Η αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Χανίων μετατράπηκε για ακόμη μία φορά σε πεδίο καταγραφής μιας βαθιάς κοινωνικής ρωγμής, η οποία απειλεί πλέον ευθέως τον ακαδημαϊκό και αναπτυξιακό χαρακτήρα της πόλης.
Η μαζική παράσταση διαμαρτυρίας εκπροσώπων των φοιτητικών συλλόγων του Πολυτεχνείου Κρήτης και του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ) έφερε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τη στεγαστική ασφυξία που βιώνει η νεολαία σε μια από τις πλέον τουριστικοποιημένες περιφέρειες της χώρας. Μέσα από αποκαλυπτικές μαρτυρίες για ενοίκια που εξαντλούν έναν πλήρη βασικό μισθό, εστίες που προσφέρουν μόλις οκτώ δωμάτια ξενοδοχείου για χιλιάδες εγγεγραμμένους φοιτητές και ακαδημαϊκά αμφιθέατρα που αδειάζουν, η τοπική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της ερημοποίησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της.
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης τέθηκε το αίτημα για παραχώρηση του κτιριακού συγκροτήματος του πρώην Ψυχιατρείου στη Σούδα, αναδεικνύοντας τα αυστηρά όρια παρέμβασης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης απέναντι στις κεντρικές κρατικές επιλογές και την κερδοσκοπία της γης.
Το εκρηκτικό σκηνικό στο Δημοτικό Συμβούλιο: Η στέγη ως το «νούμερο ένα» πρόβλημα της πόλης
Ανοίγοντας τη συνεδρίαση, ο δήμαρχος Χανίων Παναγιώτης Σημανδηράκης δεν δίστασε να αναγνωρίσει το μέγεθος της κρίσης, συνδέοντας ευθέως το στεγαστικό πρόβλημα με τις στρεβλώσεις του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου της περιοχής. Στην τοποθέτησή του, ο επικεφαλής της δημοτικής αρχής περιέγραψε μια κατάσταση που επιδεινώνεται με ρυθμούς ταχύτερους από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, μετατρέποντας το ζήτημα της κατοικίας σε κεντρική υπαρξιακή απειλή για την τοπική κοινωνία:
«Νομίζω ότι το ζήτημα της στέγης για τον Δήμο Χανίων αλλά και για άλλες περιοχές της χώρας με αντίστοιχα χαρακτηριστικά αναγάγεται στο νούμερο ένα ζήτημα και συνδέεται απολύτως και ευθέως με τις στρατηγικές εκτός πλαισίου ανάπτυξης του τουρισμού, έτσι όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί. Άρα χρόνο με τον χρόνο —φανταζόμασταν πριν από λίγο καιρό, εγώ θα πω πλέον μήνα με τον μήνα— εντείνεται αυτή η ανάγκη για να μπορέσουμε πλέον να συζητήσουμε και να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος».
Η τοποθέτηση του δημάρχου ανέδειξε παράλληλα το κοινωνικό ντόμινο που προκαλεί η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η ανεξέλεγκτη τουριστική εκμετάλλευση των ακινήτων. Στο δημαρχιακό μέγαρο, η αγωνία των φοιτητών συναντά τη διαμαρτυρία των γιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας και των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι αδυνατούν είτε να αποδεχθούν τους διορισμούς τους είτε να επιβιώσουν οικονομικά στην πόλη:
«Διαφορετικά, σήμερα εδώ είναι μία ομάδα φοιτητών. Πριν από μερικούς μήνες ήταν οι εκπρόσωποι των υγειονομικών. Αυτές οι συναντήσεις θα πυκνώνουν, τα αιτήματα θα εντείνονται και εμείς απλά εδώ θα φιλοξενούμε όλη αυτή την αγωνία και την κραυγή η οποία υπάρχει στην κοινωνία, θεωρώντας και δηλώνοντας ότι οι δυνατότητες παρέμβασης πολιτικά μπορεί να είναι μεγάλες. Επί της ουσίας όμως και επί του πρακτέου είναι περιορισμένες».
Η ομολογία αυτή έθεσε το πλαίσιο μιας συνεδρίασης όπου η θεσμική ανεπάρκεια της τοπικής αυτοδιοίκησης συγκρούστηκε με την ωμή πραγματικότητα της καθημερινής επιβίωσης των σπουδαστών.
Η κραυγή του Πολυτεχνείου Κρήτης: Το φάσμα της ακαδημαϊκής ερημοποίησης
Τη φωνή των σπουδαστών του Πολυτεχνείου Κρήτης μετέφερε στο σώμα ο αντιπρόεδρος του Ενιαίου Φοιτητικού Συλλόγου, Βαγγέλης Λάγγας. Ξεκινώντας την ομιλία του, κατέστησε σαφές ότι η συνθήκη υπό την οποία καλούνται να σπουδάσουν στα Χανιά ισοδυναμεί με de facto αποκλεισμό από τη δημόσια εκπαίδευση, καθώς το κόστος στέγασης και η υποβάθμιση της φοιτητικής μέριμνας καθιστούν τη φοίτηση απαγορευτική:
«Πρώτα θέλουμε βασικά να μεταφέρουμε ποια είναι η πραγματικότητα ενός φοιτητή στα Χανιά. Η πραγματικότητα ενός φοιτητή στα Χανιά γενικά είναι πάρα πολύ δύσκολη. Οι φοιτητές δεν μπορούν να σπουδάσουν, δεν τους επιτρέπεται να σπουδάσουν επειδή ακριβώς βρίσκονται σε μια συγκεκριμένη συνθήκη. Αυτή η συνθήκη έχει να κάνει με το ζήτημα της στέγασης και συνολικότερα με τα ζητήματα της μέριμνας».
