Με αφορμή την Παγκρήτια κινητοποίηση της 17ης Μαΐου στα Χανιά, το ζήτημα της βάσης της Σούδας επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι ως μια ακόμη ιδεολογική διαμάχη της “παραδοσιακής αριστεράς”, αλλά ως ένα βαθύτατα εθνικό και υπαρξιακό ερώτημα που αφορά κάθε Έλληνα πολίτη, πέρα από την πολιτική τοποθέτηση του καθένα..
Συχνά, όσοι δεν ανήκουν στον χώρο της αριστεράς αντιμετωπίζουν τέτοιες κινητοποιήσεις με σκεπτικισμό, θεωρώντας τες “γραφικές” ή “αντιδυτικές”. Ωστόσο, στην παρούσα γεωπολιτική συγκυρία, η ψυχρή λογική και ο πατριωτισμός επιβάλλουν μια διαφορετική ανάγνωση.
Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει τη βάση της Σούδας να αποτελεί εγγύηση ασφάλειας. Όμως, μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα της Μέσης Ανατολής αναδεικνύει το αντίθετο: η Σούδα μετατρέπεται από αμυντικό πλεονέκτημα σε στόχο πρώτης γραμμής. Όπως επισημαίνουν αναλυτές ,η μετατροπή του νησιού σε ορμητήριο για επιχειρήσεις τρίτων δυνάμεων εμπλέκει την Ελλάδα σε μια σύγκρουση που δεν εξυπηρετεί κανένα εθνικό μας συμφέρον.
Σε περίπτωση γενίκευσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η χώρα μας παύει να είναι ένας “ασφαλής παρατηρητής”. Γίνεται, de facto, μέρος του πολεμικού σκηνικού. Όταν ελληνικές υποδομές χρησιμοποιούνται για τον ανεφοδιασμό δυνάμεων που συμμετέχουν σε συγκρούσεις, η Ελλάδα εκτίθεται σε αντίποινα από περιφερειακούς παίκτες, χωρίς απαραίτητα να έχει τη διασφάλιση ότι οι “σύμμαχοι” θα σπεύσουν να μας προστατεύσουν σε μια ενδεχόμενη διμερή κρίση με τους γείτονές μας.
Η εναντίωση στην ύπαρξη της βάσης δεν είναι ζήτημα “αντι-ιμπεριαλισμού”, αλλά πατριωτικό καθήκον του κάθε Έλληνα , γιατί όπως ιστορικά έχει αποδειχθεί και είναι πρόσφατη η πείρα , πότε το ΝΑΤΟ δεν προστάτευσε τα κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας μας , όπως φάνηκε στο ζήτημα της Κύπρου , με την κατοχή τμήματος άδω και πενήντα δυο χρόνια , ή όπως φάνηκε στην περίπτωση των Ιμίων και του γκριζαρίσματος του Αιγαίου.
Η Κρήτη είναι η ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού. Η μετατροπή του κόλπου της Σούδας σε μόνιμο πολεμικό ναύσταθμο ξένων δυνάμεων και η πιθανότητα ενός ατυχήματος ή ενός πλήγματος, θα αποτελούσε την απόλυτη καταστροφή για την τοπική και εθνική οικονομία.
Απευθυνόμενοι σε κάθε σκεπτόμενο αναγνώστη, το ερώτημα είναι απλό: Ποιο είναι το όφελος; Η θεωρία ότι “παρέχουμε διευκολύνσεις για να έχουμε στήριξη στα εθνικά μας θέματα” έχει καταρριφθεί επανειλημμένα από την ιστορία. Οι συμμαχίες είναι χρήσιμες μόνο όταν είναι αμφίδρομες. Σήμερα, η Σούδα χρησιμοποιείται ως “λευκή επιταγή” με όποιες συνέπειες μπορεί να δημιουργηθούν και με τα στρατεύματα μας μακριά από την πραγματικής του θέση, που είναι η διαφύλαξη των συνόρων και της εθνικής μας κυριαρχίας.
Η συμμετοχή στην κινητοποίηση της 17ης Μαΐου δεν είναι μια πράξη “αντάρτικου”. Είναι μια πράξη ευθύνης. Είναι η δήλωση ότι ο ελληνικός λαός δεν δέχεται να γίνει η χώρα του “πεδίο βολής” ή “στόχος αντιποίνων” για ξένους πολέμους.
Το πρόβλημα της Σούδας είναι πλέον υπαρξιακό. Η σιωπή εκλαμβάνεται ως συναίνεση στην επικίνδυνη εμπλοκή μας στο καζάνι της Μέσης Ανατολής. Ανεξάρτητα από το τι ψηφίζει ο καθένας, η ασφάλεια των παιδιών μας και η ακεραιότητα της πατρίδας μας είναι κοινός τόπος. Στις 17 Μαΐου, το μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό: Η Ελλάδα δεν είναι οικόπεδο κανενός και η Κρήτη θέλει να παραμείνει νησί της ειρήνης και της δημιουργίας, όχι ορμητήριο θανάτου.
Η παρουσία όλων μας εκεί, πέρα από χρώματα και κόμματα, είναι η μόνη πατριωτική στάση.
Μιλτιάδης Κλωνιζάκης
Γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου Χανίων, εκλεγμένος με την Λαϊκή Συσπείρωση



