Τις βαθιές ανθρώπινες και επιχειρησιακές συνέπειες της πρόσφατης στρατιωτικής αναμέτρησης με το Ιράν, καθώς και την αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα στις επίσημες διαβεβαιώσεις της Ουάσιγκτον και τη σκληρή πραγματικότητα του μετώπου, αναδεικνύει ο δημοσιογράφος και βετεράνος πολεμικός ανταποκριτής Πάνος Χαρίτος.
Με αφορμή τις μαρτυρίες από την άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln στην Πατάγια της Ταϊλάνδης, όπου χιλιάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί αποβιβάστηκαν εξαντλημένοι έπειτα από πολύμηνη αποστολή στη Μέση Ανατολή, ο κ. Χαρίτος ανακαλεί το ιστορικό προηγούμενο της μάχης του «Hamburger Hill» στο Βιετνάμ το 1969.
Μέσα από τον διάλογό του με τον έμπειρο Ταϊλανδό ρεπόρτερ Dang, η ανάρτηση του Έλληνα δημοσιογράφου φωτίζει τα όρια της στρατιωτικής αντοχής, το βαρύ ψυχολογικό αποτύπωμα στα πληρώματα και τα δομικά προβλήματα που αναδύονται για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στην περιοχή, πέρα από την επικοινωνιακή διαχείριση του Πενταγώνου.
Διαβάστε το κείμενο:
Τον Μάιο του 1969 ένας από τους Αμερικανούς στρατιώτες που συμμετείχε στην προσπάθεια κατάληψης ενός υψώματος στο Βιετνάμ, είχε ξαπλώσει στο έδαφος πίσω από έναν βράχο κι εξαντλημένος έμεινε για αρκετές ώρες στο σημείο εκείνο.
Οι μάχες είχαν ξεπεράσει σε διάρκεια τις 10 ημέρες και περισσότεροι από 72 Αμερικανοί είχαν χάσει τη ζωή τους στο πεδίο των μαχών δίχως να καταφέρνουν να προελάσουν. Πολύ μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες στις τάξεις των αντιπάλων, οι οποίοι ωστόσο άντεχαν παρά τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Η μάχη εκείνη έμεινε στην ιστορία με τον τίτλο The Hamburger Hill Battle και με το κωδικό όνομα Hill 937.
Αν αναζητήσει κάποιος τα στοιχεία εκείνης της μάχης, θα διακρίνει από τις περιγραφές τη σκληρότητα και τα αδιέξοδα ενός πολέμου από τον οποίο απουσιάζουν η στρατηγική και το σχέδιο εξόδου. Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο εκείνης της μάχης ήταν μια φράση ενός στρατιώτη. Εκείνου που είχε ξαπλώσει δίπλα στον βράχο και μετρούσε τις στιγμές της παύσης των μαχών σε δευτερόλεπτα.
Στα ρούχα του υπήρχε αποτυπωμένο το σύνολο των φυτών της περιοχής και το δέρμα του ήταν καλυμμένο με την λάσπη που δημιούργησε η βροχή των προηγούμενων ημερών και ξεράθηκε πάνω του.
Ένα αμερικανικό τηλεοπτικό συνεργείο είχε λάβει άδεια εκείνη την ημέρα να επισκεφθεί την πρώτη γραμμή των μαχών και να συνομιλήσει με τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Αφού τους υποδέχθηκαν τους πήγαν σε ένα σημείο που τους περίμεναν κάποιοι “σουλουπωμένοι” στρατιώτες για να περιγράψουν τον πόλεμο και τη μάχη.
Αφού τελείωσαν τα γυρίσματα και οι επιλεγμένοι στρατιώτες είχαν πει όσα το πεντάγωνο είχε υποδείξει, ο δημοσιογράφος άφησε τον εικονολήπτη να τραβήξει πλάνα από τη βάση και περιπλανήθηκε λίγο μόνος μέχρι που έφτασε στον βράχο κι έπιασε κουβέντα με τον στρατιώτη. Λίγο αργότερα κι ενώ η μάχη είχε ξεκινήσει ξανά, ο δημοσιογράφος επέστρεψε στο σημείο που είχε αφήσει τον κάμεραμαν και διακριτικά του ζήτησε να τον ακολουθήσει.
Πήγαν μαζί στον στρατιώτη και βιντεοσκόπησαν μια ερώτηση και την απάντηση του.
“Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνεις στις μελλοντικές γενιές”; ρώτησε ο δημοσιογράφος για να λάβει την απάντηση “Μην στέλνετε τους γιούς σας να τελειώσουν αυτό που οι πολιτικοί ξεκίνησαν”.
Την ώρα της συνέντευξης, πίσω από την εικόνα του στρατιώτη με το δημοσιογράφο, ο πόλεμος ξεδιπλωνόταν με ταχύτητα στο ύψωμα που έστεκε απέναντί από την κάμερα.. Οι πυροβολισμοί ακούγονταν από διαφορετικές κατευθύνσεις κι ένα μέρος του λόφου είχε παραδοθεί στις φλόγες.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά η φράση εκείνου του στρατιώτη -ο οποίος παρεμπιπτόντως εξανάγκασε τον Νίξον σε διάγγελμα λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα αναφέροντας για πρώτη φορά τότε, τη σκέψη για σταδιακή απεμπλοκή από τον πόλεμο εκείνο – ήταν η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο νου, μετά τη κουβέντα με τον Dang, ένα συνάδελφο από την Ταιλάνδη τον οποίο είχα γνωρίσει χρόνια πριν στο Αφγανιστάν. Τον κάλεσα σήμερα για να ρωτήσω αν σκόπευε να πάει στην Πατάγια κι αν θα επιχειρούσε να επικοινωνήσει με κάποιον από τους Αμερικανούς στρατιώτες που κατέβηκαν από αεροπλανοφόρο Λίνκολν.
