Στην 85η επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης, η διεθνής κοινότητα στρέφει ξανά το βλέμμα της στις εκκρεμότητες της ελληνικής πολιτείας απέναντι στην ιστορική μνήμη. Εκτεταμένο δημοσίευμα της “Australian”, της μεγαλύτερης εφημερίδας της Αυστραλίας, αναδεικνύει την πολυετή καθυστέρηση και το καθεστώς εγκατάλειψης που χαρακτηρίζει το μνημειακό συγκρότημα στον Γαλατά Χανίων.
Παρά τις προσπάθειες ηλικιωμένων επιζώντων και βετεράνων να τιμηθεί η θυσία των Κρητικών και των περισσότερων από 10.000 Αυστραλών και Νεοζηλανδών στρατιωτών που επιχείρησαν να αναχαιτίσουν τη γερμανική εισβολή το 1941, το επίσημο κρατικό εγχείρημα παραμένει ένας ημιτελής τσιμεντένιος σκελετός. Η κατάσταση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις για τη γραφειοκρατική αδράνεια και τη διαχείριση της συλλογικής μνήμης των Συμμάχων.
Η ιστορική παρακαταθήκη και η σημερινή εικόνα της απαξίωσης
Το δημοσίευμα της αυστραλιανής εφημερίδας υπογραμμίζει τη βαθιά σύνδεση μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων και του τοπικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την παράδοση των Συμμάχων την 1η Ιουνίου 1941, οι Κρητικοί προστάτευσαν και συνεργάστηκαν στενά με περίπου 1.000 Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς «αποκομμένους» στρατιώτες, οι οποίοι έχασαν την εκκένωση κατά τη διάρκεια της υποχώρησης.
Μαζί πραγματοποίησαν επιχειρήσεις δολιοφθοράς (σαμποτάζ) εναντίον των κατακτητών για πάνω από τρία χρόνια. Η προσπάθεια αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, τέσσερα αυστραλιανά τάγματα –τα 2/7ο, 2/8ο, 2/1ο και 2/11ο– τα οποία σαρώθηκαν από τη γερμανική επίθεση τον Μάιο του 1941.
Διαβάστε το δημοσίευμα:

Οι επιζώντες αναλαμβάνουν τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία για τους ήρωες της Μάχης της Κρήτης
Ηλικιωμένοι επιζώντες της Μάχης της Κρήτης, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 10.000 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες, συνεχίζουν να απογοητεύονται στις προσπάθειές τους να τιμήσουν τη μνήμη των ξένων και των Κρητικών που προσπάθησαν γενναία να αποτρέψουν τη γερμανική εισβολή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η επί δεκαετίες προσπάθειά τους να κατασκευαστεί στο νησί από την ελληνική κυβέρνηση ένα μνημείο αφιερωμένο στους Συμμάχους, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων αυστραλιανών ταγμάτων –των 2/7ου, 2/8ου, 2/1ου και 2/11ου– τα οποία σαρώθηκαν από τη γερμανική επίθεση τον Μάιο του 1941, παραμένει ανεκπλήρωτη.
Μετά την παράδοση των Συμμάχων την 1η Ιουνίου, οι Κρητικοί προστάτευσαν και συνεργάστηκαν στενά με περίπου 1.000 Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς «αποκομμένους» στρατιώτες που έχασαν την εκκένωση κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, και μαζί πραγματοποίησαν επιχειρήσεις δολιοφθοράς (σαμποτάζ) εναντίον των κατακτητών για πάνω από τρία χρόνια.
Στην 85η επέτειο της Μάχης της Κρήτης, το μνημείο που ξεκίνησαν οι ελληνικές αρχές παραμένει ημιτελές. Ο χώρος είναι καλυμμένος με ψηλά αγριόχορτα και περιλαμβάνει μια παλιά, παραμορφωμένη πινακίδα που ισχυρίζεται ότι θα κατασκευαστεί με κόστος 1,355 εκατ. ευρώ.
