Το τελευταίο διάστημα η εφημερίδα μας γίνεται αποδέκτης όλο και περισσότερων παραπόνων από πολίτες σχετικά με την καταιγίδα προστίμων που επιβάλλει η Τροχαία στα Χανιά. Αναμφίβολα, η μείωση του αριθμού των νεκρών από τροχαία πέρυσι αποτελεί μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη. Ωστόσο, κατά την εφαρμογή του νόμου, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της και την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα.
Αυτή τη στιγμή, το βάρος της τήρησης του νόμου πέφτει αποκλειστικά στις πλάτες των πολιτών, την ώρα που το ίδιο το κράτος αδυνατεί να εξασφαλίσει τις βασικές υποδομές ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται να παρανομήσει.
Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες και η εμπορική κίνηση παραμένουν εγκλωβισμένες στο κέντρο της πόλης.
Όταν αποδεδειγμένα δεν υπάρχουν επαρκείς χώροι πάρκινγκ, η στάση «μηδενικής ανοχής» και το αλόγιστο «κόψιμο» κλήσεων από την αστυνομία στερείται κοινωνικής λογικής.
Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι αναφορές που καταγγέλλουν διπλά σταθμά στην αντιμετώπιση των οδηγών.
Οι αρχές εμφανίζονται εξαιρετικά σκληρές και αμετακίνητες με τους Χανιώτες, τιμωρώντας ακόμη και την πιο μικρή παράβαση με βαριά πρόστιμα ή αφαίρεση διπλώματος.
Αντίθετα, καταγράφεται μια αδικαιολόγητη ελαστικότητα απέναντι σε επικίνδυνες τροχονομικές παραβάσεις τουριστών που επισκέπτονται την περιοχή.
Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ο πληθυσμός του νομού διπλασιάζεται ή τριπλασιάζεται, προκαλώντας κυκλοφοριακό χάος και αδυναμία εύρεσης στάθμευσης. Αυτή η εμφανής ανισότητα στην επιβολή του νόμου έχει εξοργίσει μια μεγάλη μερίδα Χανιωτών, οι οποίοι αισθάνονται πλέον «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» στον ίδιο τους τον τόπο.
Προφανώς, η ευθύνη δεν βαρύνει τον απλό αστυνομικό του δρόμου, ο οποίος εφαρμόζει εντολές. Όμως, οι αντοχές της κοινωνίας έχουν όρια.
Σε μια περίοδο έντονων οικονομικών προβλημάτων, τα εξοντωτικά πρόστιμα οδηγούν τους πολίτες στο συμπέρασμα ότι κίνητρο αυτής της μανίας με τις κλήσεις δεν είναι η οδική ασφάλεια, αλλά η άντληση εσόδων για τα κρατικά ταμεία — και μάλιστα από μια κοινωνία που ήδη αιμορραγεί πληρώνοντας κάθε λογής φόρους.
Με απλά λόγια, η «μηδενική ανοχή» μοιάζει στα μάτια των πολιτών με ποινικοποίηση της ίδιας της καθημερινής τους παρουσίας στην πόλη, η οποία —μέσω των παραβάσεων— μετατρέπεται σε μια ακόμη κερδοφόρα κρατική επιχείρηση.



