Στη δημοσιοποίηση μίας εκτενούς δημοσιογραφικής έρευνας για μία από τις πλέον πολύνεκρες επιθέσεις κατά αμάχων σε αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση των τελευταίων δεκαετιών προχώρησε ο ανεξάρτητος ειδησεογραφικός οργανισμός Drop Site News, με την υπογραφή των Τζέρεμι Σκάχιλ (Jeremy Scahill), Μουρτάζα Χουσεΐν (Murtaza Hussain) και Ρεζά Σαγιάχ (Reza Sayah).
Η έρευνα φωτίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βομβαρδίστηκε το σχολικό συγκρότημα Shajareh Tayyebeh στην πόλη Μινάμπ του νοτίου Ιράν κατά τις πρώτες ώρες της έναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ, στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Από τα διαδοχικά πλήγματα με πυραύλους cruise τύπου Tomahawk έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 156 άνθρωποι —εκ των οποίων 120 παιδιά και 26 γυναίκες εκπαιδευτικοί—, μετατρέποντας το σχολείο σε μαζικό τάφο.
Μέσα από μαρτυρίες επιζώντων, διασωστών, γιατρών και γονέων, καθώς και αποκαλύψεις πρώην αξιωματούχων του Πενταγώνου και αναλυτών πληροφοριών, η έρευνα καταγράφει τον ρόλο του συστήματος τεχνητής νοημοσύνης Maven, τις δραστικές αλλαγές στα πρωτόκολλα προστασίας αμάχων της κυβέρνησης Τραμπ και τα πορίσματα του ΟΗΕ που κάνουν λόγο για διάπραξη εγκλήματος πολέμου.
Το χρονικό της 28ης Φεβρουαρίου: Από τις τάξεις στα ερείπια του Shajareh Tayyebeh
Το πρωί του Σαββάτου, 28 Φεβρουαρίου 2026, συνέπεσε με την πρώτη εβδομάδα του ιερού μήνα του Ραμαζανιού. Η ιρανική κοινή γνώμη είχε υποδεχθεί την προηγούμενη ημέρα με συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν —διαμεσολαβητής στις διπλωματικές επαφές— είχε ανακοινώσει από την Ουάσιγκτον μετά από συνάντηση με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς ότι οι συνομιλίες είχαν σημειώσει ιστορική πρόοδο για την αποτροπή της σύρραξης.
Στην παραθαλάσσια πόλη Μινάμπ της επαρχίας Χορμοζγκάν, στρατηγικά τοποθετημένη στο στενό του Ορμούζ, η νηπιαγωγός Χοσνιγιέ Σαλέμ (Hossniyeh Salem) ετοίμαζε τον δεκάχρονο γιο της, Γιασίν, για το σχολείο Shajareh Tayyebeh. Επρόκειτο για ένα αναγνωρισμένο ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, όπου στον επάνω όροφο στεγάζονταν τα κορίτσια, στο ισόγειο τα αγόρια και σε διακριτό τμήμα το νηπιαγωγείο, συγκεντρώνοντας παιδιά από εργατικές οικογένειες και εκπαιδευτικούς της ευρύτερης περιοχής. Ανάμεσά τους βρισκόταν και η 6χρονη Φατεμέχ Γιαζντανπανάχ (Fatemeh Yazdanpanah) από το γειτονικό ψαροχώρι Γκουρζάνγκ, της οποίας ο πατέρας, καθηγητής περσικής λογοτεχνίας, την είχε εγγράψει στο σχολείο διαβλέποντας το ιδιαίτερο ταλέντο της στην ποίηση.
