Την έντονη αντίδρασή του για την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και άλλων πρώην στελεχών της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής εκφράζει ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974 (ΣΦΕΑ), συνδέοντας την εξέλιξη με τη συζήτηση για την πολιτική επανεμφάνιση της Ακροδεξιάς.
«Η αποφυλάκιση του Κασιδιάρη, όπως και ολόκληρης σχεδόν της ηγεσίας της ναζιστικής οργάνωσης, αποτελεί πρόκληση για τα θύματα της εγκληματικής συμμορίας “Χρυσή Αυγή”, για τους δημοκρατικούς πολίτες που απαίτησαν και επέβαλαν με τον ανυπόχωρητο αγώνα τους την δικαστική της καταδίκη, που ολοκληρώθηκε, αδικαιολόγητα, μετά από 11 χρόνια και, μάλιστα, όχι αμετάκλητα», αναφέρει ο ΣΦΕΑ.
Στην ίδια ανακοίνωση ο Σύνδεσμος θέτει και το ζήτημα της πιθανής πολιτικής αξιοποίησης της αποφυλάκισης του Κασιδιάρη, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να επιχειρήσει να επιστρέψει στην εκλογική διαδικασία.
«Αυτό επιχειρεί να αξιοποιήσει ο εγκληματίας Κασιδιάρης, ώστε να είναι υποψήφιος στις προσεχείς εθνικές εκλογές, αφού και το νομοθετικό πλαίσιο που θέσπισε η κυβέρνηση της ΝΔ, για να αποτρέψει, υποτίθεται, αυτό το ενδεχόμενο, διαπνέεται από την αντιδραστική θεωρία των ‘δύο άκρων’ και την ποινικοποίηση του λαϊκού ριζοσπαστισμού», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο ΣΦΕΑ υπογραμμίζει παράλληλα ότι η αποφυλάκιση δεν αναιρεί την καταδίκη ούτε μεταβάλλει την ιστορική αποτίμηση της δράσης της Χρυσής Αυγής.
«Η αποφυλάκιση Κασιδιάρη σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με πολιτική αθώωσή του, ούτε θα σβήσει την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, όσα “κοστούμια” κι αν φορέσουν οι ηγέτες και τα στελέχη της, που έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης στις φυλακές, με συνεχείς άδειες και την έκτιση της ποινής τους στο μισό χρόνο», αναφέρει.
H αναφορά στην κυριαρχία της ακροδεξιάς στη Γερμανία
Στην ανακοίνωσή του ο Σύνδεσμος επεκτείνει την κριτική του και στον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, αντιμετωπίζεται συνολικά η Ακροδεξιά.
«Είναι πλέον φανερό ότι ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται με νόμους και δικαστικές αποφάσεις, με επικλήσεις στο ανυπόληπτο “κράτους δικαίου”, αφού το εθνικιστικό, ρατσιστικό δηλητήριο είναι απαραίτητο, σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας – προετοιμασίας για την ιμπεριαλιστική αναδιανομή της ανθρωπότητας», τονίζει.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία και στην ενίσχυση της AfD, με τον ΣΦΕΑ να συνδέει την άνοδο της γερμανικής Ακροδεξιάς με τη συζήτηση γύρω από την ιστορική μνήμη και τον τρόπο διδασκαλίας της περιόδου του ναζισμού.
«Η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού στη Γερμανία και η εκλογική επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν σηματοδοτεί απλώς την αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη μεταβολή της ιστορικής συνείδησης: Τον προηγούμενο μήνα, η κοινοβουλευτική ομάδα της AfD ζήτησε επίσημα τη θεμελιώδη ανακατεύθυνση της γερμανικής κουλτούρας μνήμης προς τις “σκοτεινές σελίδες” της γερμανικής ιστορίας».
Ο Σύνδεσμος αναφέρεται ακόμη στις θέσεις της AfD για την ιστορική εκπαίδευση και τη διαχείριση της μνήμης του ναζισμού, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για προσπάθεια αλλαγής της ιστορικής αφήγησης.
«Μια από τις κεντρικές θέσεις της AfD είναι η αναθεώρηση της διδασκαλίας της Ιστορίας, ώστε “να δοθεί ένα τέλος στον εθνικό μαζοχισμό” και στη “διαιώνιση μιας νεύρωσης” γύρω από τον ναζισμό. Η νίκη της AfD εκφράζει την αντιστροφή αυτής της “αρνητικής συνείδησης”. Όπως και η νίκη του Χίτλερ στον Μεσοπόλεμο εξέφραζε την αντίδραση στην ταπεινωτική στρατιωτική ήττα της Γερμανίας το 1918 και στους ληστρικούς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών που της επέβαλαν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου».
«Δημοκρατικό τείχος» απέναντι στον Κασιδιάρη
Κλείνοντας, ο ΣΦΕΑ επαναλαμβάνει τη θέση του απέναντι στην Ακροδεξιά και καλεί σε πολιτική και κοινωνική κινητοποίηση απέναντι σε κάθε προσπάθεια επανεμφάνισης ή κανονικοποίησης ναζιστικών αντιλήψεων.
«Ο ΣΦΕΑ 1967-1974, φύσει και θέσει, στέκεται πάντα απέναντι στην Ακροδεξιά και θα συνεχίσει να παλεύει, ώστε να μην επιχειρηθεί καμία νομιμοποίηση, κανένα “ξέπλυμα”, καμία “κανονικοποίηση” των ναζί. Κάθε δημοκρατική δύναμη οφείλει να συμβάλει ώστε να υψωθεί τείχος στον Κασιδιάρη και τους φανερούς ή αφανείς νοσταλγούς του Χίτλερ».