Ο εκπρόσωπος των φοιτητών περιέγραψε έναν μηχανισμό πίεσης που ξεκινά από την ανεπάρκεια των δημόσιων εστιών και κορυφώνεται με την επιβολή ακαδημαϊκών φίλτρων, τα οποία οδηγούν σε εξώσεις φοιτητών που καθυστερούν στις σπουδές τους λόγω της ανάγκης για βιοποριστική εργασία:
«Όταν ένας φοιτητής, αν δεν καταφέρει να μπει στις φοιτητικές εστίες του Πολυτεχνείου Κρήτης ή ακόμα και αν μπει και τελικά η διοίκηση του Πολυτεχνείου Κρήτης τον πετάξει απ’ έξω λόγω ακαδημαϊκών κριτηρίων —που έχει περάσει ένα τέτοιο μέτρο τα τελευταία δύο χρόνια—, τελικά αυτός ο φοιτητής και η οικογένειά του καλούνται να νοικιάσουν ένα σπίτι όπου, όπως γνωρίζετε πολύ καλά και έχει βγει δημόσια σε πάρα πολλά μέσα, η πόλη των Χανίων είναι πρώτη όσον αφορά τα υψηλά ενοίκια. Αυτό σαν κατάσταση θα πρέπει να προβληματίζει το Δημοτικό Συμβούλιο των Χανίων, ακριβώς επειδή τα αποτελέσματα είναι πάρα πολύ συγκεκριμένα. Τα αποτελέσματα είναι η ερημοποίηση του Πολυτεχνείου Κρήτης».
Συνδέοντας τη στεγαστική κρίση με τις συνολικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, ο κ. Λάγγας υπογράμμισε ότι ο συνδυασμός της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), του υψηλού μέσου χρόνου αποφοίτησης και της απειλής οριστικών διαγραφών διαμορφώνει μια εικόνα πλήρους απαξίωσης για το ίδρυμα και την πόλη:
«Ένας φοιτητής γνωρίζει ποια είναι η μέση ώρα αποφοίτησης. Έχει καταφέρει με τα χίλια ζόρια να περάσει από την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Πολλοί κόβονται, άρα μένουν πάρα πολλές κενές θέσεις και τελικά το ενδεχόμενο του να διαγραφεί είναι πάρα πολύ μεγάλο. Πόσο μάλλον όταν ένας φοιτητής αναγκάζεται να δουλεύει παράλληλα με τις σπουδές του και τελικά να μην καταφέρνει να παίρνει καν το πτυχίο του. Άρα λοιπόν, η εικόνα για την πόλη των Χανίων για να έρθει να σπουδάσει ένας άνθρωπος, και γι’ αυτόν και για τη μέση ελληνική οικογένεια, είναι απαξιωτική τουλάχιστον».
Προς επίρρωση των προειδοποιήσεών του για τον κίνδυνο εγκατάλειψης του Πολυτεχνείου, ο αντιπρόεδρος του συλλόγου επικαλέστηκε το πρόσφατο παράδειγμα άλλων περιφερειακών πανεπιστημίων: «Όπως είδατε, τετρακόσιοι φοιτητές —εισακτέοι βασικά— οι οποίοι είχαν δηλώσει το Πανεπιστήμιο Πατρών, δεν πήγαν καν να εγγραφούν στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο. Το ερώτημα είναι γιατί. Συγκεκριμένα κιόλας, εννιά από αυτούς τους φοιτητές είχαν περάσει και στην Ιατρική Σχολή και δεν πήγαν να σπουδάσουν. Γιατί; Γιατί τα ενοίκια ήταν ψηλά, γιατί δεν υπάρχει μηνιαία φοιτητική κάρτα. Το Πολυτεχνείο Κρήτης πηγαίνει σε μια αντίστοιχη τέτοια κατεύθυνση και κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου για άλλη μια φορά».
Η τραγωδία του ΕΛΜΕΠΑ: Δύο χιλιάδες εγγεγραμμένοι για οκτώ δωμάτια ξενοδοχείου
Εάν στο Πολυτεχνείο Κρήτης η κατάσταση χαρακτηρίζεται οριακή, στο παράρτημα Χανίων του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ) οι αριθμοί αποτυπώνουν μια ολοκληρωτική κατάρρευση των υποδομών φοιτητικής πρόνοιας. Την εικόνα αυτή κατέθεσε στο συμβούλιο ο Γεώργιος Μπολοβιτσιώτης, εκλεγμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου φοιτητών και τριτοετής σπουδαστής του ιδρύματος.
Περιγράφοντας το ισχύον καθεστώς στέγασης, αποκάλυψε ότι για ένα ίδρυμα με χιλιάδες φοιτητές, η μοναδική πρόβληματική παροχή εξαντλείται σε ελάχιστα δωμάτια τουριστικού καταλύματος, τα οποία συνοδεύονται από αυστηρούς ηλικιακούς και χρονικούς περιορισμούς:
«Είναι γνωστό σε όλους ότι η σχολή μας παρέχει οκτώ δωμάτια σε συμφωνία με ένα ξενοδοχείο για τους αρκετά φτωχούς φοιτητές του ιδρύματος —που κρίνει το ίδιο ίδρυμα ότι είναι φτωχοί δηλαδή—, οι οποίοι λόγω της έλλειψης δωματίων αναγκάζονται μετά από ένα συγκεκριμένο ηλικιακό όριο των 25 ετών να διώχνονται από αυτά τα δωμάτια. Αυτά τα δωμάτια ανοίγουν για τους φοιτητές από περίπου τέλη Οκτώβρη μέχρι τέλη Ιουνίου, πράγμα το οποίο κάνει τη θερινή εξεταστική περίοδο, όπως και την επαναληπτική εξεταστική περίοδο του Σεπτέμβρη, αδύνατες, διότι δεν έχουν χώρο για να μείνουν αυτοί οι φοιτητές».
Η αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και πραγματικών αναγκών καταδεικνύεται ανάγλυφα μέσα από τα δεδομένα της φοιτητικής κοινότητας:
-
Το ίδρυμα καταγράφει 2.000 ενεργούς φοιτητές, εκ των οποίων μόλις περίπου 500 εμφανίζονται στις εγκαταστάσεις στην καλύτερη των περιπτώσεων.