Γύρω στις 9:30 π.μ., όταν έγινε γνωστό ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ είχαν ξεκινήσει, οι τοπικές αρχές έδωσαν εντολή εκκένωσης των σχολείων. Ενώ οι διδάσκοντες καλούσαν τηλεφωνικά τους γονείς να παραλάβουν τα παιδιά τους, μία ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε την περιοχή έξω από το σχολικό συγκρότημα, θρυμματίζοντας τα τζάμια των αιθουσών. Η νηπιαγωγός Χοσνιγιέ Σαλέμ περιγράφει τις στιγμές που ακολούθησαν:
«Τα παιδιά ήταν πέντε ετών και το μόνο που έκαναν ήταν να ουρλιάζουν “Κυρία! Κυρία!” και να κλαίνε. Έτρεξα προς τα παιδιά. Τους είπα απλώς: “Μπείτε κάτω από το τραπέζι!”. Δεν πίστευα ότι θα χτυπούσαν το σχολείο. Απλώς νόμιζα ότι κάποιο άλλο σημείο είχε πληγεί. Είπα: “Μη φοβάστε, καθίστε κάτω”».
Ενώ δεκάδες μαθητές οδηγήθηκαν για προστασία στην αίθουσα προσευχής, ακολούθησε ο βομβαρδισμός του ίδιου του κτιρίου:
«Δύο ταυτόχρονοι ήχοι. Βρίσκονται ακόμα στα αυτιά μου. Ο γιος μου τους περιγράφει ακόμη: “Φσουυυ, μπαμ! Φσουυυ, μπαμ!” — και μετά η έκρηξη σε απόσταση αναπνοής. Έπεφταν σοβάδες, το έδαφος έτρεμε, και εκείνη τη στιγμή κοίταξα τα κορίτσια του νηπιαγωγείου και τον γιο μου και είπα μέσα μου: “Τελείωσε. Τώρα είναι η ώρα που θα θαφτούμε κάτω από τα συντρίμμια, τώρα θα καταρρεύσει”. […] Η τάξη γέμισε καπνό και σκόνη. Είπα στον γιο μου: “Γιασίν, τρέξε και άνοιξε την πόρτα. Ας βγούμε έξω!”. Τα παιδιά του νηπιαγωγείου δεν φορούσαν παπούτσια, καθώς η τάξη μας είχε μοκέτα. Πήρα τα παιδιά στην αγκαλιά μου, ένα προς ένα, και τα έβγαλα έξω».
Μαρτυρίες από τα ερείπια: Οι διασώστες, τα νοσοκομεία και το τραύμα του Μινάμπ
Όταν οι πρώτες ομάδες της Ιρανικής Ερυθράς Ημισελήνου και της Πυροσβεστικής έφθασαν στο σημείο, τα δύο τρίτα των κτιριακών εγκαταστάσεων είχαν μετατραπεί σε σωρούς από μπετόν και καπνό. Σύμφωνα με την ιρανική κυβέρνηση, μεταξύ 10:45 π.μ. και 11:30 π.μ. εννέα πύραυλοι έπληξαν το σχολείο και τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ μεταξύ 1:00 μ.μ. και 2:00 μ.μ. ακολούθησαν άλλοι τέσσερις πύραυλοι, χτυπώντας το ιατρείο Shahid Absalan όπου περιθάλπονταν τραυματίες, καθώς και παρακείμενα καταστήματα.
Ο Εχσάν Μοχσενί (Ehsan Mohseni), συντονιστής της Ερυθράς Ημισελήνου στο Μινάμπ, κατέγραψε διαδοχικά πλήγματα μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό:
«Μέσα σε διάστημα περίπου 53 ή 54 δευτερολέπτων, είχαμε τρία πλήγματα. […] Αντιλήφθηκα ότι αυτό που χτυπήθηκε ήταν το σχολείο Shajareh Tayyebeh. Όταν έφτασα εκεί, το σχολείο ήταν κατεστραμμένο και τυλιγμένο στις φλόγες και τον καπνό. Είδαμε εξαιρετικά τρομερές σκηνές. […] Ο συνάδελφός μου με πλησίασε κρατώντας το κεφάλι ενός μικρού μαθητή. Είδα την Ημέρα της Κρίσεως».
