Τη διαδρομή της από τη συνεσταλμένη καθημερινότητα μίας γιατρού που πίστευε στην τήρηση των κανόνων μέχρι τη μετωπική σύγκρουση με τους θεσμούς και την οριστική απόφαση για κάθοδο στον πολιτικό στίβο περιγράφει σε μία εκτενή και αποκαλυπτική συνέντευξή της η Μαρία Καρυστιανού.
Μιλώντας στον εκδότη της εφημερίδας «Πελοπόννησος», Θεόδωρο Λουλούδη, και τον δημοσιογράφο Απόστολο Αναστασόπουλο, η μητέρα που ταυτίστηκε με τη διεκδίκηση της αλήθειας για την τραγωδία των Τεμπών καταγγέλλει ότι τριάμισι χρόνια μετά το δυστύχημα η Δικαιοσύνη παραμένει μακριά από τη διαλεύκανση των πραγματικών αιτιών της φονικής πυρόσφαιρας.
Εξηγώντας τους λόγους που την οδήγησαν να μετατρέψει την προσωπική υπόσχεση προς το παιδί της σε πολιτικό κίνημα, η κ. Καρυστιανού παρουσιάζει τις βασικές αρχές ενός κοστολογημένου προγράμματος επικεντρωμένου στο κράτος δικαίου, αποκλείει κάθε μετεκλογική συνεργασία με τα υφιστάμενα συστημικά κόμματα, ενώ σε μία προσωπική αποστροφή αποκαλύπτει τη βαθιά της σύνδεση με την Κρήτη, χαρακτηρίζοντάς την ως τον ιδανικό τόπο διαμονής της.
Το ανοιχτό τραύμα των Τεμπών: «Δεν ξέρω από τι κάηκε η κόρη μου»
Στο επίκεντρο της παρέμβασης της Μαρίας Καρυστιανού παραμένει η ανυποχώρητη απαίτηση για απόδοση δικαιοσύνης, με την ίδια να εκφράζει τη βαθιά της απογοήτευση για τη δικαστική διερεύνηση της σιδηροδρομικής τραγωδίας:
«Σε καμία περίπτωση δεν αισθάνομαι ότι η Δικαιοσύνη πλησιάζει στην αλήθεια. Δεν ξέρω από τι κάηκε η κόρη μου. Αυτό για μένα είναι πραγματικά απίστευτο. Διασώθηκαν κάποια ηχητικά και έμαθα ότι η κόρη μου κάηκε ζωντανή, ότι ζούσε πριν καεί, ενώ είχα τελείως διαφορετικές διαβεβαιώσεις από τους ιατροδικαστές, ότι όλοι οι επιβάτες είχαν πεθάνει ακαριαία. Ξαφνικά προέκυψε από το ηχητικό ότι κάποιοι άνθρωποι ήταν για τρία λεπτά εγκλωβισμένοι και περίμεναν να πεθάνουν. Κάηκαν ζωντανοί. Και ακόμη δεν ξέρω από τι κάηκε».
Προσδιορίζοντας αυτό που χαρακτηρίζει ως το μεγαλύτερο κενό της ανακριτικής διαδικασίας, η κ. Καρυστιανού εστιάζει στην απουσία ουσιαστικού ελέγχου για τα αίτια που προκάλεσαν την ανάφλεξη:
«Δεν έγινε ποτέ, όπως έπρεπε, ο έλεγχος για το τι δημιούργησε την πυρόσφαιρα. Αυτό ζητούσαμε διαρκώς: να γίνει έρευνα. Θεωρώ ότι υπήρξε μία ανάκριση με πολύ συγκεκριμένη στόχευση, η οποία άφηνε έξω σημαντικά κομμάτια της έρευνας. Ανάμεσά τους και το ζήτημα της πυρόσφαιρας. Η λέξη “ξυλόλιο” δεν ήταν μια δική μας θεωρία. Υπήρχαν αναφορές από το Χημείο του Κράτους, πραγματογνώμονες και πορίσματα. Εμείς βλέπαμε αναφορές σε “ξυλόλιο”, “εύφλεκτη ουσία”, “αρωματικούς υδρογονάνθρακες” και πιέζαμε να γίνουν οι έλεγχοι που θεωρούσαμε απαραίτητοι. Το βασικό μου ερώτημα παραμένει αναπάντητο».
