Όταν ανακοινώθηκαν οι εντολές για τη διενέργεια σαρωτικών ελέγχων γύρω από το χρόνιο «φαγοπότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ», τα πολιτικά πυρά στράφηκαν άμεσα κατά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η ένταση της κριτικής προεξοφλούσε μια σκληρή γραμμή σύγκρουσης με τις παθογένειες της κατανομής των κοινοτικών ενισχύσεων.
Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα απέδειξε γρήγορα ότι οι διακηρύξεις περί αυστηρότητας υποχωρούν μπροστά στην κυβερνητική «μεγαλοψυχία» και την παραδοσιακή εφευρετικότητα του συστήματος, όταν πρόκειται να εκτονωθούν οι πιέσεις και να βρεθούν οι αναγκαίες διέξοδοι.
Η κοινοβουλευτική νύχτα και το θεσμικό παράδοξο
Η ουσία των εξελίξεων εκτυλίχθηκε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, κατά τη συνήθη πρακτική των προχωρημένων ωρών, «μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα, τότε που γίνονται όλες οι δουλειές». Μέσω τροπολογίας που ενσωματώθηκε σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, η νομοθετική εξουσία παρενέβη με τρόπο που επί της ουσίας αδρανοποιεί τους φυσικούς δικαστικούς μηχανισμούς και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση εγκαθιδρύει ένα ιδιότυπο «ακαταδίωκτο», απαλλάσσοντας αναδρομικά όσους είχαν δηλώσει εκτάσεις ακόμη και «μέχρι την κορφή του Ολύμπου» προκειμένου να καρπωθούν αθέμιτα τις αγροτικές επιδοτήσεις. Με μια νομοθετική κίνηση, η διερεύνηση των καταγγελιών και η απόδοση ποινικών ευθυνών για τις πλασματικές δηλώσεις τίθενται στο περιθώριο, εξουδετερώνοντας την παρέμβαση των ευρωπαϊκών και εγχώριων ελεγκτικών αρχών.
Ο κύκλος των κερδισμένων και η κάλυψη ευθυνών
Σύμφωνα με όσους γνωρίζουν εις βάθος τα δεδομένα της υπόθεσης, ο κύκλος των ευνοημένων από αυτή την «(ν)τροπολογία» εκτείνεται πολύ πέρα από την περίμετρο των παραγωγών. Στους πολλαπλά κερδισμένους της ρύθμισης περιλαμβάνονται και κατηγορούμενοι βουλευτές, οι οποίοι βρίσκονται πλέον προστατευμένοι από τις συνέπειες των πράξεων που τους αποδίδονται.
Η θεσμική αυτή παρέμβαση δεν λειτουργεί απλώς ως μέτρο εκτόνωσης της αγροτικής δυσαρέσκειας, αλλά ως ασπίδα προστασίας για το πολιτικό προσωπικό που εμπλέκεται στις υποθέσεις αυτές. Η απόσυρση των ελεγκτικών διαδικασιών συνιστά μια de facto απονομή ασυλίας σε ένα δίκτυο σχέσεων που διαχειρίστηκε αδιαφανώς το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα.
Ο εκλογικός ορίζοντας και η επιστροφή στην πελατειακή συναλλαγή
Η πολιτική διάσταση της απόφασης αποκτά πλήρη σαφήνεια υπό το πρίσμα του εκλογικού κύκλου. Η πρόβλεψη ότι μέχρι να στηθούν οι κάλπες θα φροντίσουν να «επιστρέψουν πίσω και τα παράνομα που πήραν από τους αγρότες» συμπυκνώνει τον κυνισμό της συγκυρίας.
Πρόκειται για την επιτομή μιας παλαιοκομματικής πρακτικής που επιβιώνει αλώβητη:
«Τα πάντα για τα ψηφαλάκια».
Το ελληνικό κράτος, αντί να εγγυηθεί την ισονομία, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία απέναντι στα ευρωπαϊκά όργανα, επιλέγει να λειτουργήσει ως μηχανισμός νομιμοποίησης της αυθαιρεσίας, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόσκαιρο πολιτικό όφελος παραμένει το κυρίαρχο κριτήριο της διακυβέρνησης.