-
Στο δικό του έτος εισαγωγής εγγράφηκαν 182 φοιτητές (το ανώτατο όριο εισακτέων), εκ των οποίων μόλις 70 έχουν απομείνει να προσέρχονται στις εξετάσεις.
-
Κατά την έναρξη του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους, από τους 160 νέους εγγεγραμμένους πρωτοετείς, μόλις περίπου 80 παρουσιάστηκαν την πρώτη ημέρα των μαθημάτων.
Ο κ. Μπολοβιτσιώτης κατέληξε υπογραμμίζοντας το υπέρογκο οικονομικό βάρος που καλούνται να επωμιστούν οι οικογένειες για σπουδές που καταλήγουν ανέφικτες: «Έχοντας υπόψη το ότι ένας φοιτητής που σπουδάζει εδώ πρέπει να πληρώνει, στο πιο επιεικές σενάριο, 400 με 500 ευρώ για ένα σπίτι 30 τετραγωνικών —τίποτα δηλαδή— συν το ρεύμα, συν το νερό, συν φαγητό και οποιαδήποτε άλλη πρώτη ανάγκη μπορεί να έχει, καταλήγουμε στο ότι οι γονείς μας πρέπει να μας στέλνουν ένα μηνιάτικο μισθό μόνο για να βγουν τα βασικά μας έξοδα».
Η γεωγραφία των τιμών: Ενοίκια επιπέδου βασικού μισθού σε μια «αφιλόξενη πόλη»
Τη σκυτάλη της επιχειρηματολογίας πήρε η πρόεδρος του Φοιτητικού Συλλόγου Εστιών του Πολυτεχνείου Κρήτης, Εύα Σηφάκη, η οποία περιέγραψε με μελανά χρώματα τη μετάλλαξη των Χανίων σε έναν αστικό χώρο που αποβάλλει σταδιακά το νεανικό του δυναμικό. Εστιάζοντας στην περίπτωση του ΕΛΜΕΠΑ, παρουσίασε τα στοιχεία του ψηφίσματος των φοιτητών:
«Τα τελευταία στοιχεία που αναφέρουμε και στο ψήφισμα που σας καταθέσαμε φαίνεται να είναι πάνω από 2.000 φοιτητές μέχρι το 2024 και δεν ξέρουμε πόσοι παραπάνω τώρα στο 2026. Και αυτή τη στιγμή παρέχονται μόνο οκτώ δωμάτια στους Αγίους Αποστόλους σε ένα ξενοδοχείο για να μένουν οι φοιτητές. […] Επειδή τα Χανιά, να είμαστε αντικειμενικοί, είναι μια αφιλόξενη πόλη απέναντι στους φοιτητές λόγω των ενοικίων. Ο μέσος όρος πλέον είναι στα 350 με 500 ευρώ και δεν είναι κάτι που μπορεί να στηρίξει σήμερα μια λαϊκή οικογένεια, εφόσον και τα κόστη σπουδών φτάνουν κοντά έναν βασικό μισθό και ίσως και παραπάνω».
Πέρα από το ύψος των μισθωμάτων, η κ. Σηφάκη ανέδειξε τη γεωγραφική απομόνωση στην οποία καταδικάζονται οι ελάχιστοι δικαιούχοι φοιτητές που διαμένουν στο ξενοδοχείο στους Αγίους Αποστόλους. Χωρίς πρόσβαση σε επιδοτούμενη μηνιαία κάρτα μεταφορών, οι σπουδαστές αυτοί καλούνται να επωμιστούν διπλά κόστη και καθημερινή ταλαιπωρία για να μεταβούν στα μαθήματά τους:
«Έχουν να κάνουν τα διπλά δρομολόγια που έχει να κάνει ένας φοιτητής στην καθημερινότητά του. Και ταυτόχρονα η διοίκηση του ΕΛΜΕΠΑ δεν έχει πάρει κανένα μέτρο να στηρίξει αυτούς τους φοιτητές που κάθε χρόνο αποκλείονται από τις σπουδές τους για να έρχονται εδώ πέρα. […] Δεν είναι δεύτερης κλάσης φοιτητές οι φοιτητές του ΕΛΜΕΠΑ, ούτε επειδή δεν παρέχεται η στέγαση, ούτε επειδή δεν δίνεται η μηνιαία κάρτα μεταφορών».
Η πρόεδρος του συλλόγου εστιών κάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο να λάβει άμεση πολιτική απόφαση στήριξης των αιτημάτων τους, υπογραμμίζοντας ότι οι φοιτητές που βρίσκονται στην πόλη στα μέσα Ιουλίου και στα τέλη Αυγούστου για τις εξεταστικές τους περιόδους αναγκάζονται να καταβάλλουν τουλάχιστον δύο ευρώ ημερησίως για τις βασικές τους μετακινήσεις, επιβαρύνοντας περαιτέρω έναν ήδη εξαντλημένο προϋπολογισμό διαβίωσης.
