19.3 C
Chania
Παρασκευή, 15 Μαΐου, 2026

Alpha Bank και ΤΕΑΠΕΤΕ: Πάνω από 900 εκατ. κέρδη όμως το κόστος των συντάξεων των εργαζόμενών της στο Δημόσιο – Τι διεκδικούν οι συνταξιούχοι

Ημερομηνία:

Η πρόσφατη κλιμάκωση των διεκδικήσεων των συνταξιούχων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη μαζική γενική συνέλευση του Απριλίου 2026 και τις επικείμενες κινητοποιήσεις της 28ης Μαΐου, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πλέον σύνθετα κεφάλαια του ελληνικού ασφαλιστικού και τραπεζικού δικαίου. Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται η «εγγυητική ευθύνη» της Alpha Bank, ως καθολικής διαδόχου της Εμπορικής, έναντι των ασφαλισμένων του ΤΕΑΠΕΤΕ. Σε μια συγκυρία όπου το τραπεζικό σύστημα καταγράφει ιστορικά υψηλά κερδοφορίας, η ηθική και νομική πίεση για την αποκατάσταση των συμβατικών παροχών αποκτά νέα δυναμική, θέτοντας την Πολιτεία και τη δικαιοσύνη ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης: την τήρηση των συμφωνηθέντων «στο διηνεκές», σε πείσμα των μνημονιακών ανατροπών.

Η ατμόσφαιρα στις τάξεις των συνταξιούχων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας θυμίζει πλέον τις ημέρες των μεγάλων κινητοποιήσεων της μεταπολίτευσης. Με τις επιστολές τους προς τη διοίκηση της Alpha Bank και τα αρμόδια υπουργεία (Οικονομικών και Εργασίας) στις 24 Απριλίου 2026, οι συνταξιούχοι κατέστησαν σαφές ότι ο νέος κύκλος αγώνα δεν είναι απλώς μια τυπική διαμαρτυρία, αλλά μια απαίτηση για άμεση ενεργοποίηση των καταστατικών δεσμεύσεων. Το σύνθημα «Η ΤΡΑΠΕΖΑ ALPHABANK ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ» δεν αποτελεί μόνο μια συναισθηματική εκτόνωση, αλλά μια νομική διαπίστωση που εδράζεται σε δεκαετίες συμβατικών κειμένων.

Η στρατηγική των συνταξιούχων εστιάζει πλέον στην ανατροπή του αφηγήματος περί «δημοσιονομικού προβλήματος». Σύμφωνα με τις αποφάσεις της γενικής τους συνέλευσης, η διεκδίκηση αφορά τη διασφάλιση των παροχών στο ύψος που ορίζει το καταστατικό του ΤΕΑΠΕΤΕ, ανεξαρτήτως των περικοπών που επιβλήθηκαν οριζόντια στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.

Η ημερομηνία της 28ης Μαΐου 2026 έχει οριστεί ως η αφετηρία των νέων αγωνιστικών κινητοποιήσεων στην Αθήνα και την επαρχία, με στόχο να αναδειχθεί η αντίφαση ανάμεσα στα καθαρά κέρδη ύψους 943 εκατ. ευρώ που εμφάνισε η τράπεζα το 2025 και την άρνησή της να καλύψει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς εκείνους που, όπως λένε οι ίδιοι, «στήριξαν με τις πλάτες τους τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος».

Η νομική «θωράκιση»: Οι αποφάσεις 1368 & 1369/2024 του ΣτΕ

Αν το 2026 είναι το έτος της δράσης, το 2024 υπήρξε το έτος της δικαστικής δικαίωσης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), με τις αποφάσεις 1368 και 1369/2024, ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά την εγγυητική ευθύνη της τράπεζας. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι οι καταστατικές ρυθμίσεις του ΤΕΑΠΕΤΕ δεν είναι απλές εσωτερικές οδηγίες, αλλά δεσμευτικοί όροι που υποχρεώνουν τον εργοδότη να καλύπτει τις παροχές.

