Η διεθνής νομική και ακαδημαϊκή κοινότητα παρακολουθεί μια πρωτοφανή υπαρξιακή αναμέτρηση στους κόλπους της εβραϊκής διανόησης, η οποία επανακαθορίζει τα όρια του δημόσιου διαλόγου για το Μεσανατολικό ζήτημα. Το έναυσμα για αυτή τη βαθιά ιδεολογική ρήξη δίνει η κυκλοφορία του νέου βιβλίου του διακεκριμένου Ισραηλινοαμερικανού ιστορικού και μελετητή του Ολοκαυτώματος, Όμαρ Μπαρτόβ, υπό τον τίτλο «Israel, What Went Wrong?». Η δημόσια αντιπαράθεση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Brown με τον βραβευμένο Ισραηλινό δημοσιογράφο της εφημερίδας Haaretz, Γκίντεον Λεβί, στο πλαίσιο της εκπομπής Democracy Now!, δεν αποτελεί μια απλή θεωρητική έριδα, αλλά μια ανατομία των δομικών αντιφάσεων του κράτους του Ισραήλ από την ίδρυσή του έως τις τρέχουσες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας, θέτοντας το θεμελιώδες ερώτημα αν το σιωνιστικό εγχείρημα υπήρξε εξ αρχής ελαττωματικό ή αν διολίσθησε στην πορεία προς τον εθνοτικό αποκλεισμό.
Η παρέμβαση του καθηγητή Όμαρ Μπαρτόβ φέρει ένα ιδιαίτερο θεσμικό και επιστημονικό βάρος, καθώς ο ίδιος αναγνωρίζεται από το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ηνωμένων Πολιτειών ως ένας από τους κορυφαίους ειδικούς παγκοσμίως στον τομέα των Γενοκτονικών Σπουδών. Κατέχοντας την έδρα Διακεκριμένου Καθηγητή Ευρωπαϊκής Ιστορίας «John P. Birkelund» στο Πανεπιστήμιο Brown, ο κ. Μπαρτόβ είχε τηρήσει, στα τέλη του 2023, μια προσεκτική, νομικά αυστηρή στάση. Σε άρθρο του που είχε προκαλέσει αίσθηση εκείνη την περίοδο, σημείωνε ότι ενώ ήταν εξαιρετικά πιθανό να διαπράττονται εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα, εντούτοις κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρχαν ακόμη αποδείξεις ότι συντελείται γενοκτονία».
Η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων και η κλιμάκωση της ανθρωπιστικής κρίσης οδήγησαν τον Ισραηλινοαμερικανό ακαδημαϊκό σε μια ριζική αναθεώρηση της θέσης του. Η δημοσίευση του δοκιμίου του στους New York Times με τον εμφατικό τίτλο «Είμαι μελετητής γενοκτονιών. Το αναγνωρίζω όταν το βλέπω», προκάλεσε ισχυρούς κλυδώνες στους διεθνείς ακαδημαϊκούς και νομικούς κύκλους. Η κατάληξη του κ. Μπαρτόβ ευθυγραμμίζεται πλέον με τα συμπεράσματα πολυάριθμων διεθνών οργάνων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων —όπως η Ανεξάρτητη Εξεταστική Επιτροπή του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών, το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη των Γενοκτονιών, ο οργανισμός Genocide Watch, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η ηγέτιδα ισραηλινή οργάνωση B’Tselem, η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch).
Η θεσμική αυτή σύγκλιση ενισχύεται από τη διπλωματική και νομική κινητοποίηση κρατών, με κυριότερη την επίσημη προσφυγή της Νότιας Αφρικής κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ). Στο νέο του βιβλίο, ο Μπαρτόβ θέτει το κεντρικό ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που ιδρύθηκε στον άμεσο απόηχο του Ολοκαυτώματος να στέκεται σήμερα βάσιμα κατηγορούμενο για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου μεγάλης κλίμακας, αναγκαστικού εκτοπισμού αμάχων και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας; Από ποια πικρή πανουργία της Ιστορίας;»
Η Γένεση του Σιωνισμού: Μεταξύ Ευρωπαϊκής Χειραφέτησης και Αποικιοκρατίας Εγκατάστασης
Για να προσεγγίσει τις ρίζες αυτής της ιστορικής εξέλιξης, ο κ. Μπαρτόβ ανατρέχει στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Σιωνισμός εμφανίστηκε ως ένα κίνημα απελευθέρωσης και χειραφέτησης. Στόχος του ήταν η διάσωση της συντριπτικής πλειοψηφίας του παγκόσμιου εβραϊσμού —περίπου του 80%— που διαβιούσε στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη υπό συνθήκες διαρκώς αυξανόμενης καταπίεσης, συστηματικής βίας και της ανάδυσης του επιθετικού ευρωπαϊκού εθνο-εθνικισμού.