Η μάχη των μεταφορών: Το ιστορικό της κάρτας και το θερινό κενό
Πέρα από το πρωταρχικό μέτωπο των δυσεύρετων και πανάκριβων διαμερισμάτων, η καθημερινή κινητικότητα των φοιτητών στα Χανιά συνιστά έναν εξίσου δυσβάσταχτο παράγοντα οικονομικής αιμορραγίας. Το ζήτημα της μηνιαίας κάρτας μετακινήσεων του Αστικού ΚΤΕΛ αποτέλεσε αντικείμενο έντονων διαξιφισμών στην αίθουσα του συμβουλίου, αναδεικνύοντας τη δαιδαλώδη εμπλοκή διαφορετικών βαθμίδων διοίκησης και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Απαντώντας στις αιτιάσεις των φοιτητών για την επιβάρυνση των μετακινήσεων, ο δήμαρχος Παναγιώτης Σημανδηράκης θέλησε να αποσαφηνίσει το ιστορικό των διαπραγματεύσεων και τα όρια των τοπικών αρμοδιοτήτων, υπενθυμίζοντας ότι η δημοτική αρχή ανέλαβε πρωτοβουλίες πέραν των στενών θεσμικών της υποχρεώσεων:
«Σε σχέση με την κάρτα μετακίνησης, επειδή όντως υπήρξε η συζήτηση πέρυσι που είχε ανακοινωθεί μια αύξηση: Ένα μέρος του κόστους για τη μηνιαία κάρτα καλύπτει το υπουργείο κεντρικά και ένα δεύτερο μέρος κάλυπτε μέχρι και πέρυσι το Πολυτεχνείο. Πέρυσι το Πολυτεχνείο, για νομικούς λόγους, για λόγους που δεν εγκρίνεται αυτό το ποσό, για τους δικούς του εν πάση περιπτώσει λόγους, δεν μπορούσε να καταβάλει ένα σημαντικό ποσό, το οποίο εξασφάλιζε χαμηλότερη μηνιαία κάρτα για τους φοιτητές. Ήρθαν οι φοιτητές στον Δήμο Χανίων. Έγινε και δεύτερη συνάντηση στην Περιφέρεια, όπου συμφωνήθηκε ότι αυτό το ποσό θα καλυφθεί από τον Δήμο Χανίων κατά τα δύο τρίτα περίπου και το ένα τρίτο το κάλυψε η Περιφέρεια Κρήτης, με στόχο όχι μόνο τη διατήρηση του τιμήματος στα 21 ευρώ που ήταν, αλλά και τη μείωση στα 19,90 ευρώ».
Παράλληλα με την επιδότηση του κομίστρου, ο κ. Σημανδηράκης υπογράμμισε ότι επιτεύχθηκε συμφωνία με το Αστικό ΚΤΕΛ για την απελευθέρωση των διαδρομών, επιτρέποντας στους κατόχους της κάρτας να μετακινούνται ελεύθερα σε ολόκληρο το αστικό δίκτυο και όχι αποκλειστικά στις γραμμές σύνδεσης με την πανεπιστημιούπολη του Ακρωτηρίου (όπως η γραμμή 18 ή η 23).
Ωστόσο, η δημοτική παρέμβαση άφησε εκτός νυμφώνος μια ολόκληρη ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο ίδιος ο δήμαρχος παραδέχθηκε ότι η συμφωνία δεν συμπεριέλαβε τους φοιτητές του ΕΛΜΕΠΑ, χαρακτηρίζοντας το γεγονός ως εκκρεμότητα υπό εξέταση:
«Η εκκρεμότητα η οποία είχε μείνει και είχε τονιστεί και εδώ στο Δημοτικό Συμβούλιο είναι ότι αυτό το οποίο βγήκε ως αποτέλεσμα μέσα από τη συνεννόηση με την Περιφέρεια, με το Πολυτεχνείο και με εσάς, δυστυχώς δεν περιελάμβανε τους φοιτητές του ΕΛΜΕΠΑ. Αυτή η εκκρεμότητα έχει μείνει, την οποία σας δηλώνω ότι την εξετάζουμε και ελπίζω πολύ σύντομα να σας ανακοινώσουμε συγκεκριμένη απόφαση».
Από την πλευρά τους, οι φοιτητικοί σύλλογοι κατήγγειλαν το επαναλαμβανόμενο κενό που σημειώνεται κάθε καλοκαίρι. Κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, όταν η ισχύς της φοιτητικής κάρτας διακόπτεται, εκατοντάδες φοιτητές που παραμένουν στην πόλη για τις εξεταστικές περιόδους υποχρεώνονται να καταβάλλουν από 1,60 έως και άνω των 2,00 ευρώ ανά διαδρομή. Το κόστος αυτό, όπως τόνισαν, ακυρώνει στην πράξη τον δημόσιο χαρακτήρα των σπουδών για τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών.
Η πρόταση για το Παλιό Ψυχιατρείο στη Σούδα: Η φοιτητική διεκδίκηση
Μπροστά στο απόλυτο κενό υποδομών στέγασης, οι φοιτητικοί σύλλογοι δεν περιορίστηκαν σε μια στείρα καταγραφή προβλημάτων, αλλά κατέθεσαν στο Δημοτικό Συμβούλιο μια συγκεκριμένη, επεξεργασμένη πρόταση με τη μορφή ψηφίσματος. Στο επίκεντρο του σχεδίου τέθηκε το εγκαταλελειμμένο κτιριακό συγκρότημα του πρώην Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων (ΘΨΠΧ) στη Σούδα.
Παρουσιάζοντας το σκεπτικό της πρωτοβουλίας, ο εκπρόσωπος του ΕΛΜΕΠΑ Γεώργιος Μπολοβιτσιώτης υπογράμμισε ότι ο συγκεκριμένος χώρος διαθέτει τις απαραίτητες κτιριακές προδιαγραφές ώστε να δώσει άμεση και ρεαλιστική ανάσα σε εκατοντάδες σπουδαστές που σήμερα αποκλείονται από τη φοίτηση:
«Η φοιτητική συλλογικότητα έχουμε βρει μια ίσως προσωρινή λύση για αυτό το θέμα, την οποία σας καλούμε να τη στηρίξετε. Το ψήφισμα που θέτουμε είναι να αξιοποιηθούν οι δομές του παλαιού ψυχιατρείου στη Σούδα, που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο υπερταμείο του κράτους, ως φοιτητικές εστίες για τους φοιτητές του ΕΛΜΕΠΑ Χανίων. Είναι ένας μεγάλος χώρος εννέα κτιρίων που μπορεί να στεγάσει αρκετούς φοιτητές οι οποίοι έχουν ανάγκη τις εστίες και είναι μια πολύ καλή προσωρινή λύση, καλώς εχόντων των πραγμάτων, μέχρι να χτιστούν οι κανονικές εστίες για τη σχολή μας».
