Του Ειρηναίου Μαράκη
Διαβάζουμε σε τοπικά ΜΜΕ ότι την έναρξη διαδικασίας αξιοποίησης τριώροφου ακινήτου στο κέντρο των Χανίων, μέσω ανοιχτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ανακοίνωσε η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ), θυγατρική του Υπερταμείου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το ιστορικό «Ψυγείο», που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη Δημοτική Αγορά Χανίων, στην συμβολή Τσουδερών και Πλατείας Μαρκοπούλου. Σύμφωνα με την ΕΤΑΔ, στόχος της αξιοποίησης είναι η ουσιαστική αναβάθμιση του ακινήτου και η μετατροπή του σε έναν σύγχρονο πυρήνα επιχειρηματικής, τουριστικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, συμβάλλοντας παράλληλα στην ανάδειξη της ευρύτερης περιοχής.
Παράλληλα, διαβάζουμε ακόμα ότι μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης νέο 5άστερο ξενοδοχείο στο Ακρωτήρι, καθώς η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους για το έργο επέκτασης και νομιμοποίησης υφιστάμενων τουριστικών καταλυμάτων της εταιρείας ΒΕΜΑ ΑΕ στη θέση «Αβρακόνε» στον Τερσανά Ακρωτηρίου, με στόχο τη μετατροπή τους σε ξενοδοχειακή μονάδα 5 αστέρων συνολικής δυναμικότητας 160 κλινών.
Αυτά αποτελούν άλλη μια ξεκάθαρη απόδειξη του βίαιου εξευγενισμού που συντελείται στο κέντρο, στις λαϊκές γειτονιές και στην περιφέρεια των Χανίων. Με το Ανοιχτό Κέντρο Εμπορίου στην πλατεία 1866, τις εκτεταμένες αναπλάσεις πεζοδρομίων, τη σχεδιαζόμενη ανακατασκευή και πεζοδρόμηση της οδού Τζανακάκη, τη συστηματική μείωση τόσο των θέσεων στάθμευσης όσο και του πρασίνου, την παράνομη και προκλητική χρήση του πρώην Στρατοπέδου Μαρκοπούλου ως δήθεν «περιφερειακού» χώρου στάθμευσης και λαϊκής αγοράς – αντί για το πάρκο που διεκδικεί εδώ και χρόνια το σύνολο της χανιώτικης κοινωνίας – και δεκάδες άλλες παρεμβάσεις, αποκαλύπτεται με τον πιο ωμό τρόπο η μετατροπή του κέντρου της πόλης και μεγάλου μέρους των λαϊκών γειτονιών, από τον Άγιο Ιωάννη μέχρι τη Νέα Χώρα και όχι μόνο, σε ένα απέραντο εμπορευματοποιημένο γκέτο για λίγους και εκλεκτούς. Σε έναν χώρο σχεδιασμένο να υπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του τουριστικού και επιχειρηματικού κεφαλαίου, όπου η κερδοσκοπία θριαμβεύει και οι ντόπιοι κάτοικοι ωθούνται στο περιθώριο.
Είναι τυχαίο άραγε που η διαδικασία εκποίησης –για να μην πούμε ξεπουλήματος– του ιστορικού «Ψυγείου» ξεκινάει ακριβώς τη στιγμή που έχουμε μπει στην τελική ευθεία ολοκλήρωσης των εργασιών, μετά από τεράστιες χρονικές καθυστερήσεις, και το επικείμενο άνοιγμα της Δημοτικής Αγοράς της πόλης; (Πότε θα παραδοθεί τελικά η Αγορά παραμένει ακόμα ένα ανοιχτό ζήτημα…). Μιας Αγοράς που, με τις ευλογίες της δημοτικής διοίκησης Σημανδηράκη, θα μετατραπεί από παραδοσιακό χώρο ανάπτυξης της τοπικής αγοράς και κοινωνικοποίησης πολλών γενιών Χανιωτών και Χανιωτισσών σε ένα μοντέρνο mall με πανάκριβα ενοίκια, που θα αποκλείσουν τους παλιούς καταστηματάρχες και τους μικρούς υποψήφιους ενοικιαστές.