Το δομικό πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο το σιωνιστικό κίνημα επέλεξε να απαντήσει σε αυτή την απειλή. Ο Σιωνισμός αντέγραψε ακριβώς τα ιδεολογικά σχήματα των εθνο-εθνικιστικών κινημάτων που περιέβαλλαν και καταδίωκαν τους Εβραίους στην Ευρώπη (όπως του πολωνικού, του ουκρανικού, του λιθουανικού και του γερμανικού εθνικισμού), διακηρύσσοντας ότι οι Εβραίοι αποτελούν επίσης έναν διακριτό λαό με δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Καθώς όμως δεν υπήρχε δυνατότητα διεκδίκησης εδαφών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προτάθηκε η επιστροφή στην ιστορική, μυθική και θρησκευτική κοιτίδα, τη «Γη του Ισραήλ» (Eretz Yisrael).
Ο κ. Μπαρτόβ επισημαίνει ότι αυτή η διπλή φύση του κινήματος έγινε ορατή κατά τις δεκαετίες του ’20 και του ’30: από τη μία πλευρά, αποτελούσε ένα σωτήριο καταφύγιο για εκατοντάδες χιλιάδες διωκόμενους ανθρώπους, ειδικά μετά το κλείσιμο των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών στην εβραϊκή μετανάστευση. Από την άλλη πλευρά, η εγκατάστασή τους στην Παλαιστίνη έλαβε τα χαρακτηριστικά μιας αποικιοκρατίας εγκατάστασης (settler colonialism), η οποία άρχισε να καταπατά τη γη και τα δικαιώματα των Αράβων Παλαιστινίων που ζούσαν ήδη εκεί, πυροδοτώντας τη γέννηση ενός αντίστοιχου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος που επίσης διεκδικούσε δικαίωμα αυτοδιάθεσης και εθνικής εστίας.
Το Ορόσημο του 1948: Η Χαμένη Ευκαιρία για ένα «Κανονικό Κράτος»
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του κ. Μπαρτόβ, το έτος 1948 αποτελεί την κρισιμότερη καμπή, τη στιγμή όπου η ιστορική τροχιά του Ισραήλ θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει μια διαφορετική κατεύθυνση. Η ίδρυση του κράτους, η οποία συνέπεσε με τα γεγονότα της Νάκμπα —της εθνοκάθαρσης και της εκδίωξης των Παλαιστινίων— έθεσε την ισραηλινή ηγεσία ενώπιον μιας θεμελιώδους επιλογής.
Το Ισραήλ είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε ένα «κανονικό κράτος», υλοποιώντας τις υποσχέσεις της ίδιας της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του: να εκδώσει ένα Σύνταγμα που θα διασφάλιζε την απόλυτη ισότητα όλων των πολιτών του, να καθορίσει με σαφήνεια τα σύνορά του και να δημιουργήσει ένα σταθερό νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα λειτουργούσε, προχωρώντας ενδεχομένως και σε κάποιου τύπου αποκατάσταση των συνεπειών της Νάκμπα και της εθνοκάθαρσης.
Αντί όμως να ακολουθήσει αυτή την οδό, η πολιτική ηγεσία αποφάσισε να μετατρέψει τον Σιωνισμό σε επίσημη κρατική ιδεολογία.
«Με την πάροδο του χρόνου —αν και αυτό δεν ήταν προκαθορισμένο και δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα έπρεπε να συμβούν κατ’ αυτόν τον τρόπο— ο Σιωνισμός έγινε ολοένα και πιο μιλιταριστικός, συγκεντρωτικός, επεκτατικός, ρατσιστικός και, όπως είδαμε από τον Οκτώβριο του 2023, γενοκτονικός. Ως εκ τούτου, έχασε την ίδια του τη νομιμότητα ως πολιτική ιδεολογία», υποστηρίζει ο Μπαρτόβ.