Δίπλα του στέκει ο τσιμεντένιος σκελετός ενός ημιτελούς κτιρίου, περιτριγυρισμένος από σκουπίδια και σπασμένες τιμητικές πλακέτες.
Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, λίγοι άνθρωποι εξακολουθούν να μάχονται για να τιμήσουν όσους πολέμησαν στη μάχη. Μεταξύ αυτών είναι ο 95χρονος αντιναύαρχος εν αποστρατεία Κωνσταντίνος Μανιουδάκης, ο οραματιστής πίσω από το συγκρότημα του μνημείου, και η 95χρονη Ιωάννα Κανταράκη, επιζήσασα της σφαγής της Κανδάνου.
Οι Γερμανοί, εξοργισμένοι από το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι είχαν αρχικά κάποια επιτυχία έναντι της προέλασης των αλεξιπτωτιστών τους, ισοπέδωσαν την Κάνδανο και εκτέλεσαν 180 χωρικούς στις 3 Ιουνίου 1941. Οι Ναζί στη συνέχεια έστησαν μια πινακίδα που έγραφε: «Εδώ υπήρχε η Κάνδανος».
Η κ. Κανταράκη, γεννημένη το 1931, ήταν μία από τους ελάχιστους επιζώντες της φρίκης.
«Δεν παρακαλάμε· απαιτούμε η μνήμη αυτών των φρικτών γεγονότων να μην σβήσει», δήλωσε η κ. Κανταράκη, εμφανώς συγκινημένη, καθώς περπατούσε ανάμεσα στα ερείπια του εγκαταλελειμμένου μνημείου την περασμένη εβδομάδα.
«Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι λυπηρό· είναι κρίμα και ντροπή για την Κρήτη. Είναι ντροπή για εκείνους που σκότωσαν οι Γερμανοί – τους ανήμπορους, τις γυναίκες, τις εγκύους, τα μικρά παιδιά, τους αθώους ανθρώπους, εκείνους που αντιστάθηκαν… Δεν έχεις ένα μέρος να προσευχηθείς, να δείξεις την αγάπη και τη συμπόνια σου ή να διδάξεις τις επόμενες γενιές, ώστε να μην ζήσουμε ποτέ ξανά τέτοια φρίκη».
«Ξέχασαν τόσο γρήγορα; Σβήστηκαν εντελώς οι μνήμες;… Θέλουμe να χτιστεί ένα σωστό μνημείο, να αναγραφούν τα ονόματα όλων όσων χάθηκαν, και να χτιστεί ακριβώς εδώ. Εδώ έπεσαν οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές. Εδώ έγιναν οι πιο σκληρές μάχες. Έπεσαν Έλληνες, έπεσαν Σύμμαχοι, ντόπιοι, παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένοι».
Ο κ. Μανιουδάκης υπηρετούσε στις Βρυξέλλες του Βελγίου πριν από περίπου 50 χρόνια, όπου είδε το μνημείο και το μουσείο που είναι αφιερωμένα στη Μάχη του Βατερλώ, γεγονός που πυροδότησε την πεποίθησή του ότι θα έπρεπε να ανεγερθεί ένας παρόμοιος φόρος τιμής για τη μνήμη της Μάχης της Κρήτης.
Έτσι ξεκίνησε μια ισόβια προσπάθεια, μαζί με αρχές, περιφερειακούς φορείς και βετεράνους από την Κρήτη, την Αγγλία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
Ένας αρχικός χώρος βρέθηκε στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, αλλά οι κάτοικοι του Γαλατά, από όπου ξεκίνησε η Μάχη της Κρήτης, πίεσαν για να χτιστεί στην περιοχή τους. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 21 Μαΐου 1991, για την 50ή επέτειο της μάχης, από τον πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη –τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη– σε μια τελετή στην οποία παρευρέθηκαν ο τότε καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Κολ (Helmut Kohl), ο Δούκας του Κεντ και προσωπικότητες από τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και την Ελλάδα.
