Παρακολουθώντας τις ειδήσεις για την κατακόρυφη αύξηση των επιθέσεων εις βάρος Χριστιανών στο Ισραήλ με θρησκευτικά κίνητρα, καθώς και την άρνηση της ισραηλινής κυβέρνησης να λάβει τα απαραίτητα μέτρα εναντίον των δραστών, αναπόφευκτα γεννιέται ένα θεμελιώδες ερώτημα: Τι θα είχε συμβεί στην Ελλάδα, ή σε οποιαδήποτε άλλη δυτική χώρα, αν καταγραφόταν μια αντίστοιχη, οργανωμένη εκστρατεία επιθέσεων εναντίον Εβραίων από Χριστιανούς ή οποιαδήποτε άλλη ομάδα;
Προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, τέτοιου είδους πράξεις δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεκτές. Ορθώς, όταν σημειώνονται, οι πολίτες και πρωτίστως οι κυβερνήσεις οφείλουν να τις καταδικάζουν απερίφραστα, διασφαλίζοντας ότι οι υπαίτιοι θα αντιμετωπίζουν τις αυστηρότατες συνέπειες του νόμου.
Η αντίθεση μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ
Στην Ελλάδα, ευτυχώς, αυτού του τύπου οι επιθέσεις παραμένουν σπάνιες και, όποτε συμβαίνουν, απομονώνονται και καταδικάζονται ομόθυμα από το σύνολο της κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου. Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση του Ισραήλ. Εκεί, ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζει, αλλά αντίθετα επικροτεί τέτοιου είδους ενέργειες, οι οποίες στρέφονται πλέον όχι μόνο κατά των Μουσουλμάνων, αλλά και κατά των Χριστιανών.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στις εμπόλεμες ζώνες του Λιβάνου ή της Λωρίδας της Γάζας. Από τις περιοχές αυτές έρχονται κατά καιρούς στο φως της δημοσιότητας σκληρά βίντεο, στα οποία στρατιώτες των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων (IDF) επιδεικνύουν πλήρη ασέβεια απέναντι σε χριστιανικά μνημεία και θρησκευτικά σύμβολα. Το πρόβλημα, ωστόσο, έχει μεταφερθεί πλέον και στον σκληρό πυρήνα του κράτους, στην ίδια την Ιερουσαλήμ, όπου οι βίαιες συμπεριφορές εναντίον των Χριστιανών παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση.
Η σιωπή των πολιτών και η κυβερνητική ανοχή
Οι αναφορές είναι συγκεκριμένες και καθημερινές: ιερείς και μοναχές γίνονται στόχοι λεκτικών και σωματικών επιθέσεων, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που δέχονται προπηλακισμούς και φτυσίματα στους δρόμους της πόλης. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η αντίδραση του περιβάλλοντος.
Οι περαστικοί πολίτες που γίνονται μάρτυρες αυτών των σκηνών επιλέγουν την απάθεια, ενώ η κυβέρνηση του Ισραήλ απέχει από οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση. Όχι μόνο απέχει, αλλά ο κατ’ εξοχής αρμόδιος, ο Υπουργός Ασφαλείας συμμετέχει σε πορείες εξτρεμιστών στην Ιερουσαλήμ.
Στην πραγματικότητα, η στάση της εκτελεστικής εξουσίας ξεπερνά τα όρια της απλής αδράνειας και αγγίζει τα όρια της έμμεσης επικρότησης.
Γιατί θα πρέπει η αντιμετώπιση του Ισραήλ να είναι διαφορετική;
Αν μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση, ή ειδικότερα η ελληνική, επεδείκνυε μια ανάλογη στάση ανοχής και έμμεσης ενθάρρυνσης απέναντι σε βίαιες ενέργειες εις βάρος πολιτών λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, οι χαρακτηρισμοί θα ήταν άμεσοι και αμείλικτοι. Θα γινόταν λόγος για μια κυβέρνηση μισαλλόδοξη, με ακραία φασιστικά χαρακτηριστικά.
Το ερώτημα που παραμένει, λοιπόν, είναι γιατί απέναντι στην περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης του Ισραήλ, η διεθνής κοινότητα και ο δημόσιος λόγος διστάζουν να χρησιμοποιήσουν την ίδια ακριβώς ορολογία, εφαρμόζοντας μια πολιτική επιλεκτικής ευαισθησίας.