Το Υπαρξιακό Δίλημμα: Είναι ο Σιωνισμός Μεταρρυθμίσιμος;
Η κριτική του Όμαρ Μπαρτόβ αποκτά ιδιαίτερη ηθική ένταση λόγω του προσωπικού του υπόβαθρου, καθώς ο ίδιος μεγάλωσε ως Σιωνιστής και υπηρέτησε ως αξιωματικός του Ισραηλινού Στρατού (IDF) κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1973. Παρά τη σφοδρή του κριτική, ο Μπαρτόβ αποφεύγει να αυτοπροσδιοριστεί ως «αντι-σιωνιστής» με την παραδοσιακή έννοια του όρου, υποστηρίζοντας ότι εάν κάποιος αναγνωρίζει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στους Εβραίους, οφείλει νομικά και ηθικά να το αναγνωρίσει και στους Παλαιστίνιους.
Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα άσκησης καταπίεσης ή εκτοπισμού άλλων πληθυσμών από τη γη που διεκδικεί κανείς. Ο καθηγητής του Brown θεωρεί ότι ο Σιωνισμός, στην παρούσα φάση της εξέλιξής του, έχει καταστεί ένα μη μεταρρυθμίσιμο σύστημα ιδεών. Για να μπορέσει το Ισραήλ να επανέλθει στη διεθνή κοινότητα ως ένα κανονικό, ευνομούμενο κράτος, οφείλει να αποσυνδεθεί πλήρως από αυτόν.
Πρέπει να τον τοποθετήσει στον «σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας» και να επαναπροσδιοριστεί πηγαίνοντας πίσω στη θεσμική αφετηρία του 1948, αναζητώντας έναν τρόπο ισότιμης συνύπαρξης και διαμοιρασμού του γεωγραφικού χώρου μεταξύ των 7 εκατομμυρίων Εβραίων και των 7 εκατομμυρίων Παλαιστινίων που κατοικούν σήμερα στην περιοχή, υπό καθεστώς ισονομίας και μακριά από τις πολιτικές του εθνοτικού διαχωρισμού.
Η Ριζοσπαστική Αντίρρηση του Γκίντεον Λεβί: «Το Σύστημα Ξεκίνησε Λάθος»
Η ακαδημαϊκή προσέγγιση του καθηγητή Μπαρτόβ βρίσκει έναν αντίλογο, όχι λιγότερο καταγγελτικό αλλά δομικά διαφοροποιημένο, στη σκέψη του Γκίντεον Λεβί. Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Haaretz αναδεικνύει μια θεμελιώδη αντίφαση στην απροθυμία του Μπαρτόβ να αυτοπροσδιοριστεί ως αντι-σιωνιστής, παρά τη δριμεία κριτική που ασκεί στο ιδεολογικό οικοδόμημα του Ισραήλ. Για τον Λεβί, η θέση αυτή δεν επιδέχεται μεσοβέζικες λύσεις, επισημαίνοντας ότι η αποδέσμευση από την κρατική ιδεολογία αποτελεί μια συναισθηματικά επώδυνη διαδικασία για όσους μεγάλωσαν στο Τελ Αβίβ της ίδιας περιόδου: «Ή είσαι αντι-σιωνιστής επειδή αυτό είναι τρομερό, ή είσαι σιωνιστής και μπορείς να ζήσεις με αυτό».
Η κύρια διαφωνία του με τον Μπαρτόβ έγκειται στο αν η πορεία του Ισραήλ αποτελεί μια μεταγενέστερη παρέκκλιση ή ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Ο Λεβί υποστηρίζει ότι ο Σιωνισμός δεν «εκτροχιάστηκε» στην πορεία, αλλά είχε εξαρχής ελαττωματική αφετηρία. Ενώ αναγνωρίζει ότι η Παλαιστίνη υπήρξε το μοναδικό καταφύγιο σωτηρίας για τους καταδιωκόμενους Εβραίους της Ευρώπης, τονίζει ότι η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει μια ριζικά διαφορετική οδό συνύπαρξης.