Η νομική αυτή εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς το ιστορικό της ένταξης του Ταμείου στον ΕΦΚΑ το 2016. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον νόμο 4387/2016 (Νόμος Κατρούγκαλου), ο τότε Υπουργός Εργασίας είχε συνομολογήσει στα πρακτικά της Βουλής ότι η χρηματοδότηση των παροχών του ΤΕΑΠΕΤΕ δεν συνιστά δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά «ζήτημα οικονομικής ευθύνης της Τράπεζας ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ προς εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών της». Η Πολιτεία τότε είχε επιφυλαχθεί να μελετήσει το ζήτημα αργότερα, μια υπόσχεση που παρέμεινε στα συρτάρια για μια δεκαετία.

Οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ έρχονται να κλείσουν αυτόν τον κύκλο αναμονής, μετατρέποντας την «επιφύλαξη» σε άμεση απαίτηση για λογοδοσία. Παρά την απόρριψη μιας μεμονωμένης αγωγής 11 συναδέλφων από τον Άρειο Πάγο —η οποία σύμφωνα με τους συνταξιούχους δεν υπεισήλθε στην ουσία του θέματος— η δυνατότητα νέας προσφυγής παραμένει ανοιχτή, βασισμένη πλέον στο ισχυρό δεδικασμένο του ΣτΕ.

Από το 1948 στο 1984: Η συγκρότηση ενός Ταμείου-Προτύπου

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της σημερινής διεκδίκησης, πρέπει να ανατρέξει στη μεταπολεμική ιστορία της Εμπορικής Τράπεζας. Το 1948, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί από τις στάχτες του εμφυλίου, μια Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ίδρυσε το ΤΕΑΠΕΤΕ. Δεν επρόκειτο για μια απλή παροχή, αλλά για έναν ειδικό λογαριασμό επικουρικής ασφάλισης που χρηματοδοτήθηκε από τις εισφορές των ίδιων των εργαζομένων και της τράπεζας.

Η μεγάλη τομή ήρθε το 1984. Μέσα από μακροχρόνιες και σκληρές αγωνιστικές κινητοποιήσεις, οι 14.000 εργαζόμενοι της Εμπορικής πέτυχαν την εξίσωση των συνταξιοδοτικών τους προϋποθέσεων με αυτές της Εθνικής Τράπεζας και των ΔΕΚΟ. Η συμφωνία αυτή είχε ένα βαρύ τίμημα, το οποίο οι εργαζόμενοι δέχθηκαν να πληρώσουν: την καταβολή ιδιαίτερα υψηλών εισφορών, που έφταναν το 14,75% για την επικουρική ασφάλιση και το 21% για το ΙΚΑ.

Στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι της Εμπορικής ήταν οι «βασικοί αιμοδότες» του δημόσιου συστήματος, καθώς το ΤΕΑΠΕΤΕ λειτουργούσε ως ο κύριος ασφαλιστικός τους φορέας, καλύπτοντας το σύνολο της σύνταξης μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων του ΙΚΑ. Αυτό το μοντέλο υψηλών εισφορών-υψηλών παροχών αποτέλεσε τη βάση της κοινωνικής ειρήνης εντός της τράπεζας για δεκαετίες, δημιουργώντας μια σχέση εμπιστοσύνης που σήμερα οι συνταξιούχοι θεωρούν ότι προδόθηκε μονομερώς.

Το συμβατικό «οχυρό» του 1996: Μια δέσμευση «στο διηνεκές»

Αν υπάρχει ένα έγγραφο που στοιχειώνει τη σημερινή διοίκηση της Alpha Bank, αυτό είναι η τροποποιητική σύμβαση της 12ης Απριλίου 1995, η οποία οριστικοποιήθηκε το 1996. Σε μια περίοδο όπου η τράπεζα επεδίωκε την εργασιακή ειρήνη και την αξιοποίηση των αποθεματικών του Ταμείου, ανέλαβε μια δέσμευση που σήμερα φαντάζει αδιανόητη για τα δεδομένα της αγοράς.

