Σε μια έντονα φορτισμένη συζήτηση στην ιστορική αίθουσα του Oxford Union, ο διακεκριμένος Ισραηλινός ιστορικός Ιλάν Παπέ (Ilan Pappé) τάχθηκε απερίφραστα κατά της πρότασης ότι το Ισραήλ επιδίωξε ποτέ ειλικρινά την ειρήνη με τους Παλαιστινίους, αποδομώντας εκ θεμελίων τα ιστορικά και ιδεολογικά θεμέλια του κράτους.
Κατά την ομιλία του, ο κ. Παπέ παρουσίασε τον σιωνισμό ως ένα κατεξοχήν αποικιοκρατικό εγχείρημα ευρωπαϊκού τύπου, το οποίο γεννήθηκε και εδραιώθηκε μέσω του καταναγκασμού, της βίας και της καθοριστικής στήριξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Επικαλούμενος εκθέσεις διεθνών και ισραηλινών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χαρακτήρισε το σύγχρονο Ισραήλ κράτος απαρτχάιντ, υποστηρίζοντας ότι οι δημοκρατικές επιδιώξεις των αυτοχθόνων Παλαιστινίων συνετρίβησαν συστηματικά μέσω της εθνοκάθαρσης του 1948 (Νάκμπα).
Καλώντας το φοιτητικό ακροατήριο να απορρίψει τη συνενοχή και να σταθεί στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», ο ιστορικός έθεσε το ζήτημα ως κορυφαία ηθική επιλογή απέναντι σε ένα πολιτικό καθεστώς που, όπως υποστήριξε, απειλεί τη διεθνή έννομη τάξη και τη σταθερότητα ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Η ένταση στο βήμα, η ιστορική συνύπαρξη στον αραβικό κόσμο και οι έξι εκατομμύρια πρόσφυγες
Η παρέμβαση του Ιλάν Παπέ σημαδεύτηκε από έντονες λεκτικές αντιπαραθέσεις και διαδικαστικές ενστάσεις (points of order) από υποστηρικτές της αντίπαλης πλευράς, τους οποίους ο ομιλητής κάλεσε σε αυστηρό τόνο να μην διακόπτουν τη ροή των επιχειρημάτων του. Ανοίγοντας την ομιλία του με καυστικό σχολιασμό για τον έλεγχο των υδάτινων πόρων στη Δυτική Όχθη, ο ιστορικός στράφηκε στην ιστορική διαδρομή των εβραϊκών κοινοτήτων πριν από την έλευση του πολιτικού σιωνισμού:
«Οι Εβραίοι στον αραβικό κόσμο, σε καμία δύσκολη στιγμή της ιστορίας τους πριν από την έλευση του σιωνισμού, δεν σκέφτηκαν ποτέ ότι η λύση σε οποιαδήποτε δυσκολία αντιμετώπιζαν θα ήταν η ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη σε βάρος των Παλαιστινίων. Όταν εμφανίστηκε ο σιωνισμός, τότε οι σχέσεις επιδεινώθηκαν μεταξύ των εβραϊκών κοινοτήτων και των μουσουλμανικών και χριστιανικών κοινοτήτων στον αραβικό κόσμο. Ο σιωνισμός δεν ήταν μόνο μια καταστροφή για τους Παλαιστινίους· ήταν μια καταστροφή για τον αραβικό κόσμο και ήταν καταστροφή για τους Άραβες Εβραίους που ζούσαν στον αραβικό κόσμο».
Περνώντας στο κεντρικό διακύβευμα της ψηφοφορίας, ο κ. Παπέ υπογράμμισε ότι το ερώτημα δεν έγκειται απλώς στο αν το Ισραήλ επιθυμεί ή όχι την ειρήνη, αλλά στο τι πραγματικά επιδιώκει ως κράτος σήμερα. Παρέθεσε τη δραματική ανθρωπιστική πραγματικότητα, αναφέροντας ότι εξαιτίας των πολιτικών του Ισραήλ υπάρχουν σήμερα έξι εκατομμύρια πρόσφυγες —δύο εκατομμύρια στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, ένα εκατομμύριο στον Λίβανο και τρία εκατομμύρια στην ευρύτερη περιοχή του Αμμάν:
«Είναι αυτού του είδους το κράτος για το οποίο πρέπει να συζητάμε αν θέλει ειρήνη, ή μήπως πρόκειται για ένα κράτος που θέλει να καταστρέφει, να κατέχει, να εκτοπίζει; Δεν είναι αυτό ένα κράτος που θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο τη ζωή των Παλαιστινίων και των Λιβανέζων στον νότο; Θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και ακόμη παραπέρα. Είναι πλέον ένα κράτος που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το διεθνές σύστημα δικαιοσύνης και τάξης».