«Δεν έρχεσαι σε μια γειτονιά και γυρίζεις την πλάτη στους ανθρώπους που ζούσαν εκεί για αιώνες πριν από εσένα. Αυτό που έκανε ο Σιωνισμός από την αρχή δεν ήταν ότι πήγε λάθος· ξεκίνησε λάθος, χωρίς την πίστη ή την πεποίθηση ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Ο Σιωνισμός ποτέ δεν προσπάθησε πραγματικά να ενσωματώσει τους Παλαιστινίους. Αφορούσε πάντα την υποταγή τους, τη μεταφορά τους, την υφαρπαγή των θέσεων εργασίας τους, των ζωών τους και των περιουσιών τους, προκειμένου να καταστεί ο μοναδικός λαός μεταξύ του ποταμού και της θάλασσας», δηλώνει ο Λεβί.
Η Ευρωπαϊκή Φρίκη ως Καταλύτης και η «Κατάκτηση της Εργασίας»
Απαντώντας στην κριτική του Λεβί, ο Όμαρ Μπαρτόβ επαναφέρει την ιστορική συγκυρία της Ανατολικής Ευρώπης ως το αναγκαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη γέννηση της σιωνιστικής βίας. Ο Σιωνισμός, κατά τον Μπαρτόβ, λειτούργησε ως καθρέφτης των ευρωπαϊκών εθνικισμών, υιοθετώντας τις ίδιες βίαιες μεθόδους «διαχωρισμού των πληθυσμών» (unmixing) που αποτελούσαν τον κανόνα στην Ευρώπη εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, η μεταφορά αυτού του μοντέλου στην Παλαιστίνη προσέλαβε αναγκαστικά αποικιοκρατικά χαρακτηριστικά, καθώς ένας πληθυσμός μετακινήθηκε από τη μία ήπειρο στην άλλη, διεκδικώντας την αποκλειστική κυριαρχία επί μιας ήδη κατοικημένης γης με σκοπό τη δημιουργία μιας εβραϊκής πλειοψηφίας.
Η υπαρξιακή αναγκαιότητα αυτής της μετακίνησης παραμένει αδιαμφισβήτητη και για τους δύο στοχαστές, αναδεικνύοντας την τραγική αντίφαση ενός κινήματος που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως μηχανισμός διάσωσης από μια γενοκτονία και ως προάγγελος μιας άλλης εκτοπιστικής διαδικασίας. «Γνωρίζουμε ότι αν δεν είχαν φύγει από την Ευρώπη, θα είχαν δολοφονηθεί. Τόσο ο Γκίντεον όσο και εγώ δεν θα είχαμε γεννηθεί καθόλου, αν οι παππούδες μας δεν είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την Ευρώπη και να έρθουν εκεί. Όποιος έμεινε πίσω, εξοντώθηκε», παραδέχεται ο Μπαρτόβ.
Η συζήτηση αγγίζει επίσης το φαινόμενο της «κατάκτησης της εργασίας» (conquest of labor), μιας στρατηγικής οικονομικού και κοινωνικού αποκλεισμού των γηγενών που εφαρμόστηκε πολύ πριν από το 1948. Ο Λεβί επισημαίνει ότι η σύγκρουση με τους ντόπιους δεν ήταν η μόνη επιλογή, υπενθυμίζοντας ιστορικές εξαιρέσεις όπως η οργάνωση «Brit Shalom», μια κίνηση Εβραίων διανοουμένων που πίστευαν στη δυνατότητα μιας κοινής, μη βίαιης πορείας, η οποία όμως περιθωριοποιήθηκε από την κυρίαρχη μιλιταριστική πτέρυγα του κινήματος.
Από την Ελπίδα του Όσλο στη Δολοφονία του Γιτζάκ Ραμπίν
Η εστίαση της ανάλυσης μετατοπίζεται στη συνέχεια στις χαμένες ευκαιρίες διόρθωσης αυτής της ιστορικής πορείας κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο καθηγητής Μπαρτόβ υποστηρίζει ότι, παρά τον βίαιο χαρακτήρα της ίδρυσης του κράτους, υπήρξαν ιστορικές στιγμές όπου η ισραηλινή κοινωνία επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τους Παλαιστινίους. Η σημαντικότερη από αυτές τις στιγμές υπήρξε η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο στη δεκαετία του ’90, κατά την οποία τέθηκε για πρώτη φορά στο δημόσιο προσκήνιο η ιδέα ενός «κράτους όλων των πολιτών του».