Η πρόταση των φοιτητών εδράζεται στην ανάγκη υπέρβασης του σημερινού καθεστώτος των οκτώ δωματίων σε ξενοδοχείο των Αγίων Αποστόλων, το οποίο χαρακτηρίστηκε προσχηματικό και αναξιοπρεπές για ένα ίδρυμα με περισσότερους από δύο χιλιάδες εγγεγραμμένους. Όπως επεσήμανε και η πρόεδρος του συλλόγου εστιών Πολυτεχνείου, Εύα Σηφάκη, η αυτοδιοίκηση οφείλει να λάβει ξεκάθαρη πολιτική θέση:
«Δεν θέλουμε κάποια δέσμευση για το παλιό ψυχιατρείο, γιατί αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι της δικής σας άμεσης δικαιοδοσίας, αλλά θέλουμε εδώ το Δημοτικό Συμβούλιο να πάρει μια απόφαση και να στηρίξει ενεργά τους φοιτητές του ΕΛΜΕΠΑ, οι οποίοι έρχονται κάθε χρόνο εδώ, απογοητεύονται από την κατάσταση με τα σπίτια που είναι λίγα και σε πολύ υψηλή τιμή, και να βρεθεί μια προσωρινή λύση με μια ανακαίνιση του παλιού ψυχιατρείου και να δοθεί στη διοίκηση του ιδρύματος».
Το αίτημα των φοιτητών στόχευε στη διαμόρφωση ενός αρραγούς τοπικού μετώπου διεκδίκησης απέναντι στην κεντρική κυβέρνηση, ζητώντας από τον δήμο να λειτουργήσει ως επιταχυντής εξελίξεων και όχι ως απλός παρατηρητής της οικιστικής κρίσης.
Ο λαβύρινθος της ΕΤΑΔ: Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα 9 στρέμματα και το ναυάγιο των ΣΔΙΤ
Η απάντηση της δημοτικής αρχής στην πρόταση για το Ψυχιατρείο προσγείωσε τη συζήτηση στη σκληρή πραγματικότητα του ελληνικού κτηματολογικού και διοικητικού δαιδάλου. Ο Παναγιώτης Σημανδηράκης, επιχειρώντας να διαχωρίσει τις πολιτικές προσδοκίες από την τεχνική και νομική εφικτότητα, προχώρησε σε μια αναλυτική αποδόμηση της υπόθεσης, αποκαλύπτοντας το ιστορικό των αποτυχημένων διεκδικήσεων του παρελθόντος.
Σύμφωνα με τον δήμαρχο, η ιδέα της άμεσης αξιοποίησης των εννέα κτιρίων της Σούδας προσκρούει σε θεμελιώδη τεχνικά κωλύματα:
«Η πραγματικότητα είναι ότι όποιος υποσχεθεί ότι θα λειτουργήσουν φοιτητικές εστίες στο πρώην ψυχιατρείο, στην καλύτερη των περιπτώσεων και εφόσον όλα κινηθούν όπως πρέπει και ξεπεραστούν πολιτικές και νομικές διαφοροποιήσεις που ήδη υπάρχουν, θα χρειαστεί πάνω από έξι, επτά, οκτώ, ίσως και παραπάνω χρόνια. Αυτό το οποίο εσείς λέτε, ότι τα κτήρια υπάρχουν και χρειάζεται μια ανακατασκευή, σε τεχνικό επίπεδο προφανώς είναι πολύ διαφορετική η πραγματικότητα. Είναι πολύ πιο σύντομο να κατασκευάσεις καινούργια κτήρια από το να αξιοποιήσεις και να ανακατασκευάσεις τα συγκεκριμένα, από τεχνικής άποψης».
Πέρα από τον τεχνικό παράγοντα, ο κ. Σημανδηράκης περιέγραψε το ιδιοκτησιακό τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το ακίνητο. Ήδη από το 2014 είχε συγκροτηθεί κοινό τοπικό αίτημα για τη μετατροπή του χώρου σε φοιτητικές εστίες, όμως η ένταξη του ακινήτου στο χαρτοφυλάκιο της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) και του Υπερταμείου πάγωσε κάθε σχεδιασμό. Οι προσφυγές που ασκήθηκαν τότε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με αίτημα την εξαίρεση του συγκροτήματος απορρίφθηκαν.
Ακολούθησε η απόπειρα του κεντρικού κράτους να αξιοποιήσει την έκταση για την ανέγερση του νέου Δικαστικού Μεγάρου Χανίων μέσω Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), κατ’ αντιστοιχία με τους υπόλοιπους νομούς της Κρήτης. Ωστόσο, ακόμη και ο κρατικός αυτός σχεδιασμός κατέρρευσε εξαιτίας μιας περίπλοκης εμπλοκής:
«Ακόμα και ο σχεδιασμός του κεντρικού κράτους σταμάτησε, επειδή υπάρχει δικαστική διένεξη με ένα τμήμα του χώρου που το διεκδικεί ιδιώτης —εννιά στρέμματα τα οποία μας αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά. Αυτή η διεκδίκηση δηλαδή δημιουργεί πολλά νομικά προβλήματα».
Η αποκάλυψη της ιδιοκτησιακής εμπλοκής με τα εννέα διεκδικούμενα στρέμματα κατέδειξε ότι το ακίνητο του πρώην Ψυχιατρείου παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν μακροχρόνιο δικαστικό και γραφειοκρατικό κυκεώνα, καθιστώντας κάθε εξαγγελία για άμεση στέγαση φοιτητών παντελώς ανεδαφική.
