Σε μια εκτενή ανατομία των δομικών δυνάμεων που διαμορφώνουν τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία και υπονομεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς προχώρησε ο γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς (Bernie Sanders), κατά τη συμμετοχή του στο podcast του Λεξ Φρίντμαν (Lex Fridman).
Μέσα από έναν έντονο διάλογο για το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, την ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών και τις παθογένειες του συστήματος υγείας, ο Αμερικανός πολιτικός υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διολισθαίνουν με ταχείς ρυθμούς σε ένα ολιγαρχικό μοντέλο διακυβέρνησης. Απορρίπτοντας τον χαρακτηρισμό των προτάσεών του ως «ριζοσπαστικών», ο κ. Σάντερς ανέδειξε το πώς η συγκέντρωση πλούτου και η δράση χιλιάδων λομπιστών στην Ουάσιγκτον καθιστούν το πολιτικό προσωπικό όμηρο των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, απομακρύνοντας τη χώρα από τις θεμελιώδεις ανάγκες της εργατικής τάξης.
Η οικονομική συγκέντρωση και η «ολιγαρχική μορφή» της αμερικανικής κοινωνίας
Ερωτηθείς από τον Λεξ Φρίντμαν για τους τρόπους αντιμετώπισης του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος —ενός αγώνα που είχε αναδείξει ιστορικά ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ—, ο κ. Σάντερς τοποθέτησε το ζήτημα στο ευρύτερο πλαίσιο της οικονομικής εξουσίας:
«Σχεδόν μοναδικά στο Κογκρέσο μιλώ για το γεγονός ότι οδεύουμε προς μια ολιγαρχική μορφή κοινωνίας. Πολλοί δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον όρο. Μιλάμε για ολιγαρχία στη Ρωσία, λέγοντας ότι ο Πούτιν περιβάλλεται από ολιγάρχες. Λοιπόν, τι νομίζετε ότι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες; Αυτό που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι μια οικονομία με μεγαλύτερη συγκέντρωση ιδιοκτησίας από ποτέ άλλοτε. Είτε πρόκειται για τη γεωργία, τις μεταφορές ή την υγεία, όλο και λιγότερες γιγάντιες εταιρείες ελέγχουν τι παράγεται και τις τιμές που πληρώνουμε».
Σύμφωνα με τον γερουσιαστή, η οικονομική αυτή πραγματικότητα μεταφέρεται ευθέως στο εκλογικό πεδίο, όπου μια χούφτα μεγιστάνων διαθέτει τη δυνατότητα να καθορίζει τα αποτελέσματα των εκλογών. Ενδεικτικά, σημείωσε ότι στην εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) τρεις πολυδισεκατομμυριούχοι δαπάνησαν περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια, προσθέτοντας ότι, αν και στους Δημοκρατικούς η συγκέντρωση δεν είναι στον ίδιο βαθμό, οι δισεκατομμυριούχοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εκλογή αξιωματούχων και στη διαμόρφωση της νομοθεσίας.
Το λόμπι των 1.800 εκπροσώπων του φαρμάκου και οι υπερβάσεις του Πενταγώνου
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη δυσανάλογη επιρροή των ομάδων πίεσης (lobbyists) στη λειτουργία της ομοσπονδιακής διοίκησης. Αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ καταβάλλουν τις υψηλότερες τιμές παγκοσμίως για συνταγογραφούμενα φάρμακα, ο κ. Σάντερς παρουσίασε συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα:
«Υπάρχουν 100 μέλη στη Γερουσία και 435 στη Βουλή των Αντιπροσώπων, συνολικά 535 μέλη του Κογκρέσου. Υπάρχουν 1.800 καλοπληρωμένοι λομπίστες που εκπροσωπούν τις φαρμακευτικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων πρώην ηγετών του Ρεπουμπλικανικού και του Δημοκρατικού Κόμματος. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πληρώνουμε τις υψηλότερες τιμές στον κόσμο για συνταγογραφούμενα φάρμακα».
Η αναλογία αυτή συνεπάγεται ότι για κάθε εκλεγμένο νομοθέτη στην Ουάσιγκτον αντιστοιχούν περισσότεροι από τρεις επαγγελματίες λομπίστες του φαρμακευτικού κλάδου.
Παράλληλα, ο γερουσιαστής κατήγγειλε τη διαχρονική λειτουργία των «περιστρεφόμενων θυρών» (revolving door) στον τομέα της άμυνας, όπου στρατιωτικά στελέχη μεταπηδούν απευθείας σε κολοσσούς όπως η Lockheed Martin και η General Dynamics:
«Δαπανούμε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως για το Πεντάγωνο. Είναι η μόνη ομοσπονδιακή υπηρεσία που δεν είναι σε θέση να υποβληθεί σε ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο. Αν νομίζετε ότι δεν υπάρχει μαζική απάτη, σπατάλη και υπερβάσεις κόστους στο Πεντάγωνο, κάνετε μεγάλο λάθος».