Σύμφωνα με τη Σημείωση 1 του καταστατικού, η τράπεζα επαναλάμβανε και αναλάμβανε «την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη και αδιάκοπη εφαρμογή των όρων του καταστατικού και τη λειτουργία του Ταμείου… εγγυώμενη ταυτόχρονα την καταβολή στους δικαιούχους των συντάξεων και των πάσης φύσεως παροχών». Η δέσμευση αυτή ίσχυε ακόμη και σε περίπτωση ενοποιήσεως, συγχωνεύσεως ή διαλύσεως του Ταμείου. Οι νομικοί σύμβουλοι των συνταξιούχων επισημαίνουν ότι αυτή η υποχρέωση αποτελεί «μετεργασιακή προστασία», η οποία έχει καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Η τράπεζα, ωφελούμενη από τα αποθεματικά του Ταμείου επί δεκαετίες, αποδέχθηκε ρητά ότι δεν θα υπαναχωρήσει από αυτή τη σύμβαση. Αυτή η «σιδηρά» εγγύηση είναι που επιτρέπει σήμερα στους συνταξιούχους να μιλούν για συμβατική απάτη, καθώς η μετέπειτα ένταξή τους στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την απαλλαγή της τράπεζας από το κόστος, μετακυλίοντας το βάρος στον ΕΦΚΑ και στους ίδιους τους ασφαλισμένους μέσω των μνημονιακών περικοπών.

Η τομή του 2005: Ο «Νόμος Αλογοσκούφη» και η πώληση της Εμπορικής

Το έτος 2005 αποτέλεσε την αφετηρία μιας σειράς μεθοδεύσεων που, σύμφωνα με τους συνταξιούχους, είχαν ως απώτερο στόχο την απαλλαγή της Εμπορικής Τράπεζας από το «βαρίδι» του συνταξιοδοτικού κόστους προκειμένου να καταστεί ελκυστική προς πώληση στη γαλλική Credit Agricole. Ο τότε Υπουργός Οικονομίας, Γιώργος Αλογοσκούφης, προχώρησε στην ένταξη των εργαζομένων στο ΕΤΑΤ και των συνταξιούχων στο ΕΤΕΑΜ, μεταφέροντας ουσιαστικά την ευθύνη στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.

Η κίνηση αυτή συνοδεύτηκε από μια οικονομική μελέτη, την οποία οι συνταξιούχοι χαρακτηρίζουν σήμερα ως «κομμένη και ραμμένη» στα μέτρα της τράπεζας. Αντί για μια πλήρη αναλογιστική μελέτη, όπως επέβαλλαν οι κανόνες της επιστήμης και του δικαίου, χρησιμοποιήθηκε μια απλή οικονομική αποτίμηση που καταλόγισε στην τράπεζα το ποσό του 1,26 δισ. ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε τμηματικά σε βάθος δεκαετίας.

Η μεθόδευση αυτή επέτρεψε στην τράπεζα να «καθαρίσει» τον ισολογισμό της, παραβιάζοντας ωστόσο τη νομική υποχρέωση για τακτική εκπόνηση αναλογιστικών μελετών που θα παρακολουθούσαν την κάλυψη των υποχρεώσεων. Όπως καταγγέλλεται, ακόμα και όταν κάποιες μελέτες ολοκληρώθηκαν το 2008, «θάφτηκαν στα συρτάρια» με τη σιωπηρή αποδοχή μέρους της τότε συνδικαλιστικής ηγεσίας.

Η αναλογιστική αλήθεια: Η μελέτη της “Prudential” και το «έλλειμμα» του ενός δισ.

Η αμφισβήτηση της επάρκειας των κεφαλαίων που κατέβαλε η τράπεζα το 2005 έλαβε επιστημονική υπόσταση τον Οκτώβριο του 2017, όταν ο Σύλλογος Συνταξιούχων παρουσίασε στην Παλαιά Βουλή μια ανεξάρτητη αναλογιστική μελέτη της εταιρείας “Prudential”. Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε με πρωτοβουλία των ίδιων των συνταξιούχων λόγω της αδράνειας της πολιτείας, κατέδειξε ότι το ποσό της συμφωνίας του 2005 αντιστοιχούσε μόλις στο ένα τρίτο των πραγματικών οφειλών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, τα οποία βασίστηκαν σε δείγμα 3.000 συνταξιούχων, η τράπεζα θα έπρεπε να έχει καταβάλει ποσά πολλαπλάσια για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα των παροχών. Η ορθότητα της μελέτης επιβεβαιώθηκε τότε δημόσια από την Αντιπρόεδρο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία συμφώνησε με τις διαπιστώσεις περί «αδικίας». Παρά την επίσημη αυτή παραδοχή, η Alpha Bank ουδέποτε αμφισβήτησε επί της ουσίας τη μελέτη, επιλέγοντας ωστόσο τη στάση της σιωπής, ενώ οι πολιτικοί εκπρόσωποι όλων των κομμάτων περιορίστηκαν σε υποσχέσεις τακτοποίησης που παρέμειναν ανεκπλήρωτες.

