έκφραση μιας ευρύτερης σύγκρουσης μεταξύ ενός ομογενοποιημένου αναπτυξιακού παραδείγματος και μιας τοπικά ενσωματωμένης μορφής οικολογικής συνύπαρξης που αμφισβητεί την εμπορευματοποίηση του χώρου». «Η Γαύδος δεν ανήκει σε κανέναν» είπε η δήμαρχος του νησιού, μια δήλωση που μοιάζει με απειλή κατά πάντων.
Δεν έχω πάει και κυρίως δεν έχω μείνει ποτέ, δυστυχώς, στη Γαύδο (πάντα ήταν στα πλάνα αλλά τελικά επιλεγόταν κάτι πιο οικείο και «ασφαλές» για διακοπές). Είχα μείνει όμως κάποτε, «παρανόμως», για μερικές μέρες στο ερμητικά κλειστό πλέον Γαϊδουρονήσι και είδα τους κέδρους να ζωντανεύουν τις νύχτες, τους αμμόλοφους να μοιάζουν με πούδρα χιονιού κάτω από την έναστρη φαντασμαγορία και τα νερά του Λιβυκού να λαμπυρίζουν απόκοσμα (και όλα αυτά νηφάλιος ή σχεδόν νηφάλιος).
Συνεπώς έχω μια εμπειρία ενός τοπίου αντίστοιχου γεωγραφικά με τη Γαύδο, η οποία όμως προφανώς είναι άλλο μέγεθος, ένα πραγματικό μέρος με πραγματικούς κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους ανήκουν και οι μόνιμοι κατασκηνωτές. Δεν έχω άμεση εμπειρία από αυτό το κοινοτικό, κοινοβιακό, φυσιολατρικό, ουτοπικό, ακόμα και υπερφυσικό vibe με το οποίο έχει συνδεθεί το μέρος ως (αυστηρά) «εναλλακτικός» προορισμός.
Μου αρέσει όμως να υπάρχει, ως ιδέα έστω, ως προοπτική, ως καταφύγιο, ως «θεματικό πάρκο» έστω, προστατευμένο όμως από τις ολοκληρωτικές και ισοπεδωτικές δυνάμεις της «ανάπτυξης». Τα μέρη δεν είναι μόνο τοπία που γέρνουν μεταξύ προστασίας και εκμετάλλευσης, είναι οι άνθρωποι που τα αγάπησαν και οι ιστορίες που τα συνοδεύουν και οι μύθοι που τα στοιχειώνουν.



