Θυμάμαι αφηγήσεις! Ζωντανές αληθινές από ανθρώπους που τις βίωσαν. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, έλεγαν, οι Μεγάλες Δυνάμεις μας πρόδωσαν.
Είναι με μας, λέγαμε, δεν κινδυνεύομε. Με ποιους θα πάνε; Εμείς είμαστε δύναμη! Είμαστε πολιτισμένοι, είναι μαζί μας οι ξένες δυνάμεις. Με ποιους θα πάνε; Με τους βάρβαρους; Τους απολίτιστους; Τους ξυπόλητους; Τους χαμάληδες; Τους χαχόλους;
Έτσι πίστευαν. Και κοιμόταν ξέγνοιαστοι. Τον ύπνο του ‘Δικαίου’’ γύρω στο 1400 άρχισαν να μαζεύονται Σελτζούκοι Τούρκοι στα παράλια. Το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης οι πιο πολλοί Οθωμανοί στρατιώτες δεν γύρισαν πίσω στις Στέπες. Ξέχασαν και γυναίκες και παιδιά. Και εγκαταστάθηκαν στα ωραία παράλια της Μικράς Ασίας. Έκαναν γυναίκες τους τις παλακίδες που κουβαλούσαν στα στρατόπεδα και τις Σελτζούκες που είχαν από πριν μαζευτεί στα παράλια. Έτσι έκαναν καινούργιες γυναίκες και άλλα παιδιά. Και αυξάνονταν και πληθύνονταν. Και οι Έλληνες κοιμόταν ήσυχοι τον ύπνο του Δικαίου.
Μπορεί κάποιος να φέρεται ανεπιφύλακτα όταν δεν απειλείται. Όταν όμως απειλείται πρέπει να είναι πολύ επιφυλακτικός. Πριν η απειλή γίνει μη αναστρέψιμη. Αυτό συνέβει στην Μικρά Ασία. Τους έδιναν δουλειές χειρωνακτικές, τους έβαζαν στα πλούσια σπίτια τους ως υπηρέτριες, κηπουρούς κ.λ.π. αυτά ήξεραν να κάνουν. Βαστάζοι, κουβαλητές! Και οι Έλληνες ήταν οι πλούσιοι, οι πολιτισμένοι. Οι γυναίκες τους, με τα ωραία ρούχα τους, με τα καπέλα τους, με τα αρώματά τους, με τους χορούς τους, με τις γιορτές τους. Και οι ‘’άλλες’’ φτωχές. Τις είχαν μέσα στα σπίτια τους. με τα κεντήματα, με τα σερβίτσια, με τα έπιπλα, με τα ασημικά. Και αυτές έβλεπαν και μισούσαν!
Μισούσαν θανάσιμα! Το χέρι που τους απλωνόταν. Δεν μπορεί να μας πειράξουν αυτοί οι άνθρωποι, άνθρωποι είναι και αυτοί που είναι δίπλα μας. Έλεγαν οι Έλληνες. Η Φατμέ, ας πούμε έλεγε ένας Έλληνας που σφαγιάσθηκε είναι στο σπίτι μας μέσα. Όταν αρρώστησε ο πατέρας της, στο χωριό, ποιος πλήρωσε τους γιατρούς; Εγώ! Ποιος τάιζε τη γυναίκα του και τα επτά παιδιά του; Εγώ! Γιατί τώρα να μας πειράξει; Και κοιμόταν ήσυχοι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας. Και σφάχτηκαν, όπως τα αρνιά το Πάσχα. Χωρίς καμμιά αντίσταση. Και ο ελληνικός στρατός ‘’έσπασε’’. Ήταν αναμενόμενο στα βάθη της Ασίας που τον πήγαν. Μα οι Έλληνες των παραλιών κοιμόταν ήσυχοι. Χωρίς ένα όπλο, χωρίς ένα μαχαίρι για ν’ αντισταθούν στην εισβολή των βαρβάρων στα σπίτια τους. Στον ευνουχισμό των αγοριών τους μπροστά στα μάτια των γονιών τους. Στον βιασμό των θυγατέρων τους, των γυναικών τους. Στον αποκεφαλισμό των μωρών τους, στο κάψιμο των σπιτιών τους, στην αρπαγή, στη λεηλασία της ζωής τους. Στην σφαγή.
Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη. Έπηξε! Από το αίμα των σφαγιασθέντων Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Τα παλληκάρια, οι νέοι, έπεφταν στην θάλασσα για να γλυτώσουν το μαχαίρι. Κολυμπούσαν μέχρι τα πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων που ήταν με το μέρος μας, έτσι νόμιζαν. Δεν πρόλαβαν να αντιληφθούν ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις την ώρα της σφαγής, αυτήν την ΩΡΑ ήταν με τους Τούρκους. Πάντα οι Μεγάλες Δυνάμεις πάνε με τον νικητή. Όχι, με τον ‘’χαμένο’’. Έτσι έκοβαν τα χέρια των παλληκαριών που προσπαθούσαν ν’ ανέβουν στα ‘’φιλικά’’ πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, να σωθούν. Τους έριχναν από τα πλοία ζεματιστό νερό για να τους εμποδίσουν και έβαζαν την πολιτισμένη Ευρωπαϊκή μουσική στη διαπασών για να μην ακούει το πλήρωμα τις σπαρακτικές κραυγές των Ελλήνων, τους λυπηθεί και τους βοηθήσει ν’ ανέβουν στα πλοία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις!
Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με τις ‘’Μεγάλες Δυνάμεις’’. Αλλάζουν γρήγορα πλευρό.
Αναρωτιέμαι! Μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι την ώρα του θανάτου οι Έλληνες της Μικράς Ασίας παρέμειναν ‘’άκρως’’ πολιτισμένοι.
Μα πως μπορεί ο πολιτισμός να επιβληθεί στην βαρβαρότητα; Οι πολιτισμένοι άνθρωποι είναι άνθρωποι ‘’μαλακωμένοι’’. Σε αντίθεση με τους βάρβαρους που είναι σκληροί. Οι πολιτισμένοι άνθρωποι έχουν αναστολές. Σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου, στις αξίες. Οι βάρβαροι δεν έχουν αναστολές. Ηθικούς φραγμούς, σεβασμό. Μόνο επιβολή, αρπαγή. Πως φέρθηκαν λοιπόν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας πολιτισμένα έως που τους κόπηκε ο λαιμός; Γιατί δεν αντιστάθηκαν; Δεν πάλεψαν, δεν πολέμησαν, δεν έσφαξαν, δεν σκότωσαν, τους χαχόλους που μπήκαν στα σπίτια τους, που τους έσυραν, τους βίασαν, τους ευνούχισαν τα αγόρια τους, που τους έκοψαν τον λαιμό;
Γιατί δεν αντιστάθηκαν; Περίμεναν τον στρατό; Γιατί ήταν απλά πολίτες πολιτισμένοι; Όοοχι! Δεν θα γίνει το ίδιο και εδώ. Στην Ελλάδα του σήμερα που τα σύννεφα τα μαύρα σκοτεινιάζουν τον ουρανό της γαλάζιας μας θάλασσας. Που οι Τούρκοι μας απειλούν ξανά. Δεν θα κοιμόμαστε τον ύπνο του ‘’Δικαίου’’. Όσο και αν μας κοιμίζουν οι κυβερνήτες, μας. Τα όπλα απαγορεύονται να τα έχομε στα σπίτια μας. Για να μην τα στρέφομε μεταξύ μας. Καλώς! Για μεταξύ μας! Και πάλι αναρωτιόμαστε:
‘’Γιατί δεν αντιστάθηκαν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας; Το θεωρούσαν μη νόμιμο;’’
Εε κάτσανε σα τα αρνιά και τους σφάξανε.
Όοοχι! Δεν θα γίνει το ίδιο και εδώ. Δεν θα κοιμόμαστε τον ύπνο του ‘’Δικαίου’’. Γιατί όποιος ξεχνά το παρελθόν χάνει το παρόν και το μέλλον.
Και πάλι αναρωτιόμαστε: Τι θα γίνει με τις καθημερινές αφίξεις των ‘’ικετών’’; Τα πρώτα χρόνια, ήταν λίγοι. Εμείς δεν απειλούμεθα από κανέναν τότε. Μπορούσαμε να είμαστε φιλάνθρωποι. Να τους μαγειρεύομε φαγητό να τους δίνομε ρούχα να πηγαίνομε σε συλλαλητήρια για να μην τους απελάσουν. Τους θεωρούσαμε διωκόμενους, πολιτικούς πρόσφυγες, ανθρώπους που είχαν ανάγκη και είμασταν αλληλέγγυοι. Τώρα όμως έρχονται πολλοί, πολλοί, πολλοί, τι θα γίνει; Θα γίνουν πιο πολλοί από μας!
Αναρωτιόμαστε: ‘’Δεν έχουν βλέμμα ικέτη, δεν φαίνονται ταλαιπωρημένοι, διωκόμενοι, τρομαγμένοι. Δεν είναι διαφορετικές ηλικίες αναμεμειγμένοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Είναι όλοι τους νέοι. Από 18 περίπου έως 35 χρονών. Εύρωστοι, όχι ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι. Είναι σαν επίλεκτος στρατός. Σε ηλικία στρατευσίμων. Δίνουν έναν πήδο από την βάρκα και βρίσκονται στη στεριά χωρίς να πέσουν, όρθιοι!
Δεν τους βλέπετε; Είναι γυμνασμένοι. Δεν τους βλέπετε; Δεν βλέπετε το βλέμμα τους; Έχουν βλέμμα τρομαγμένο ταλαιπωρημένο. Βλέμμα ικέτη που ζητά άσυλο στην χώρα μας; Όχι! Έχουν βλέμμα σκληρό. Μπορούμε ακόμα να ήμαστε ανεπιφύλαχτα γενναιόδωροι; Μπορεί μια χώρα και ο λαός της να φέρονται ανεπιφύλακτα μόνο όταν δεν απειλούνται. Γιατί διαφορετικά γίνονται: ‘’Πρόβατα προς σφαγή’’. Αναρωτιόμαστε…
Ελένη Ζαφειρίου