Το αρχιτεκτονικό γραφείο του Αλέξανδρου Τομπάζη οραματίστηκε εκθεσιακούς χώρους, συνεδριακό κέντρο, εργαστήρια συντήρησης και έναν υπαίθριο εκθεσιακό χώρο.
Με μια αρχική χρηματοδότηση ύψους 1,76 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκε το 2004, ολοκληρεύθηκε ο τσιμεντένιος σκελετός του κτιρίου. Όμως τα κονδύλια για περαιτέρω εργασίες ολοκλήρωσης του έργου στέρεψαν. Το 2008, ο τότε υπουργός Εσωτερικών της Ελλάδας και μετέπειτα πρόεδρος, Προκόπης Παυλόπουλος, δήλωσε:
«Η πολιτεία θα ολοκληρώσει το έργο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, το οποίο θα κοστίσει πάνω από 5 εκατ. ευρώ. Αλλά ακόμα και αυτό είναι λίγο μπροστά σε αυτό που συμβολίζει».
Ωστόσο, αυτή η πρόσθετη χρηματοδότηση δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Σήμερα, καθώς το ημιτελές μνημείο στέκει εγκαταλειμμένο, οι βετεράνοι και οι επιζώντες της εποχής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου λιγοστεύουν. Οι πολιτικοί σιωπούν. Σύντομα, οι τελευταίοι επιζώντες θα χαθούν εντελώς.
«Σιδά-σιγά, οι τελευταίοι άνθρωποι με ζωντανές αναμνήσεις από εκείνη την εποχή θα φύγουν από τη ζωή. Τι άλλο να πούμε; Είναι κρίμα», δήλωσε ο κ. Μανιουδάκης. «Από τη μία πλευρά, δεν θέλω να επικρίνω τη χώρα μου στους Βρετανούς, τους Αυστραλούς και τους Συμμάχους, αλλά από την άλλη, δεν μπορείς να μένεις σιωπηλός».
Οι πλακέτες που είχαν τοποθετηθεί από διάφορες συμμαχικές χώρες με την πάροδο των ετών έχουν βανδαλιστεί και ο περιβάλλων χώρος είναι εντελώς παραμελημένος.
«Είχαν τοποθετηθεί τιμητικές επιγραφές από τους Συμμάχους για τα γενναία αγόρια τους – εκείνα τα αγόρια που ήρθαν από τις μακρινές πατρίδες τους για να δώσουν τη ζωή τους για τη δική μας ελευθερία», δήλωσε ο κ. Μανιουδάκης. «Τώρα, τα έχουν βανδαλίσει όλα».
Ο Αριστομένης Συγγελάκης, Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, πιστεύει ότι η εγκατάλειψη του μνημειακού συγκροτήματος στέλνει το μήνυμα ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν τιμά την αντίσταση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη θυσία των Ελλήνων και των Συμμάχων στρατιωτών που πολέμησαν ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα.
Ο ίδιος δήλωσε ότι αυτό «αφήνει περιθώρια για την αναθεωρητική επανασυγγραφή της ιστορίας» και πρόσθεσε:
«το έργο πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Αυτό είναι το ιστορικό μας χρέος απέναντι στη Μάχη της Κρήτης».
Ο κ. Μανιουδάκης πιστεύει ότι το έργο θα μπορούσε να είχε ολοκληρωθεί εάν είχαν γίνει διαβουλεύσεις με την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Βρετανία.
«Είχαμε κανονίσει τότε να χρηματοδοτηθεί το έργο από κοινού και από τους Συμμάχους, καθώς φέρει ξεκάθαρα διασυμμαχικό χαρακτήρα», είπε. «Είναι μοναδικό στο να έχει ένα τέτοιο καθεστώς. Αλλά από εγωισμό, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε εγωιστικά: “Θα το κάνουμε μόνοι μας”. Και κοιτάξτε πού καταλήξαμε τώρα… μείναμε χωρίς ένα μέρος για να τιμούμε τους νεκρούς».