Ο Μασίντ Νταντανιά (Majid Dadania), μέλος της ομάδας έκτακτης ανάγκης, ανέφερε ότι η αυλή ήταν γεμάτη με διαμελισμένα σώματα παιδιών, περιγράφοντας σκηνές απόγνωσης γονέων που αναζητούσαν τα παιδιά τους επί ημέρες:
«Υπήρχε ένας πατέρας μαζί μας που έψαχνε τα δύο παιδιά του μέχρι τις τέσσερις ή πέντε το πρωί, όταν τα δάχτυλά του δεν λειτουργούσαν πια. Τα δάχτυλά του ήταν καλυμμένα με αίμα, είχε χάσει τα νύχια του. Σε αυτή την κατάσταση τον πήρε ο ύπνος. Υπήρχε επίσης ένας πατέρας στον οποίο δεν είχαμε τίποτα να δώσουμε. Το μόνο που είχε απομείνει από το παιδί του ήταν μία σχολική τσάντα και τα παπούτσια του. Ο πατέρας καθόταν και μιλούσε στη σχολική τσάντα και στα παπούτσια. Τίποτα από το παιδί του δεν έχει ανασυρθεί».
Ο διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας του Μινάμπ, Μεχράν Ζακερί (Mehran Zakeri), τόνισε ότι οι διασώστες ανέσυραν υπολείμματα ανθρωπίνων ιστών κάτω από τα νύχια τους, ενώ ο πυροσβέστης Μοχαμάντ Γιαζντανπανάχ ανέφερε ότι κατά την απομάκρυνση πλακών μπετόν από εκσκαφέα αντίκρισε τη σορό ενός 4χρονου ή 5χρονου κοριτσιού με βαριά κρανιακά τραύματα.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Hazrat Abolfazl του Μινάμπ, ο διευθυντής δρ Μοχαμάντ Μοβαρέχ (Mohammad Movarekh) εξήγησε ότι οι υποδομές του νεκροτομείου, χωρητικότητας μόλις έξι θέσεων, κατέρρευσαν άμεσα:
«Καλέσαμε ανθρώπους που ήταν διανομείς ψαριών και γαρίδων, επειδή πρόκειται για παραθαλάσσια περιοχή. Ζητήσαμε τη βοήθειά τους και τους καταψύκτες τους. […] Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε φορτηγά-ψυγεία μεταφοράς ψαριών. Το βράδυ του περιστατικού, μεταφέραμε όλους τους μάρτυρες στο νεκροτομείο και τους βγάλαμε φωτογραφίες. Φέραμε αυτές τις φωτογραφίες στο τζαμί του νοσοκομείου γύρω στις 9:30 ή 10 το βράδυ και τις δείξαμε στις οικογένειες μέσω βιντεοπροβολέα».
Ανάμεσα στα θύματα που αναγνωρίστηκαν ήταν η 6χρονη Φατεμέχ και η ξαδέλφη της, Άσρα, τις οποίες οι διασώστες εντόπισαν στην αγκαλιά της νεκρής δασκάλας τους, η οποία επιχείρησε να τις προστατεύσει με το σώμα της.
Η δρ Μοχαντεσέ Νταρβισί (Mohadeseh Darvishi), ειδική ψυχολόγος τραύματος που ανέλαβε τη φροντίδα των 283 επιζώντων παιδιών και των οικογενειών τους, κατέγραψε εκτεταμένα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD) και βαθύ αίσθημα ενοχής επιζώντος: «Πολλά παιδιά ξυπνούν ουρλιάζοντας, ακούγοντας τις φωνές των φίλων τους να ζητούν βοήθεια. […] Το σχολείο δεν αποτελεί πλέον ασφαλές μέρος γι’ αυτά τα παιδιά, αλλά για όλα τα παιδιά του Μινάμπ».