Η διεύρυνση σε «Κοινωνική Στέγη»: Η αντιπαράθεση για την ιεράρχηση των αναγκών
Αναγνωρίζοντας το πολιτικό βάρος του φοιτητικού ψηφίσματος αλλά ταυτόχρονα επιδιώκοντας να διευρύνει το πεδίο της διεκδίκησης, ο δήμαρχος Χανίων προχώρησε σε μια πρόταση συμβιβαστικής τροποποίησης, η οποία ωστόσο πυροδότησε νέο κύκλο αντιδράσεων στην αίθουσα. Ο κ. Σημανδηράκης έθεσε ευθέως το ζήτημα της ιεράρχησης των κοινωνικών αναγκών της πόλης, υποστηρίζοντας ότι η οικιστική κρίση δεν εξαντλείται στα όρια των πανεπιστημιακών σχολών:
«Στο καθαρά πολιτικό μέρος, θέλετε να πάρουμε μία απόφαση να γίνουν φοιτητικές εστίες. Και εγώ θα ήθελα να ρωτήσω καλοπροαίρετα: Η ιεράρχηση των αναγκών για κοινωνική στέγη στα Χανιά εξαντλείται στις ανάγκες των φοιτητών; Ακόμα και με τη συζήτηση που κάναμε ανοίγοντας το Δημοτικό Συμβούλιο, στον απόηχο των κινητοποιήσεων των υγειονομικών ή τις αντίστοιχες συζητήσεις που γίνονται για τους εκπαιδευτικούς; Θεωρώ ότι το αίτημα το οποίο πρέπει να ψηφίσουμε σήμερα δεν πρέπει να είναι τόσο περιοριστικό. Δεν θα πω όχι στο να γίνουν φοιτητικές εστίες, αλλά το αίτημα θα πρέπει να είναι διευρυμένο: κοινωνική στέγη, που να περιλαμβάνει και τους φοιτητές».
Η πρόταση της δημοτικής αρχής προέβλεπε την αναδιατύπωση του αιτήματος προς την ΕΤΑΔ με τον τίτλο «φοιτητικές εστίες / κοινωνική στέγη», ώστε να ενταχθούν σε μελλοντικά οικιστικά προγράμματα γιατροί, νοσηλευτές, δάσκαλοι και καθηγητές που υπηρετούν στα Χανιά. Αναφερόμενος σε διεθνείς πρακτικές, ο δήμαρχος επικαλέστηκε τα παραδείγματα χωρών της Μεσογείου που αξιοποίησαν πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης για τη δημιουργία σύγχρονων δημόσιων κατοικιών υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών.
Η προοπτική αυτή, ωστόσο, συνάντησε την έντονη αντίδραση μελών του ακροατηρίου και της αντιπολίτευσης, με παρευρισκόμενο να παρεμβαίνει φωνάζοντας ότι μια τέτοια διεύρυνση «λέγεται κακομοιριά», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η διάχυση του αιτήματος θα οδηγήσει στην αποδυνάμωσή του και στη δημιουργία υποβαθμισμένων δομών πρόνοιας.
Ο κ. Σημανδηράκης αντέκρουσε την κατηγορία με ιδιαίτερη ένταση:
«Όχι, δεν λέγεται κακομοιριά. Δεν λέγεται κακομοιριά όταν διεκδικούμε στέγη για όλο τον κόσμο και όχι στέγη με τις προδιαγραφές που κάποιος μπορεί να έχει στο μυαλό του από το παρελθόν. Στέγη με αξιώσεις, όπως γίνεται σε πάρα πολλές χώρες, ιδιαίτερα της Μεσογείου, οι οποίες αξιοποίησαν πολύ σημαντικό μέρος από το Ταμείο Ανάκαμψης κατασκευάζοντας κατοικίες για κοινωνικές ομάδες που το είχαν ανάγκη. Όχι κοινωνικές κατοικίες με προσεγγίσεις που δεν ανταποκρίνονται στην αξιοπρέπεια που πρέπει να έχουν αυτοί οι άνθρωποι και οι δημόσιοι λειτουργοί. Εάν συμφωνείτε λοιπόν, χωρίς να απαλειφθεί η κατεύθυνση των φοιτητικών εστιών, να το ανοίξουμε ακόμα περισσότερο σε δομές που καλύπτουν λειτουργήματα του κοινωνικού κράτους».
Η αντιπαράθεση αυτή αποκρυστάλλωσε δύο διαφορετικές στρατηγικές: από τη μία πλευρά, την ανάγκη των φοιτητών για μια στοχευμένη, άμεση πίεση υπέρ του πανεπιστημίου, και από την άλλη, την προσπάθεια του δήμου να συγκροτήσει ένα ευρύτερο κοινωνικό μέτωπο, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη γραφειοκρατική καθυστέρηση και ασαφέστερο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Η ιδεολογική ρήξη: Η ατομική ιδιοκτησία, η «πολεμική οικονομία» και η κληρονομιά του Βενιζέλου
Η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Χανίων δεν περιορίστηκε στη διαχείριση της διοικητικής συγκυρίας, αλλά προσέλαβε γρήγορα βαθύτερα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, όταν τον λόγο έλαβαν οι εκπρόσωποι της «Λαϊκής Συσπείρωσης». Τοποθετούμενος εκ μέρους της παράταξης, ο δημοτικός σύμβουλος Μιλτιάδης Κλωνιζάκης επεσήμανε την αντίφαση μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που καλείται να επωμιστεί δυσανάλογα βάρη χωρίς τους απαραίτητους πόρους, την ώρα που το κεντρικό κράτος μετατοπίζει τις προτεραιότητές του:
«Με χαρά άκουσα τον κύριο Δήμαρχο να χρησιμοποιεί φρασεολογία της Λαϊκής Συσπείρωσης σε σχέση με το κεντρικό κράτος. Δεν απαξιώνεται η προσπάθεια του Δήμου, όμως δυστυχώς η τοπική αυτοδιοίκηση —τοπική διοίκηση κυρίως— έχει αναλάβει πολύ μεγάλο μέρος καταστάσεων που δεν θα έπρεπε. Χωρίς πόρους, χωρίς μέσα, χωρίς τίποτα. Από την άλλη, βλέπουμε το κεντρικό κράτος να πετσοκόβει από τον προϋπολογισμό της παιδείας, της υγείας —το παράδειγμα του νοσοκομείου Χανίων είναι δίπλα μας— και από την άλλη να αυξάνει τον προϋπολογισμό σε αυτό που με ένταση τα τελευταία χρόνια ονομάζουμε εμείς πολεμική οικονομία».
