Η πολιτική στις μέρες μας έχει καταντήσει ένα άψογο, σχεδόν αποστειρωμένο προϊόν επικοινωνιακού μάρκετινγκ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσίαση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού φάνταζε σχεδόν προκλητικά ερασιτεχνική.
Το πρόχειρο σκηνικό, η λανθασμένη σημειολογία στην τοποθέτηση του χώρου, ακόμη και η ατυχής επιλογή της Κατερίνας Μουτσάτσου στον ρόλο της συμπαρουσιάστριας, πρόδιδαν την έλλειψη επαγγελματικής καθοδήγησης.
Κι όμως, πίσω από αυτή την τεχνική γύμνια, κρυβόταν κάτι που η πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος έχει απωλέσει προ πολλού: ένας οργανικός, βαθύς δεσμός της βάσης με την ηγεσία. Η πίστη ότι η Μαρία Καρυστιανού δεν αποτελεί προϊόν του κομματικού σωλήνα αναζωπύρωσε μια σπίθα αυθεντικής ελπίδας.
Αυτό το φαινόμενο δεν γεννιέται στο κενό, αλλά μέσα σε μια εποχή καθολικής απονομιμοποίησης των θεσμών. Ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών αισθάνονται προδομένοι αμφίπλευρα τόσο από την Αριστερά όσο και από την Δεξιά, βιώνουν μια διάχυτη ανασφάλεια.
Πέρα από τις παραδοσιακές ιδεολογικές περιχαρακώσεις, η κοινωνία ενοποιείται πλέον κάτω από το βάρος μιας κατάφωρης, καθημερινής αδικίας. Δεν πρόκειται απλώς για τη θεσμική δυσλειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά για μια βαθύτερη ταξική και κοινωνική ανισότητα. Είναι η αίσθηση ότι το κράτος έχει αφήσει τον αδύναμο απροστάτευτο, την ώρα που το σύστημα θωρακίζει τους ισχυρούς, τους καιροσκόπους και όσους διαθέτουν τις κατάλληλες προσβάσεις για να παρακάμπτουν τους νόμους — νόμους που μοιάζουν τελικά να επιβάλλονται εξαντλητικά μόνο σε όσους στερούνται τη δύναμη να τους αποφύγουν.
Όταν η κοινωνία πείθεται ότι η Αλλαγή είναι αδύνατη μέσω των υπαρχουσών δομών, το πρόβλημα μετατρέπεται από κομματικό σε υπαρξιακό για την ίδια τη Δημοκρατία.
Η τελευταία φορά που η χώρα έζησε μια παρόμοια συλλογική προσδοκία ήταν κατά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο των μνημονίων. Τότε, ένα τεράστιο ρεύμα πίστεψε ότι ένας άφθαρτος ηγέτης, πλαισιωμένος από ιστορικά σύμβολα των κοινωνικών αγώνων όπως ο Μανώλης Γλέζος, θα μπορούσε να ανατρέψει το κατεστημένο. Η διάψευση εκείνης της ελπίδας υπήρξε παταγώδης.
Σήμερα, η Μαρία Καρυστιανού υπό άλλες συνθήκες όμως με το ίδιο αίσθημα απογοήτευσης να διέπει πολλούς πολίτες, επιχειρεί να εκφράσει ένα κίνημα που γεννήθηκε κυριολεκτικά μέσα από τις στάχτες και το συλλογικό τραύμα του εγκλήματος των Τεμπών.
Ο λόγος της, απαλλαγμένος από τα κλισέ του ξύλινου πολιτικού λόγου, συγκινεί επειδή πηγάζει από μια βιωματική, τραγική αλήθεια. Αυτή η αυθεντικότητα λειτουργεί ως μαγνήτης για ένα ετερόκλητο ακροατήριο.
Ανάμεσά τους, διακρίνει κανείς τα «ορφανά» των παλαιών αντιμνημονιακών κινημάτων: ανθρώπους που ιδιώτευσαν απογοητευμένοι ή που, μέσα στην απόγνωσή τους, διολίσθησαν πολιτικά μέχρι και τα όρια της ακροδεξιάς.
Η αλήθεια είναι ότι η Δημοκρατία μας δεν αντέχει άλλο έναν κύκλο πολιτικού κυνισμού όμως δεν αντέχει και άλλες διαψεύσεις ελπίδων. Έχει ζωτική ανάγκη από πολίτες που διατηρούν το δικαίωμα να πιστεύουν και από πολιτικούς που αντιλαμβάνονται ότι η συνέπεια λόγων και έργων είναι ο μόνος τρόπος να κρατηθεί ζωντανό το πολίτευμα.
Η Μαρία Καρυστιανού έκανε ένα νέο ξεκίνημα, και κάθε ξεκίνημα πάντα εμπεριέχει το στοιχείο της Ελπίδας. Το θέμα όμως δεν είναι η ελπίδα, είναι η συνέπεια. Το ζητούμενο είναι η επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών.