Το σύγχρονο καθεστώς απαρτχάιντ και η διεθνής κοινωνική αφύπνιση
Στη συνέχεια, ο Ισραηλινός ιστορικός συνέδεσε την πολιτική του Τελ Αβίβ με το θεσμικό πλαίσιο του απαρτχάιντ, επικαλούμενος τα επίσημα πορίσματα διεθνών οργανώσεων:
«Ψηφίζετε για την πρόταση που υποκρύπτεται μέσα σε αυτή την ιδέα: ότι το Ισραήλ είναι ένα κράτος απαρτχάιντ, ακριβώς όπως υποστηρίζεται από το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch), τη Διεθνή Αμνηστία (Amnesty International) και την ισραηλινή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων B’Tselem. Μπορείτε να φανταστείτε ένα ντιμπέιτ στο Oxford Union στην ακμή του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, με μια ομάδα επευφημίας να υποστηρίζει και να ψηφίζει υπέρ του απαρτχάιντ; Σίγουρα έχετε αρκετό ίχνος αξιοπρέπειας μέσα σας για να ψηφίσετε ενάντια στο σημερινό Ισραήλ».
Αναφερόμενος στις μαζικές διαδηλώσεις αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως η συγκέντρωση ενός εκατομμυρίου νέων στη Ρώμη και οι αντίστοιχες διαδηλώσεις στο Λονδίνο, απέρριψε κατηγορηματικά τις κατηγορίες περί αντισημιτισμού, τονίζοντας ότι πολλοί από τους διαδηλωτές είναι οι ίδιοι Εβραίοι που αντιλαμβάνονται την αδικία και μάχονται εναντίον της, απορρίπτοντας την αδιαφορία ή τη συνενοχή των κυβερνήσεών τους.
Οι αποικιοκρατικές ρίζες: Από τον Τέοντορ Χερτσλ και τον Σέσιλ Ρόουντς στις «βρετανικές λόγχες»
Αναλύοντας τη γένεση του σιωνιστικού κινήματος, ο κ. Παπέ ανέδειξε τα ιστορικά τεκμήρια που αποδεικνύουν, κατά την κρίση του, την αποικιακή φύση του εγχειρήματος:
«Το γεγονός ότι ο σιωνισμός ξεκίνησε ως αποικιοκρατικό σχέδιο είναι η ουσία του ζητήματος. Όταν ο Τέοντορ Χερτσλ (Theodor Herzl) γυρνούσε τον κόσμο προσπαθώντας να στρατολογήσει υποστήριξη για το σιωνιστικό σχέδιο, έγραψε στον Σέσιλ Ρόουντς (Cecil Rhodes), έναν από τους μεγαλύτερους Βρετανούς αποικιοκράτες που δημιούργησε τη Ροδεσία: “Θέλω να σας κινήσω το ενδιαφέρον για ένα άλλο αποικιοκρατικό σχέδιο, δηλαδή τον αποικισμό της Παλαιστίνης”».
Όπως υπενθύμισε, στο 4ο Σιωνιστικό Συνέδριο στο Λονδίνο το 1900, οι σύνεδροι εξέθεταν με υπερηφάνεια προϊόντα από τις αποκαλούμενες τότε «σιωνιστικές αποικίες στην Παλαιστίνη», καθώς εκείνη την εποχή η αποικιοκρατία δεν αποτελούσε επιλήψιμη έννοια. Όταν όμως η αποικιοκρατία κατέστη προβληματική επικοινωνιακά, το αφήγημα μεταβλήθηκε σε κίνημα εθνικής απελευθέρωσης και επιστροφής στην προγονική εστία.