Εστιάζοντας στο στεγαστικό, ο κ. Κλωνιζάκης περιέγραψε τη σημερινή συνθήκη ως μια πραγματική κοινωνική τραγωδία, σημειώνοντας ότι η γιγάντωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση εκτόξευσαν το μέσο μίσθωμα μιας γκαρσονιέρας στα 450 με 500 ευρώ. Αντιπαρέβαλε δε το δυσθεώρητο αυτό κόστος με την κρατική ανεπάρκεια: «Τι είναι οι εστίες αυτή τη στιγμή; Μια σταγόνα στον ωκεανό. Ειπώθηκε ότι για το ΕΛΜΕΠΑ υπάρχουν 16 θέσεις στους Αγίους Αποστόλους. Αυτό, με συγχωρείτε, είναι τραγωδία. Δεκαέξι θέσεις για 2.500 εγγεγραμμένους φοιτητές. Αντιστοίχως, οι θέσεις που διαθέτει το Πολυτεχνείο, που σαν ποσοστό δεν καλύπτει ούτε το 7% ή 8%, συνιστούν εξίσου τραγωδία».
Τη σκληρότερη κριτική απέναντι στη δημοτική αρχή άσκησε ο δημοτικός σύμβουλος της ίδιας παράταξης, Δημήτριος Μακρέας, καταλογίζοντας δεκαετή καθυστέρηση στην αναγνώριση του προβλήματος:
«Θα ήθελα πάρα πολύ να κουνήσω το δάχτυλο σε αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο. Ως Λαϊκή Συσπείρωση έχουμε θέσει τουλάχιστον τέσσερις φορές το ζήτημα της στέγασης με ερωτήσεις στη λογοδοσία ή προ ημερησίας. Μέχρι πάρα πολύ πρόσφατα η στάση της δημοτικής αρχής ήταν να αρνείται να συζητήσει καν το ζήτημα. Χαιρετίζω την αλλαγή αυτής της στάσης, αλλά επιτέλους θα μπούμε στη διαδικασία το 2026 να συζητήσουμε ένα θέμα το οποίο το θεσμικό όργανο της πόλης θα έπρεπε να το έχει συζητήσει το 2016. Δέκα χρόνια αργότερα. Πού είναι οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου για τη στέγαση; Πού είναι ο οδικός χάρτης διεκδίκησης από το κεντρικό κράτος; Πού είναι οποιαδήποτε απόφαση για στεγαστική πολιτική; Δεν υπάρχει πουθενά».
Ο κ. Μακρέας προχώρησε σε μια ιστορική και οικονομική αναγωγή, απορρίπτοντας το επιχείρημα ότι η σημερινή κρίση οφείλεται απλώς στον τουριστικό χαρακτήρα της περιοχής:
«Τα Χανιά ήταν τουριστικά και πριν από είκοσι χρόνια και πριν από τριάντα. Και πριν από είκοσι χρόνια και πριν από δέκα και πριν από τριάντα πάλι καπιταλισμό είχαμε. Παρ’ όλα αυτά, και οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι έβρισκαν σπίτι σε αυτή την πόλη. Τι άλλαξε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και έχουμε φτάσει σε αυτή την κατάντια; Είναι ότι αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε την πόλη και ως κοινό τόπο. Τη βλέπουμε μόνο ως άθροισμα ιδιοκτησιών. Αυτό που συμβαίνει στα Χανιά είναι η ιδεολογική χρεοκοπία της ατομικής ιδιοκτησίας ως του μοναδικού πόλου λειτουργίας της κοινωνίας. Όταν το ζήτημα των αγροτών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα έγινε πάρα πολύ οξυμένο, η αστική τάξη της Ελλάδας έβαλε το ζήτημα των απαλλοτριώσεων των γαιών. Και αυτό το πράγμα το έκανε ο Βενιζέλος· δεν το έκανε κάποια επαναστατική κυβέρνηση. Ήρθε η ώρα ξανά ο Δήμος Χανίων να ξανασυζητήσει τι σημαίνει πόλη και τι σημαίνει κοινός τόπος».
Απαντώντας στις αιτιάσεις της αριστερής πτέρυγας, ο δήμαρχος Παναγιώτης Σημανδηράκης υπεραμύνθηκε του πραγματισμού της διοίκησης, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση ιδεολογικών σχημάτων δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα για τους πολίτες: «Θα μπορούσα κι εγώ πάρα πολύ εύκολα να αρχίσω να κάνω μια ιδεολογική ανάλυση με επίκεντρο το θεμελιώδες ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας. […] Η ευθύνη της εκάστοτε δημοτικής αρχής είναι να λειτουργεί στο υφιστάμενο πλαίσιο και να διεκδικεί αλλαγές εκεί που θεωρεί ότι δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Εάν ισχυρές δημοτικές αρχές σε μεγάλες πόλεις, με διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό, δεν έχουν απαντήσει και δεν έχουν ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, μήπως τελικά το πλαίσιο είναι πιο ανελαστικό απ’ όσο θα θέλαμε; Μήπως οι δυνατότητες είναι πολύ συγκεκριμένες;».
Η θεσμική στάση της αντιπολίτευσης: Στήριξη στο ψήφισμα χωρίς συμψηφισμούς
Απέναντι στις επιφυλάξεις της δημοτικής αρχής και στη διελκυστίνδα περί διεύρυνσης των δικαιούχων, οι παρατάξεις της αντιπολίτευσης επέλεξαν να ταχθούν αναφανδόν στο πλευρό των φοιτητικών συλλόγων, ζητώντας την άμεση και χωρίς περιστροφές υιοθέτηση του ψηφίσματος.