Αναφορικά με το «Ψυγείο»: Έχει γνώση της συγκεκριμένης εξέλιξης ο Δήμος Χανίων; Παρότι ως τοπική αρχή και λόγω της άμεσης γειτνίασης με τον χώρο που ο ίδιος διαχειρίζεται είναι πρακτικά αδύνατον να αγνοεί τη διαδικασία, δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ούτε μία λέξη δημόσιας αντίδρασης, ούτε μία ανακοίνωση, ούτε η παραμικρή ένδειξη ότι διεκδίκησε ενεργά το ακίνητο για λογαριασμό της τοπικής κοινωνίας. Η ίδια στάση καταγράφεται και στην περίπτωση του Ιτζεδίν, το οποίο έχει ήδη παραχωρηθεί, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται από την αναγκαία μέριμνα προστασίας και συντήρησής του. Παρά τη γνωστή και επιδεινούμενη κατάσταση φθοράς του μνημείου –με τμήματα του κτιρίου να καταρρέουν– δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα καμία ουσιαστική δημόσια τοποθέτηση ή ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης από την αρμόδια αρχή. Η επαναλαμβανόμενη αυτή παθητικότητα δεν συνιστά απλή διοικητική αδράνεια, αλλά πολιτική στάση που ευθυγραμμίζεται με ένα μοντέλο τοπικής διακυβέρνησης, το οποίο υποτάσσει την προστασία της ιστορικής μνήμης σε κυρίαρχες αναπτυξιακές επιλογές και στις κατευθύνσεις που διαμορφώνονται σε κεντρικό επίπεδο από την κυβέρνηση και το Υπερταμείο.
Ο χώρος όφειλε και οφείλει να διεκδικηθεί ώστε να περάσει στα χέρια της τοπικής κοινωνίας, όπου άλλωστε ανήκει. Αντίθετα, η κεντρική εξουσία, με την ενεργή ανοχή και συνενοχή της τοπικής διοίκησης –κυρίως των προηγούμενων που διαχειρίστηκαν τις τύχες της πόλης–, τον παρέδωσε πλήρως και αδιαμαρτύρητα στα αδηφάγα χέρια του Υπερταμείου ως υποθήκη για την εξυπηρέτηση του «δημόσιου» χρέους, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα ή αντίκρισμα για τον Δήμο και τους πολίτες.
Σήμερα, με τον ανοιχτό πλειοδοτικό διαγωνισμό, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το ιστορικό αυτό κτίριο να καταλήξει σε ιδιώτη-επενδυτή, μετατρέποντάς το σε άλλο ένα εμπορικό-τουριστικό προϊόν. Τα μνημεία και οι ιστορικοί χώροι της πόλης δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπίας ιδιωτών. Ο Δήμος οφείλει να διεκδικήσει άμεσα την δωρεάν παραχώρησή του και τη μετατροπή του σε δημόσιο κοινωφελή χώρο: σε λαϊκό πολιτιστικό κέντρο, σε χώρο ελεύθερης έκφρασης και δημιουργίας για νέους και καλλιτέχνες, σε αίθουσα εκδηλώσεων και εκθέσεων για τοπικούς συλλόγους ή σε ότι αποφασίσει η τοπική κοινωνία, αρκεί να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Μακριά από κάθε λογική εμπορικής αξιοποίησης και ιδιωτικού κέρδους. Μόνο έτσι θα σεβαστούμε την ιστορική μνήμη του τόπου και θα υπερασπιστούμε το δικαίωμα της τοπικής κοινωνίας στην πόλη της.
Πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς, ακόμη και προτάσεις όπως η μετατροπή του «Ψυγείου» σε Κέντρο Γαστρονομικού Πολιτισμού, όσο φιλότιμες κι αν είναι και όσο κι αν εκκινούν από μια ειλικρινή αγωνία για τη διάσωση και ανάδειξη ενός εμβληματικού κτιρίου της πόλης, δεν αναιρούν το βασικό πρόβλημα: εντάσσονται στο ίδιο κυρίαρχο αναπτυξιακό υπόδειγμα της «πολιτιστικής αξιοποίησης», το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός ήπιας εμπορευματοποίησης του αστικού χώρου. Πρόκειται για μια λογική όπου ο πολιτισμός δεν αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό και πεδίο ελεύθερης κοινωνικής χρήσης, αλλά ως εργαλείο προσέλκυσης κατανάλωσης, τουριστικής κατανάλωσης και αύξησης εμπορικής αξίας της γης. Έτσι, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες παρεμβάσεις, αντί να ανακόπτουν τη δυναμική του εξευγενισμού, την αναπαράγουν σε πιο «εκλεπτυσμένη» μορφή, μετατρέποντας την πολιτιστική δραστηριότητα σε λειτουργία της αγοράς και όχι σε μορφή συλλογικής, δημόσιας ζωής.