Η θεσμοθετημένη εξάρτηση και η απόφαση «Citizens United»
Ερωτηθείς εάν το φαινόμενο αυτό συνιστά ευθεία διαφθορά των πολιτικών, ο κ. Σάντερς διευκρίνισε ότι η επιρροή λειτουργεί δομικά και όχι μέσω παράνομων χρηματισμών:
«Αν διαφθορά σημαίνει “πάρε 10.000 δολάρια και ψήφισε έτσι”, αυτό δεν λειτουργεί έτσι, παρά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι, αν διεκδικείς μια έδρα στη Γερουσία στο Οχάιο, χρειάζεται να συγκεντρώσεις 50 με 60 εκατομμύρια δολάρια. Πού θα βρεις αυτά τα χρήματα; Δεν θα προέλθουν από δωρεές των 10 δολαρίων. Θα περιβάλλεις τον εαυτό σου με ανθρώπους που έχουν χρήματα, θα πας σε δείπνα των 5.000 δολαρίων. Γίνεσαι μέρος αυτού του κόσμου. Αυτοί είναι η οικονομική σου στήριξη, η πολιτική σου βάση, και γνωρίζεις πολύ καλά τι κάνεις για να μην τους δυσαρεστήσεις».
Ως σημείο καμπής για τη διάβρωση της εκλογικής διαδικασίας ανέδειξε την απόφαση «Citizens United» του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, η οποία εξίσωσε τη χρηματοδότηση των εταιρειών με την ελευθερία του λόγου:
«Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε μία από τις πιο θλιβερές αποφάσεις του, ψήφισε το Citizens United. Αυτό που είπε ήταν: είσαι πολυδισεκατομμυριούχος, θέλεις την ελευθερία να εξαγοράσεις την κυβέρνηση και θα ήταν τρομερό να σου αρνηθούμε την ελευθερία να ξοδέψεις εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε μια εκστρατεία. Πρέπει να βάλουμε τέλος σε αυτό και να κινηθούμε προς τη δημόσια χρηματοδότηση των εκλογών».
Ο ίδιος αντιπαρέβαλε τη δική του προεδρική υποψηφιότητα, όπου συγκεντρώθηκαν εκατομμύρια μικρές συνεισφορές με μέσο όρο τα 27 δολάρια, τονίζοντας ότι η υπέρβαση του συστήματος απαιτεί ένα μαζικό κίνημα βάσης που θα πιέσει τους υποψηφίους να δεσμευτούν για την ανατροπή της απόφασης.
Η μάχη για την Υγεία και η σύγκριση με τον ανεπτυγμένο κόσμο
Στο σκέλος της συζήτησης για τον «ριζοσπαστικό» χαρακτήρα των προτάσεών του, ο Μπέρνι Σάντερς απέρριψε την εκτίμηση του Λεξ Φρίντμαν, επισημαίνοντας ότι οι θέσεις του τυγχάνουν ευρείας κοινωνικής αποδοχής:
«Αν βγεις στον δρόμο και ρωτήσεις: “Πιστεύετε ότι οι δισεκατομμυριούχοι πρέπει να μπορούν να ξοδεύουν όσα χρήματα θέλουν για να εξαγοράζουν πολιτικούς;”, εννέα στους δέκα ανθρώπους θα πουν ότι αυτό είναι παράλογο. Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου ριζοσπαστικό».
Αναφερόμενος στην καθολική υγειονομική κάλυψη (Medicare for All), υπογράμμισε το χάσμα που χωρίζει τις ΗΠΑ από άλλες ανεπτυγμένες χώρες:
«Η ιδέα ότι η υγειονομική περίθαλψη είναι ανθρώπινο δικαίωμα διαθέσιμο σε όλους υπάρχει σε κάθε μεγάλη χώρα στη Γη εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν οδηγήσεις 50 μίλια βόρεια προς τον Καναδά και ρωτήσεις τους ανθρώπους πόσο τους κοστίζει όταν πηγαίνουν στο νοσοκομείο, θα πουν: “Δεν μας κοστίζει ούτε δεκάρα”. Αυτό συμβαίνει σχεδόν σε κάθε χώρα της Ευρώπης. Εξαιτίας του διεφθαρμένου πολιτικού μας συστήματος, έχουμε ένα σύστημα υγείας σχεδιασμένο όχι για να παρέχει φροντίδα σε όλους, αλλά για να παράγει τεράστια κέρδη για τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις ασφαλιστικές».
Στο πλαίσιο αυτό, η ιστορική αναδρομή παραπέμπει στην περίοδο της «Επίχρυσης Εποχής» (Gilded Age) στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν μορφές όπως ο Τζον Ροκφέλερ (John D. Rockefeller) και ο Άντριου Κάρνεγκι (Andrew Carnegie) μονοπωλούσαν τους σιδηροδρόμους, το πετρέλαιο και τον χάλυβα, προτού ενεργοποιηθεί η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία — μια συνθήκη που σήμερα αναβιώνει μέσα από τεχνολογικούς και φαρμακευτικούς ομίλους.