Το πέρασμα στην πολιτική ως εκπλήρωση μίας υπόσχεσης
Περιγράφοντας τη διαδρομή της, σημειώνει ότι μεγάλωσε ως ένα «ήσυχο και συνεσταλμένο παιδί» που ακολουθούσε πιστά τους κοινωνικούς κανόνες, ενώ η επιλογή της Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη υπαγορεύθηκε από την αγάπη για την προσφορά, παρά τις απογοητεύσεις που συνάντησε στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η ανάμειξη με την πολιτική, την οποία παλαιότερα θεωρούσε περιοριστική, προέκυψε ως μονόδρομος όταν συνειδητοποίησε τα όρια των θεσμικών παρεμβάσεων:
«Όταν είδα ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο που θα μπορούσα να κάνω, όταν ένιωσα ότι είχα εξαντλήσει οτιδήποτε νομικό μπορούσα να χρησιμοποιήσω για να οδηγηθούμε στην έρευνα και στις απαντήσεις που ζητούσα, άρχισα να βλέπω διαφορετικά τα πράγματα. Είχα μεγάλη εμπιστοσύνη και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στην πορεία θεώρησα ότι και εκεί υπάρχουν ισχυρές πολιτικές επιρροές. Είχα δώσει μια μεγάλη υπόσχεση στο παιδί μου, ότι θα κάνω τα πάντα. Το μόνο λοιπόν που μπορούσε να με βοηθήσει στη δικαίωση ήταν να εμπλακώ η ίδια στην πολιτική, αφού το θέμα μου ήταν αμιγώς πολιτικό».
Το πρότυπο ηγεσίας, η οικονομική ρεαλιστικότητα και η κατάργηση των προνομίων
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο διαθέτει την αναγκαία κυβερνητική εμπειρία, η κ. Καρυστιανού αντιπαραβάλλει τη δική της πορεία, προτάσσοντας την ανιδιοτέλεια, το ήθος και τη σύνδεση με τα προβλήματα της κοινωνικής βάσης:
«Είμαι αυτοδημιούργητη. Δεν έζησα με τα χρήματα του πατέρα μου, ούτε μου άνοιγε πόρτες το όνομα του πατέρα μου, ούτε ανέλαβα μια έτοιμη επιχείρηση. Έπρεπε να εργαστώ και να επιβιώσω σε ένα δύσκολο επαγγελματικό περιβάλλον. Τι θα ήθελα εγώ να έχει ο πρωθυπουργός της χώρας μου; Θα ήθελα, βασικά, να αγαπάει τη χώρα. […] Να μην αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα άλλο level και βλέπει τα πράγματα από ψηλά. Να είναι δίπλα στον πολίτη. Να έχει εργαστεί. Να έχει στηθεί στην Εφορία. Να έχει ανοίξει έναν λογαριασμό και να έχει πει: “Παναγία μου, πώς θα το πληρώσω αυτό;”».
Όσον αφορά το κυβερνητικό πρόγραμμα, υπογραμμίζει ότι έχει διαμορφωθεί από εκπροσώπους της κοινωνίας σε συνδυασμό με τεχνοκράτες του οικονομικού επιτελείου και είναι πλήρως κοστολογημένο. Αναφέρει μάλιστα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συζήτηση για τον ΕΝΦΙΑ: ενώ η αρχική της επιθυμία ήταν η άμεση κατάργηση του φόρου, αποδέχθηκε την εισήγηση των οικονομολόγων για σταδιακή μεγάλη μείωση σε βάθος τετραετίας, θέλοντας να παρουσιάσει μόνο εφαρμόσιμες δεσμεύσεις.
Θεσμική τομή, «όχι» στα συστημικά κόμματα και η επιλογή της Κρήτης
Απορρίπτοντας τον παραδοσιακό διαχωρισμό Αριστεράς και Δεξιάς ως παρωχημένο, η κ. Καρυστιανού τοποθετεί ως κεντρικό πυλώνα του εγχειρήματός της το κράτος δικαίου, τη στήριξη της μεσαίας τάξης και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και τη διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας μακριά από τα άκρα. Στο επίκεντρο θέτει την απόλυτη ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, τονίζοντας ότι «κανένα τηλέφωνο δεν θα μπορεί να δίνει οδηγίες», αλλά και τη συμμετοχή των πολιτών μέσω της διαρκούς αξιολόγησης του έργου των υπουργών.
Ξεκαθαρίζει παράλληλα ότι αποκλείει κατηγορηματικά οποιαδήποτε μετεκλογική σύμπραξη με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις:
«Εμείς μιλάμε για πλήρη κατάργηση του άρθρου 86, για πλήρη λογοδοσία και για έλεγχο ακόμη και δικαστικών λειτουργών που δεν έχουν κάνει σωστά τη δουλειά τους. Πείτε μου ένα κόμμα που να έχει βάλει όλα αυτά ως προαπαιτούμενα και σε τόσο κεντρική θέση στο πρόγραμμά του. Εγώ δεν βλέπω τέτοιο κόμμα. Επομένως, πώς μπορούμε να συνεργαστούμε; Με κανένα συστημικό κόμμα».
Σε ένα πιο προσωπικό κλείσιμο, αναδεικνύει ως ιστορικά της πρότυπα τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Καποδίστρια, δηλώνει λάτρης του βουνού και του βιβλίου, ενώ ξεχωρίζει την Ειρήνη Παπά. Ερωτηθείσα, μάλιστα, σε ποια άλλη πόλη εκτός της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να ζήσει, εκφράζει ανοιχτά την αγάπη της για τη μεγαλόνησο:
«Θα μπορούσα γενικά να ζήσω στην Κρήτη. Σε οποιαδήποτε πόλη της Κρήτης».