Η τεχνική τεκμηρίωση: Πύραυλοι Tomahawk και το σύστημα AI Maven
Στο επίκεντρο της διερεύνησης των αιτιών του πλήγματος τέθηκαν τα υλικά πειστήρια που εντοπίστηκαν στο σημείο. Ο τεχνικός αναλυτής όπλων της Armament Research Services (ARES), Τρέβορ Μπολ (Trevor Ball), εξέτασε φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης από τα θραύσματα των πυραύλων που συνέλεξαν οι ιρανικές αρχές, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για εξαρτήματα πυραύλων cruise Tomahawk:
Ο κωδικός CAGE που αναγράφεται στα εξαρτήματα παραπέμπει απευθείας στην κατασκευάστρια εταιρεία Raytheon, ενώ τα ευρήματα περιλαμβάνουν τουλάχιστον δύο διαφορετικούς κινητήρες στροβιλοανεμιστήρα (turbofan), επιβεβαιώνοντας τη χρήση πολλαπλών βλημάτων του συγκεκριμένου τύπου.
Αναφορικά με τη στοχοποίηση, δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg, επικαλούμενο περισσότερους από είκοσι Αμερικανούς αξιωματούχους και πηγές προσκείμενες στις έρευνες του Πενταγώνου, αποκάλυψε ότι η αλυσίδα στοχοποίησης (kill chain) περιλάμβανε δεδομένα από το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης Maven, το οποίο διαχειρίζεται η εταιρεία Palantir. Σύμφωνα με τις πηγές αυτές, η διαδικασία κατάρτισης και αξιολόγησης στόχων —η οποία σε παλαιότερες συγκρούσεις απαιτούσε ώρες εργασίας από εξειδικευμένους αναλυτές— συμπυκνώθηκε μέσω του συστήματος Maven σε λίγα λεπτά. Το λογισμικό δεν εντόπισε ότι ο χώρος λειτουργούσε ως ενεργό σχολείο, κατατάσσοντάς τον ως ναυτική εγκατάσταση των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) βάσει δεδομένων παλαιότερων της δεκαετίας, ενώ ούτε το προσωπικό που ανέλαβε την επιθεώρηση των δεδομένων προέβη σε επαλήθευση.
Όπως επιβεβαιώνεται από διοικητικά έγγραφα της επαρχίας Χορμοζγκάν, ο χώρος αποτελούσε τμήμα στρατοπέδου των IRGC έως το 2014, οπότε και παραχωρήθηκε για αστική χρήση, λαμβάνοντας επίσημη άδεια λειτουργίας σχολείου το 2015. Τα γραφεία της διοίκησης του Ναυτικού των IRGC, τα οποία βρίσκονταν σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων, είχαν εκκενωθεί από το 2025 μετά τον λεγόμενο «Πόλεμο των 12 Ημερών». Επιπλέον, δορυφορικές λήψεις του 2025 κατέγραφαν καθαρά παιδιά να κινούνται στο προαύλιο και στο γήπεδο ποδοσφαίρου του σχολείου.
Το δόγμα της «μέγιστης φονικότητας» και οι αντιδράσεις πρώην αξιωματούχων των ΗΠΑ
Πρώην ανώτατοι αξιωματούχοι του αμερικανικού στρατιωτικού και διπλωματικού μηχανισμού άσκησαν δριμεία κριτική στη διαχείριση της επιχείρησης. Ο Γουές Μπράιαντ (Wes Bryant), πρώην επικεφαλής αξιολόγησης απωλειών αμάχων του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ (DoD) έως το 2024 και πρώην ελεγκτής τακτικού εναέριου πολέμου των Ειδικών Δυνάμεων, επεσήμανε ότι οι δικλίδες ελέγχου παρακάμφθηκαν πλήρως:
«Οι ΗΠΑ σκόπευαν να στοχεύσουν αυτή την εγκατάσταση, αυτό το σχολείο, αλλά λόγω δικής τους αμέλειας και απερισκεψίας, δεν γνώριζαν εκείνη τη στιγμή τι ήταν. Και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Αυτό δεν είναι “ομίχλη του πολέμου”. Είναι τα βασικά στοιχεία. Είχαμε άφθονο χρόνο να προετοιμάσουμε αυτούς τους στόχους. Είναι απίστευτο για μένα ότι πήραν όλα αυτά τα δεδομένα που ήταν πάνω από 10 ετών και κανένα από αυτά δεν επανεξετάστηκε και δεν επαληθεύτηκε. […] Δεν έχω δει τίποτα παρόμοιο σε όλα τα 20 και πλέον χρόνια που ασχολούμαι ο ίδιος με τη στοχοποίηση. Αλλά νομίζω ότι αυτό αντανακλά την αλλαγή κουλτούρας που επέβαλε ο Χέγκσεθ».