Η προσπάθεια αυτή ανακόπηκε βίαια το 1995 με τη δολοφονία του Πρωθυπουργού Γιτζάκ Ραμπίν. Ο Μπαρτόβ προχωρεί σε μια βαρυσήμαντη πολιτική καταγγελία, συνδέοντας απευθείας εκείνη την τρομοκρατική πράξη με την τρέχουσα πολιτική ηγεσία του Ισραήλ. Σημειώνει ότι ο Ραμπίν, ένας πρώην στρατηγός που δεν ήταν «ένας σπουδαίος άνθρωπος της ειρήνης» αλλά είχε κατανοήσει ότι η Κατοχή ήταν πλέον μη υποστηρίξιμη, εξοντώθηκε ως αποτέλεσμα μιας συστηματικής εκστρατείας πολιτικής υποκίνησης.
«Ο Ραμπίν δολοφονήθηκε εξαιτίας της υποκίνησης από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος έχει το αίμα του στα χέρια του μέχρι σήμερα. Αυτό σκότωσε εκείνη τη διαδικασία και επιτάχυνε αυτό που βλέπουμε τώρα ως μια προσπάθεια πλήρους εκκένωσης της γης από τον παλαιστινιακό πληθυσμό», υπογραμμίζει ο Μπαρτόβ, αναδεικνύοντας τη δομική συνέχεια της πολιτικής Νετανιάχου.
Η Γάζα ως Πεδίο Εθνοκάθαρσης και η Ιστορική Άρνηση της Νάκμπα
Η κορύφωση αυτής της μακράς ιστορικής διαδικασίας εκδηλώνεται, σύμφωνα με τον Μπαρτόβ, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που ξεκίνησαν μετά τον Οκτώβριο του 2023. Ο ιστορικός αναδεικνύει μια βαθιά ιδεολογική διαστρέβλωση στην επίσημη ισραηλινή ρητορική: ενώ το κράτος του Ισραήλ αρνιόταν συστηματικά επί δεκαετίες την ιστορική πραγματικότητα της Νάκμπα του 1948, η τρέχουσα ηγεσία και μέρος της κοινωνίας απειλούσαν ανοιχτά με τη διεξαγωγή μιας «δεύτερης Νάκμπα» στη Λωρίδα της Γάζας.
Η ανάλυση του Μπαρτόβ συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι η γενοκτονική επιχείρηση στη Γάζα υπήρξε το αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός αρχικού σχεδίου εθνοκάθαρσης. Η πρόθεση της ισραηλινής κυβέρνησης να εκτοπίσει πλήρως τον παλαιστινιακό πληθυσμό εκτός των συνόρων προσέκρουσε στην άρνηση των κατοίκων να εγκαταλείψουν τη γη τους, παρά τις αποτρόπαιες συνθήκες διαβίωσης σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη. Η αποτυχία αυτού του αναγκαστικού εκτοπισμού μετέτρεψε τη στρατιωτική δράση σε μια συστηματική διαδικασία καταστροφής των υποδομών και της ανθρώπινης ζωής, η οποία πλέον φέρει όλα τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας γενοκτονικής επιχείρησης που πρέπει να απορριφθεί προκειμένου να υπάρξει οποιαδήποτε προοπτική για το μέλλον.
Η Έρπουσα Αποικιοκρατία στη Δυτική Όχθη και η Πραγματικότητα του 2026
Η ανάλυση της ισραηλινής πολιτικής δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο μέτωπο της Λωρίδας της Γάζας, καθώς η δυναμική της εθνοτικής εκκαθάρισης εκδηλώνεται με συστηματικό τρόπο και στα εδάφη της Δυτικής Όχθης. Ο Γκίντεον Λεβί υπογραμμίζει ότι η παρούσα κατάσταση αποτελεί την ιστορική συνέχεια μιας αμετάβλητης στρατηγικής που εφαρμόζεται από το 1948 έως σήμερα, χωρίς καμία διακοπή. Η καθημερινότητα στη Δυτική Όχθη αναπαράγει τις ίδιες ακριβώς σκηνές και τις ίδιες σκληρές, βίαιες μεθόδους που χαρακτήριζαν τις δεκαετίες του ’20, του ’30 και του ’40, αποδεικνύοντας ότι ο πυρήνας της κρατικής συμπεριφοράς παραμένει αναλλοίωτος.