Ο Dang ανήκει σε εκείνη την παλιά γενιά των δημοσιογράφων που θα ετοιμάσουν το έδαφος πριν από το ρεπορτάζ. Θα πάει στο μέρος νωρίτερα, θα καταγράψει τις προετοιμασίες, θα παρατηρήσει την ανάπτυξη και τα μέτρα ασφάλειας από τις τοπικές υπηρεσίες αλλά κι εκείνες των Αμερικανών, θα δικτυωθεί με τους ανθρώπους και τα μέρη από όπου θα περάσουν τα “ναυτάκια του στόλου” για να διασφαλίσει την πληροφορία και το ρεπορτάζ εκ των προτέρων. Επιπλέον γνωρίζει τον πόλεμο. Τον έχει ζήσει σε διάφορα σημεία του πλανήτη, τον έχει μεταδώσει κι έχει αποκωδικοποιήσει το αποτύπωμά του στον άνθρωπο, οπότε γνώριζα πως αν υπήρχε πιθανότητα κάποιος να σκάψει για το ρεπορτάζ, ο Dang ήταν σίγουρα ένας εξ αυτών.
“Τι εννοείς ; Είμαι ήδη εδώ, τις τελευταίες 8 ημέρες. Τα κορίτσια στο λιμάνι τα έμαθα με το μικρό τους όνομα κι όλες έχουν το τηλέφωνό μου, όλες οι πληροφορίες από εδώ θα περάσουν” λέει γελώντας δυνατά. “Στην αρχή σκέφτηκα να φτιάξω κάποιες ενότητες και να δημοσιεύσω τα άρθρα αυτά ως μια σειρά στον ξένο τύπο ωστόσο, η πραγματικότητα, οι περιγραφές και το υλικό που έχω συγκεντρώσει ήδη από την πρώτη μέρα είναι απερίγραπτα.
Τα χαμόγελα της άφιξης ξεθωριάζουν πολύ γρήγορα. Μιλάμε για ανθρώπινα κουφάρια. Έχουν ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής. Δεν είναι μόνο η επαφή με τον έξω κόσμο, αρκετοί από αυτούς δεν έβλεπαν καν το φως της ημέρας για εβδομάδες. Δεν ξέρω πως θα είναι όταν επιστρέψουν στη βάση τους στην Αμερική. Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα χρειαστούν για να επανέλθουν κι αν θα επανέλθουν σε αυτό που ήταν πριν από αυτή την αποστολή. Αυτό για το οποίο είμαι σίγουρος, είναι πως οι περισσότεροι από αυτούς δεν πρόκειται να ξαναβγούν στη θάλασσα με αυτό το πλοίο. Δεν έχουν καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί με τον πόλεμο και δεν τους απασχολεί ποιος κέρδισε και τι, από αυτή την αναμέτρηση. Θέλουν απλώς να μην το ζήσουν ξανά.
Το αλκοόλ λύνει τις γλώσσες και κάποιες από τις περιγραφές ήταν αναμενόμενες ωστόσο, όταν σχηματίζεις τη μεγάλη εικόνα για το πως επιχείρησαν επί τόσους μήνες συνειδητοποιείς πως όλο αυτό ξεφεύγει από την κοινή αντίληψη των πραγμάτων. Εδώ ίσως να μην μιλάμε για ένα ρεπορτάζ αλλά για υλικό που θέλει βιβλίο για να χωρέσει ή ίσως και ταινία. Δεν θα είναι εύκολο να πείσεις κάποιον να υπηρετήσει σε αεροπλανοφόρο όταν οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών βγουν στην επιφάνεια” ήταν η φράση με την οποία περιέγραψε το ρεπορτάζ και την επαφή με τους πρώτους εξοδούχους στην Πατάγια.
Η εικόνα αυτή βεβαίως έρχεται να επιβεβαιώσει μια προβληματική πραγματικότητα που διαμόρφωσε η επόμενη ημέρα του πολέμου με το Ιράν και περιέγραφαν όλο το προηγούμενο διάστημα οι συγγενείς των στρατιωτών του Lincoln.
Η πολιτική ηγεσία του Αμερικανικού Πενταγώνου απορρίπτει ως υπερβολή (δημόσια τουλάχιστον) τους ισχυρισμούς αυτούς και επιμένει σε μια ωραιοποιημένη συνθήκη που επιχειρεί να επιβάλει μέσα από διαρροές στον τύπο.
Η κατάσταση όμως στην οποία έχει περιέλθει το αμερικανικό στράτευμα – από τις βάσεις στη Μέση Ανατολή μέχρι το διαθέσιμο οπλοστάσιο, το ανθρώπινο δυναμικό και τις απώλειες σε υποδομές κι επιχειρησιακά συστήματα, δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από αποπροσανατολιστικές δηλώσεις.



