Κι ήρθαμε… άξαφνα…
χωρίς αποσκευές και διαβατήρια.
Δεν ήρθαμε ταξιδευτές για να ξεχάσουμε καημούς
Δεν είμαστε ούτε ζητιάνοι ούτε γυριστάδες
Ήρθαμε από τη γη του Ομήρου και του Ηρόδοτου
Ήρθαμε εμείς οι μαθητές των Αποστόλων
Οι πιστοί της επτάφωτης λυχνίας της αποκαλύψεως
Τα στερνοπαίδια των Κομνηνών και των Παλαιολόγων
Είμαστε… Ιδέτε. Δε μας γνωρίζετε;
Είμαστε οι πρόσφυγες… οι πρόσφυγες…
Φωτιά… σφαγή… ξερίζωμα!
Ήρθαμε τα απομεινάρια της δόξας και των θρύλων
Ήρθαμε πρόσφυγες γιομάτοι μνήμες
Είμαστε αμέτρητοι. Και δεν είμαστε μόνο εμείς.
Είναι μαζί μας κι οι αδικοσκοτωμένοι
Οι υβρισμένοι
Κείτονται στους δρόμους του Αϊβαλιού
Και στις σπηλιές του Πόντου
Στ’ ανθισμένα σοκάκια της Σμύρνης
Κλαίνε
Στα μπουντρούμια και στα χαρέμια των μπέηδων
Τους φέρνουμε όλους στις πληγωμένες μας καρδιές
Ζητάμε και γι’ αυτούς μερίδιο στην τραγική
Μνήμη του έθνους
Τον Σεπτέμβρη του 1922, αυτή την μαύρη χρονιά, την μισερή χρονιά την καταραμένη χρονιά, ξεριζώθηκε βίαια ένας πολιτισμός, 3.000 χρόνων. Οι Έλληνες της Ιωνίας, της γαλάζιας μας πατρίδας, των γαλάζιων μας παραλίων, του δικού μας πολιτισμού, της Εφέσσου, της Μιλλήτου, της Περγάμου, της Σμύρνης, της ωραίας Σμύρνης της κοσμοπολίτισσας Σμύρνης, της ‘’προοδευτικής’’ Σμύρνης, της Σμύρνης της ανοιχτής στην πολυπολιτισμικότητα, σφαγιάστηκε από μια μειονότητα, σφαγιάσθηκε άγρια από μια μειονότητα, που πρωτοεγκαταστάθηκε εκεί λίγο πριν την άλωση της Κων/πολης και μετά.
Γύρω στα 1400 + χ ξεκίνησε η εποίκιση των Τούρκων στα παράλια της γαλάζιας μας πατρίδας της αλησμόνητης, της αξέχαστης που πονάει ακόμα. Που αντηχούν οι αφηγήσεις των προγόνων μας, για την σφαγή από αυτούς που έβαζαν στα σπίτια τους. Που τους έδιναν δουλειές, που συνυπήρχαν, που τους βοηθούσαν στην φτώχεια τους, που τους έστελναν τους γιατρούς συγγενείς τους και τους γιάτρεβαν. Και όμως αυτοί, οι ίδιοι, οι ευεργετηθέντες, όχι μόνο οι άγνωστοι Τσέτες, αλλά και αυτοί οι ίδιοι οι ‘’φίλοι’’ τους οι Τούρκοι, οι καλοί, οι αθώοι, οι φτωχοί, αυτοί, άρπαζαν τους έφηβους γυιούς των ευεργετών τους, τους βίαζαν και έπειτα έβαζαν τα κεφαλάκια τους πάνω στο κούτσουρο που έσφαζαν τα αρνιά και με το τσεκούρι τους έκοβαν το κεφάλι.
Αφηγήσεις, αφηγήσεις, αφηγήσεις!
Τρομακτικές, συγκλονιστικές, αληθινές!
Η θάλασσα της Σμύρνης έπηξε!
Έγινε κόκκινη, πηχτή από το αίμα των σφαγιασθέντων αθώων Ελλήνων.
Τα πλοία των Συμμάχων, των Μεγάλων Δυνάμεων, αυτών που τόσο εμπιστευόταν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έπαιζαν Ευρωπαϊκή μουσική στην διαπασών για να καλύπτονται οι κραυγές των Ελλήνων. Οι ικεσίες όσων έφταναν στα πλοία και σκαρφάλωναν πάνω. Να μην τους λυπάται το πλήρωμα και τους βοηθήσει ν’ ανέβουν πάνω. Τους έκοβαν τα χέρια, τους έριχναν καυτό νερό γιατί τώρα οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι Σύμμαχοι μας οι προστάτες μας, οι φίλοι μας ήταν με τους νικητές. Ήταν με τους Τούρκους!
Θα ξεκινήσομε το αφιέρωμα με αποσπάσματα από βιβλία που έγραψαν οι ίδιοι οι ξεριζωμένοι. Που κατάφεραν να σωθούν και να γράψουν την αλήθεια!
Αυτή που βίωσαν την φρίκη! Χωρίς σκοπιμότητες. Χωρίς πολιτικές υποδείξεις.
‘’Ταξιδεύουν στην Ιωνία τα όνειρά μας’’ της Ελευθερίας Μπαντουράκη – Μπολέτη. Θα γράψομε αποσπάσματα απ’ το βιβλίο της και θα συνεχίσομε με το βιβλίο της Αγγέλας Παπάζογλου ‘’Τα χαΐρια μας εδώ’’ και με το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου ‘’Οι νεκροί περιμένουν’’
Άννα Κωνσταντουδάκη Αγγελάκη
Συνεχίζεται…