Εντούτοις, σύμφωνα με τον ιστορικό, οι πρώτοι σιωνιστές γνώριζαν ότι η εγκαθίδρυση και διατήρηση ενός ευρωπαϊκού εβραϊκού κράτους στην καρδιά του αραβικού κόσμου απαιτούσε εξαναγκασμό και βία, προκαλώντας την αναπόφευκτη αντίσταση του αυτόχθονος πληθυσμού. Παρότι αναγνώρισε ότι οι Εβραίοι υπέστησαν διώξεις, αντισημιτισμό και γενοκτονία στην Ευρώπη, έθεσε το ερώτημα:
«Ήταν άραγε λύση να εγκατασταθεί στην καρδιά του αραβικού κόσμου, στην καρδιά του μουσουλμανικού κόσμου, ένα ευρωπαϊκό εβραϊκό κράτος πάνω στις λόγχες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;»
Η σύνθλιψη της αυτοδιάθεσης και το παράδοξο του «φιλελεύθερου σιωνισμού»
Στο καταληκτικό μέρος της ιστορικής του αποδόμησης, ο Ιλάν Παπέ εστίασε στη διάψευση των προσδοκιών για δημοκρατία και αυτοδιάθεση, δύο αρχές τις οποίες η Δύση διακήρυττε ότι εξήγαγε στη Μέση Ανατολή μετά την κατάρρευση των 400 ετών οθωμανικής κυριαρχίας. Παρότι η Βρετανία και η Γαλλία είχαν υποσχεθεί τον Νοέμβριο του 1918 τον σεβασμό της αυτοδιάθεσης σε πέντε λαούς της περιοχής, μεταξύ των οποίων και οι Παλαιστίνιοι, η βρετανική εντολή επέτρεψε την καταστροφή κάθε παλαιστινιακής δημοκρατικής διεκδίκησης.
Αναλύοντας τον μηχανισμό ίδρυσης του ισραηλινού κράτους το 1948, ο κ. Παπέ ανέδειξε τη δομική αντίφαση του αποκαλούμενου «φιλελεύθερου σιωνισμού»:
«Αν χτίζεις ένα κράτος το 1948 και θέλεις να είναι ταυτόχρονα εβραϊκό και δημοκρατικό, τι κάνεις αν η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν είναι Εβραίοι; Μειώνεις το εκλογικό σώμα προχωρώντας στην εθνοκάθαρσή τους το 1948. Έτσι, πηγαίνεις στις πρώτες εκλογές του 1949 γνωρίζοντας ότι δεν έχεις να φοβηθείς την αντίφαση ανάμεσα στην ιδέα της δημοκρατίας και στην πραγματικότητα της δημογραφίας. Αυτή είναι όλη η φύση αυτού που ονομάζουμε “φιλελεύθερο σιωνισμό”: η ψευδαίσθηση ότι μπορείς κατά κάποιο τρόπο να συμφιλιώσεις ένα εθνοτικό ρατσιστικό κράτος και ταυτόχρονα να παραμένεις πιστός σε παγκόσμιες αξίες όπως η δημοκρατία, ο σοσιαλισμός ή ο φιλελευθερισμός».
Το ηθικό πρόταγμα απέναντι στην ιστορία
Κλείνοντας την αγόρευσή του, ο Ισραηλινός ιστορικός κάλεσε τους φοιτητές και μελλοντικούς ηγέτες του Oxford Union να αναλάβουν την ηθική τους ευθύνη, πιέζοντας τις κυβερνήσεις τους όχι για μια ουδέτερη διαμεσολάβηση, αλλά για την προστασία των Παλαιστινίων από την εθνοκάθαρση, τη γενοκτονία και τον εκτοπισμό.
Επισημαίνοντας ότι η καταδίκη της ισραηλινής πολιτικής αποτελεί δοκιμασία ηθικού θάρρους απέναντι σε απόπειρες εκφοβισμού, κατέληξε ότι η επιλογή να σταθεί κανείς απέναντι σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ συνιστά τη μόνη στάση που επιτρέπει στις επόμενες γενιές να διεκδικήσουν τη θέση τους στη σωστή πλευρά της ανθρώπινης ιστορίας.