Στο σύγχρονο περιβάλλον, η συζήτηση έχει πάψει προ πολλού να αφορά την απλή εξασφάλιση ενός εβραϊκού κράτους ή τη διατήρηση μιας δημογραφικής πλειοψηφίας. Ο Λεβί επισημαίνει ότι η τρέχουσα πραγματικότητα συνιστά μια έκφανση καθαρής αποικιοκρατίας και ρατσισμού, η οποία καθοδηγείται από μια ρητά διακηρυγμένη και ομολογημένη φιλοδοξία: τη δημιουργία μιας αμιγώς εβραϊκής επικράτειας σε ολόκληρο τον γεωγραφικό χώρο μεταξύ του ποταμού Ιορδάνη και της Μεσογείου Θάλασσας. Αυτή η πολιτική επιδίωξη καθιστά τη συμβίωση αδύνατη υπό το υφιστάμενο ιδεολογικό πλαίσιο, καθώς προϋποθέτει τη σταδιακή εξάλειψη της παλαιστινιακής παρουσίας από τις πατρικές της εστίες.
Η Αντοχή του «Σουμούντ» και η Αναγκαιότητα του Κοινού Γεωγραφικού Χώρου
Απέναντι σε αυτή τη συστηματική πίεση για τον εδαφικό και πληθυσμιακό αναδιαχωρισμό, η παλαιστινιακή κοινωνία αντιτάσσει την ιστορική έννοια του σουμούντ (sumud) —της ακλόνητης σταθερότητας και της ανθεκτικότητας πάνω στη γη. Ο καθηγητής Μπαρτόβ σημειώνει ότι η προσπάθεια της ισραηλινής κυβέρνησης να εκκενώσει πλήρως τα εδάφη από τον αυτόχθονα πληθυσμό είναι νομοτελειακά καταδικασμένη σε αποτυχία, καθώς οι Παλαιστίνιοι αρνούνται να εγκαταλείψουν την περιοχή, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες και απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάζονται να διαβιούν.
Η δημογραφική και γεωγραφική πραγματικότητα θέτει αντικειμενικά όρια στις επιδιώξεις των φανατικών και μεσσιανικών κύκλων της ισραηλινής δεξιάς. Στον χώρο αυτόν κατοικούν σήμερα 7 εκατομμύρια Εβραίοι και 7 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι, και είναι σαφές ότι καμία από τις δύο ομάδες δεν πρόκειται να αποχωρήσει. Ο κ. Μπαρτόβ υποστηρίζει ότι η συζήτηση πρέπει αναγκαστικά να μετατοπιστεί από τη λογική του εκτοπισμού στην αναζήτηση ενός κοινού μέλλοντος, όπου οι δύο λαοί θα βρουν τον τρόπο να μοιραστούν τον ίδιο χώρο με όρους ισονομίας, απορρίπτοντας τις πολιτικές του εβραϊκού υπεροχισμού (Jewish supremacy) που οδηγούν στην καταστροφή.
Η Ανατομία της Θεσμικής Σιωπής στην Ισραηλινή Κοινωνία
Μια από τις πλέον ανησυχητικές παρατήρησεις του Όμαρ Μπαρτόβ αφορά τη βαθιά βαρβαροποίηση (brutalization) της ισραηλινής κοινωνίας και την πλήρη κατάρρευση των ηθικών αντανακλαστικών των θεσμικών της οργάνων. Σε μια κοινωνία που διολισθαίνει προς γενοκτονικές πρακτικές, η συστηματική κακοποίηση και ο εξευτελισμός των Παλαιστινίων δεν αντιμετωπίζονται πλέον με σκεπτικισμό, αλλά συχνά προκαλούν ένα αίσθημα ικανοποίησης στην κοινή γνώμη, το οποίο τροφοδοτείται από την επίσημη κυβερνητική ρητορική.
Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αποστροφή στον ιστορικό είναι η καθολική σιωπή των επιστημονικών και επαγγελματικών ενώσεων της χώρας. Με εξαίρεση ελάχιστες φωνές στην εφημερίδα Haaretz και στο περιοδικό +972, η πλειονότητα των θεσμών τηρεί στάση απόλυτης απάθειας. Ο Ιατρικός Σύλλογος του Ισραήλ, ο Δικηγορικός Σύλλογος, οι ακαδημαϊκές ενώσεις και οι πρόεδροι των πανεπιστημίων έχουν επιλέξει τη σιωπή, αποφεύγοντας να καταγγείλουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης αρνούνται συστηματικά να αναδείξουν αυτές τις πτυχές της σύγκρουσης, συμβάλλοντας στη συσκότιση της κοινής γνώμης.
Σεξουαλική Βία και η Πολιτική της «Επίθεσης στον Μηνυματοφόρο»
Η ηθική αυτή κρίση έλαβε συγκεκριμένες διαστάσεις με αφορμή τη δημοσίευση της στήλης του Νίκολας Κρίστοφ στους New York Times, υπό τον τίτλο «Η σιωπή που συναντά τον βιασμό των Παλαιστινίων». Στο συγκεκριμένο δημοσίευμα τεκμηριώνεται ένα εκτεταμένο μοτίβο σεξουαλικής βίας από την πλευρά των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας, των ανακριτών και των δεσμοφυλάκων, το οποίο στρέφεται εναντίον ανδρών, γυναικών, ακόμη και παιδιών, περιλαμβάνοντας αναφορές για τη χρήση σκύλων με σκοπό τη σεξουαλική κακοποίηση κρατουμένων. Η αντίδραση της ισραηλινής κυβέρνησης, η οποία απείλησε με την κατάθεση αγωγής δυσφήμισης κατά της αμερικανικής εφημερίδας, αναδεικνύει τη standard στρατηγική της άρνησης.
Ο κ. Μπαρτόβ επισημαίνει ότι αυτές οι πρακτικές είναι ευρέως γνωστές εντός του Ισραήλ, με τον Υπουργό Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, να φωτογραφίζεται επανειλημμένα κατά τη διάρκεια επισκέψεων σε σωφρονιστικά ιδρύματα, προβάλλοντας στην τηλεόραση την ταπείνωση των Παλαιστινίων αιχμαλώτων ως επίσημη κρατική πολιτική. Ο Γκίντεον Λεβί συμπληρώνει ότι η ισραηλινή κοινωνία αντιδρά σε κάθε βάσιμη κατηγορία επιτιθέμενη στον μηνυματοφόρο, επιλέγοντας τη στοχοποίηση δημοσιογράφων εγκύρων μέσων αντί να αντικρίσει την πραγματικότητα στον καθρέφτη.
«Η μόνη οδός για το Ισραήλ προκειμένου να πολεμήσει αυτές τις κατηγορίες είναι να επιτεθεί στον μηνυματοφόρο, αντί να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, να συνειδητοποιήσουμε ότι στις φυλακές μας συντελείται μια πραγματική βάρβαρη καταστροφή και να βγάλουμε τα απαραίτητα μαθήματα από αυτό», καταλήγει ο Λεβί.
Η Αναπόδραστη Ιστορική Ευθύνη
Η υπαρξιακή συζήτηση μεταξύ του Όμαρ Μπαρτόβ και του Γκίντεον Λεβί φωτίζει το βαθύ θεσμικό και ηθικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει το Κράτος του Ισραήλ. Η διολίσθηση από τις αρχικές διακηρύξεις περί ασφαλούς καταφυγίου προς ένα σύστημα δομικού αποκλεισμού και γενοκτονικής βίας δεν αποτελεί μια τυχαία ιστορική παρέκκλιση, αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών που αρνήθηκαν τη συνύπαρξη.
Η πραγματικότητα του 2026 επιβεβαιώνει ότι οι πολιτικές του βίαιου εκτοπισμού έχουν εξαντλήσει τα όριά τους, καθώς η ανθεκτικότητα του παλαιστινιακού πληθυσμού παραμένει ενεργή. Η επιβίωση της περιοχής και η επιστροφή του Ισραήλ στη διεθνή νομιμότητα προϋποθέτουν την οριστική εγκατάλειψη των δογμάτων του εθνοτικού υπεροχισμού και την αναζήτηση ενός νέου, κοινού θεσμικού πλαισίου που θα βασίζεται στην ισότητα και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους τους κατοίκους της ιστορικής Παλαιστίνης.