Ο Μπράιαντ υπενθύμισε ότι στις αρχές της θητείας του ως επικεφαλής του Πενταγώνου το 2025, ο Πιτ Χέγκσεθ διέλυσε το Κέντρο Προστασίας Αμάχων, διακηρύσσοντας ένα δόγμα «μέγιστης φονικότητας, όχι χλιαρής νομιμότητας» (maximum lethality, not tepid legality).
Από την πλευρά της, η Χάλα Ραρίτ (Hala Rharrit), διπλωμάτης καριέρας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί 17 χρόνια με εξειδίκευση στη Μέση Ανατολή (η οποία παραιτήθηκε το 2024), απέρριψε την εκδοχή ενός απλού σφάλματος:
«Δεν υπάρχει τρόπος να πει κανείς ότι αυτό ήταν κάποιου είδους λάθος. Είτε λες ότι ο αμερικανικός στρατός είναι εντελώς ανίκανος —ότι παρά τα πολλαπλά επίπεδα ελέγχου, όλοι τα έκαναν θάλασσα— είτε υπήρχε κάτι πολύ, πολύ σκοτεινό σε αυτό το πλήγμα».
Ο Χάρισον Μαν (Harrison Mann), πρώην ταγματάρχης του αμερικανικού στρατού και αναλυτής της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (DIA), σημείωσε ότι η πολιτική πίεση για τη μαζική παραγωγή στόχων οδήγησε στην παράκαμψη των ελέγχων: «Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν 20.000 πιθανοί στόχοι στο Ιράν. Έχεις περιορισμένο αριθμό αναλυτών […] Μπορεί να μην είχαν αρκετό χρόνο για να επανελέγξουν όλους τους στόχους και να βεβαιωθούν ότι αυτός δεν ήταν ένα σχολείο που θα μπορούσες να βρεις στο Google Maps».
Η εξέλιξη του επίσημου αφηγήματος της Ουάσιγκτον και το πόρισμα του ΟΗΕ
Στον απόηχο της τραγωδίας, οι δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας υπήρξαν αντιφατικές. Στις 2 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα στόχευαν σκόπιμα ένα σχολείο», ενώ ο πρέσβης του Ισραήλ στον ΟΗΕ Ντάνι Ντανόν υποστήριξε ότι επρόκειτο για επίθεση των ίδιων των Φρουρών της Επανάστασης. Τον ισχυρισμό αυτό υιοθέτησε στις 7 Μαρτίου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ισχυριζόμενος χωρίς στοιχεία ότι «έγινε από το Ιράν, επειδή είναι πολύ ανακριβείς με τα πυρομαχικά τους», προσθέτοντας αργότερα αναληθώς ότι το Ιράν διαθέτει επίσης πυραύλους Tomahawk —όπλα που κατέχουν μόνο πέντε χώρες διεθνώς.