Τη θέση αυτή διατύπωσε με σαφήνεια η επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης («Όνειρο είναι τα Χανιά»), Αικατερίνη Μανιμανάκη. Στην τοποθέτησή της, υπογράμμισε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο οφείλει να αναλάβει το ηθικό και ιστορικό του χρέος απέναντι στους νέους επιστήμονες, αποτρέποντας τη μετάλλαξη της πόλης σε έναν κυνικό καταναλωτή της νεανικής παρουσίας:
«Κύριε Πρόεδρε, καλούμαστε σήμερα να ψηφίσουμε ένα ψήφισμα που ήρθε από τον φοιτητικό σύλλογο του ΕΛΜΕΠΑ και του Πολυτεχνείου. Καλούμαστε να στηρίξουμε τους επόμενους μελλοντικούς μας επιστήμονες, παιδιά που θα θέλαμε να βρισκόμαστε ξανά κι εμείς στις θέσεις τους. Με ένα συγκεκριμένο ψήφισμα, με μια συγκεκριμένη πρόταση. Δεν νομίζω ότι αυτή η πρόταση μας δεσμεύει μόνο για τους φοιτητές. Εμείς μπορούμε να ψηφίσουμε αυτό το κείμενο σήμερα όλοι μαζί και στην πορεία μακάρι να μπορέσουμε να προσθέσουμε σε αυτό ή να κάνουμε μια τροποποίηση, αν και εφόσον δοθούν τα κτίρια του παλιού ψυχιατρείου για κτίρια φοιτητικών εστιών και κοινωνικών κατοικιών».
Η κ. Μανιμανάκη υπενθύμισε με έμφαση τη διαχρονική προσφορά των ανώτατων ιδρυμάτων στην οικονομική και πνευματική επιβίωση της τοπικής κοινωνίας, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, καταγγέλλοντας την αχαριστία του κυρίαρχου οικονομικού μηχανισμού απέναντι στους σπουδαστές:
«Το Πολυτεχνείο χρόνια τώρα, από τότε που δημιουργήθηκε, τροφοδοτούσε την πόλη των Χανίων. Τροφοδοτούσε οικονομικά την πόλη των Χανίων, τροφοδοτούσε κοινωνικά την πόλη των Χανίων, και αυτή τη στιγμή η πόλη των Χανίων έχει γυρίσει σε αυτούς τους φοιτητές την πλάτη. Να ψηφίσουμε αυτό το ψήφισμα, κύριε Δήμαρχε; Δεν νομίζω ότι υπάρχει θέμα αργότερα να στείλουμε κάτι επιπλέον στην ΕΤΑΔ και να διεκδικήσουμε όλο τον χώρο του παλιού ψυχιατρείου για κοινωνικές κατοικίες. Αν τα καταφέρουμε, θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι».
Η προσέγγιση της αντιπολίτευσης κατέστησε σαφές ότι η προσπάθεια της δημοτικής αρχής να περιλάβει προκαταβολικά υγειονομικούς και εκπαιδευτικούς στην ίδια απόφαση κινδύνευε να εκληφθεί ως υπεκφυγή ή ως προσπάθεια αποδυνάμωσης της συγκεκριμένης φοιτητικής διεκδίκησης.
Ο σκόπελος του Ελεγκτικού Συνεδρίου: Οικονομικός έλεγχος και θεσμικά όρια
Πέρα από τις νομικές επιπλοκές της ΕΤΑΔ και των διεκδικούμενων εννέα στρεμμάτων του Ψυχιατρείου, η συζήτηση αποκάλυψε και ένα δεύτερο, εξαιρετικά άκαμπτο γραφειοκρατικό εμπόδιο που δεσμεύει τη λειτουργία των δήμων: τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας των δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Αναφερόμενο στο αίτημα των φοιτητών για επέκταση της επιδότησης της φοιτητικής κάρτας μετακινήσεων κατά τους θερινούς μήνες (Ιούλιο και Αύγουστο), το προεδρείο και ο δήμαρχος εξήγησαν ότι η τοπική αυτοδιοίκηση κινείται σε ένα ναρκοθετημένο θεσμικό πεδίο. Ο έλεγχος που ασκεί ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου θέτει αυστηρά όρια στο τι θεωρείται επιλέξιμη και νόμιμη δημοτική δαπάνη:
«Κρατάμε τη διεκδίκησή σας να μην υπάρχει το κενό τους θερινούς μήνες. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να το καταφέρουμε, γιατί αυτή η δαπάνη ελέγχεται από τον Επίτροπο. Και ο Επίτροπος, όταν βλέπει φοιτητική μετακίνηση, είναι πολύ πιθανό να αρνηθεί δαπάνες εκτός του ακαδημαϊκού χρόνου. Αυτό το λέω ως επιφύλαξη νομική. Σε κάθε περίπτωση θα είμαι σε επικοινωνία, θα σας ενημερώνουμε και πιστεύω ότι σύντομα αυτό το οποίο διεκδικήσατε σήμερα με την παρουσία σας, αυτό το όσο είναι —όχι το καταλυτικό, όχι το μεγάλο, αλλά αυτό εν πάση περιπτώσει— νομίζω ότι μπορούμε να το καταφέρουμε».
Η διάσταση αυτή ανέδειξε ανάγλυφα την ασυμμετρία μεταξύ των πραγματικών κοινωνικών αναγκών και των νομικών τυπικοτήτων του κράτους. Ενώ οι φοιτητές υποχρεούνται από τα προγράμματα σπουδών τους να παραμένουν στην πόλη για τις εξεταστικές περιόδους του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, η δημοσιονομική νομοθεσία τείνει να αντιμετωπίζει τη φοιτητική ιδιότητα ως ενεργή αποκλειστικά εντός των μηνών της τυπικής διδασκαλίας των εξαμήνων. Οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση από το δημοτικό ταμείο εκτός αυτού του διαστήματος κινδυνεύει να προσκρούσει στον καταλογισμό των ποσών ως παράνομων, εκθέτοντας τα αιρετά στελέχη σε πειθαρχικές και αστικές ευθύνες.