Στις 10 Μαρτίου, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ υποστήριξε ότι οι ιρανικές δυνάμεις «εκτοξεύουν πυραύλους από σχολεία και νοσοκομεία», χωρίς ωστόσο να παρουσιαστεί καμία απόδειξη πυρών από την περιοχή του σχολείου. Στις 12 Μαρτίου, οι New York Times αποκάλυψαν ότι στρατιωτική έρευνα απέδωσε την ευθύνη σε αμερικανικό Tomahawk, οδηγώντας την Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) στην ανακοίνωση εσωτερικής έρευνας, με τον διοικητή ναύαρχο Μπραντ Κούπερ να υποστηρίζει ενώπιον του Κογκρέσου ότι το σχολείο βρισκόταν εντός ενεργής πυραυλικής βάσης των IRGC. Ερωτηθείς στη σύνοδο της G7 στη Γαλλία στις 17 Ιουνίου για την απόδοση ευθυνών, ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε: «Κανείς δεν το έκανε επίτηδες. […] Λάθη γίνονται. Ο πόλεμος είναι άσχημος».
Αντίθετα, η Εκπαιδευτική, Επιστημονική και Επιμορφωτική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών (UNESCO) υπογράμμισε ότι «η δολοφονία μαθητών σε έναν χώρο αφιερωμένο στη μάθηση συνιστά σοβαρή παραβίαση της προστασίας που παρέχεται στα σχολεία βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου».
Τον Σεπτέμβριο του 2026, επίσημη εξεταστική αποστολή του ΟΗΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέπραξαν έγκλημα πολέμου:
«Κατά τη στοχοποίηση του σχολικού κτιρίου, οι ΗΠΑ ενήργησαν εκ προθέσεως, δηλαδή με το απαιτούμενο στοιχείο της βαριάς αμέλειας/απερισκεψίας (recklessness). […] Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέπραξαν το έγκλημα πολέμου της εξαπόλυσης επιθέσεων χωρίς διάκριση, με αποτέλεσμα την απώλεια ζωών ή τον τραυματισμό αμάχων ή τη ζημία σε πολιτικά αντικείμενα».
Η νομική διερεύνηση και τα όρια της διεθνούς δικαιοσύνης
Από την πλευρά της Τεχεράνης, ο υπουργός Δικαιοσύνης Αμίν Χοσεΐν Ραχιμί (Amin Hossein Rahimi) δήλωσε ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε στον εισαγγελέα της Τεχεράνης για την άσκηση ποινικών διώξεων, ενώ το ιρανικό κοινοβούλιο προετοιμάζει νομοθεσία για την έκδοση διεθνών ενταλμάτων σύλληψης. Ο κ. Ραχιμί σημείωσε ότι η χώρα θα ζητήσει την ενεργοποίηση της οικουμενικής δικαιοδοσίας από τρίτες χώρες, αν και αναγνώρισε ότι η προσφυγή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) ή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) προσκρούει στην έλλειψη θεσμικής αναγνώρισης και στη διαχρονική εχθρότητα των ΗΠΑ απέναντι στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.
Ο βετεράνος εισαγγελέας εγκλημάτων πολέμου Ριντ Μπρόντι (Reed Brody) τόνισε ότι οι Συμβάσεις της Γενεύης επιβάλλουν τη λήψη κάθε εφικτού μέτρου για την εξακρίβωση της φύσης του στόχου:
«Οι Συμβάσεις της Γενεύης απαιτούν από εκείνους που σχεδιάζουν μία επίθεση να κάνουν “ό,τι είναι εφικτό” για να επαληθεύσουν ότι οι στόχοι δεν είναι ούτε άμαχοι ούτε πολιτικά αντικείμενα. […] Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν προφανώς να πράξουν ό,τι ήταν εφικτό. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μίας συστηματικής αποτυχίας της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία εξαπέλυσε έναν παράνομο πόλεμο επιλογής χωρίς κατάλληλο σχεδιασμό ή επαρκή νομική εποπτεία».
Διαβάστε όλη την έρευνα ΕΔΩ