Η εξαγορά από την Alpha Bank: Μια κληρονομιά υποχρεώσεων

Η είσοδος της Alpha Bank στην εξίσωση έγινε το 2012-2013, όταν εξαγόρασε την Εμπορική Τράπεζα από την Credit Agricole. Η εξαγορά αυτή δεν αφορούσε μόνο το ενεργητικό, αλλά και το σύνολο των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η Εμπορική «χωρίς αίρεση». Η τότε Τράπεζα Πίστεως (σήμερα Alpha Bank) γνώριζε το βάρος της εγγυητικής ευθύνης του ΤΕΑΠΕΤΕ, ωστόσο συνέχισε την πολιτική των αθρόων εθελουσίων εξόδων.

Οι εθελούσιες αυτές έξοδοι, αν και μείωσαν το λειτουργικό κόστος της τράπεζας, προκάλεσαν δομικό πλήγμα στο Ταμείο, καθώς διέκοψαν βίαια τη ροή των ασφαλιστικών εισφορών. Από το 2012 και μετά, το ΤΕΑΠΕΤΕ αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο σύνολο των υποχρεώσεών του, γεγονός που οδήγησε στην περαιτέρω υποβάθμιση των παροχών. Οι συνταξιούχοι υποστηρίζουν ότι η Alpha Bank επωφελήθηκε από τα αποθεματικά και τη μείωση του προσωπικού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωση κάλυψης του ελλείμματος, μετατρέποντας μια ιδιωτική οφειλή σε δημόσιο βάρος.

Το πολιτικό παρασκήνιο: Υποσχέσεις στα πρακτικά της Βουλής

Η πολιτική διαχείριση του ζητήματος του ΤΕΑΠΕΤΕ χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντίφαση μεταξύ λόγων και έργων. Το 2016, ο τότε Υπουργός Εργασίας, Γιώργος Κατρούγκαλος, κατά τη διάρκεια της ψήφισης του νόμου 4387/2016, παραδέχθηκε ρητά ότι η χρηματοδότηση των παροχών δεν ήταν δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά θέμα «οικονομικής ευθύνης της Τράπεζας Alpha Bank». Η δήλωση αυτή, καταγεγραμμένη στα πρακτικά της Βουλής, αποτέλεσε το θεμέλιο των ελπίδων των συνταξιούχων.

Ωστόσο, η συνέχεια υπήρξε απογοητευτική. Παρά τις δεσμεύσεις του κ. Πετρόπουλου το 2017 και τη μετέπειτα διαβεβαίωση του κ. Βρούτση το 2019, ουδεμία ουσιαστική νομοθετική πρωτοβουλία ελήφθη. Η πρόσφατη, οριστική άρνηση της Υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως, να προχωρήσει σε διευθέτηση του ζητήματος, παρά τις παραδοχές των προκατόχων της, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τη νέα στρατηγική των συνταξιούχων. Η πολιτεία φαίνεται να επιλέγει τη στάση του «παρατηρητή» σε μια υπόθεση όπου το δημόσιο συμφέρον πλήττεται άμεσα από τη μη εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων ενός ιδιωτικού ιδρύματος.

Η επιβάρυνση του ΕΦΚΑ: Μια «ληστεία» σε βάρος του φορολογούμενου

Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Alpha Bank δεν πλήττει μόνο τους συνταξιούχους, αλλά και τον πυρήνα του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Σύλλογος, ο ΕΦΚΑ επιβαρύνεται ετησίως με ποσά που αγγίζουν τα 80 έως 90 εκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη των συντάξεων των συνταξιούχων της Εμπορικής και της Alpha Bank.

Ήδη, το ελληνικό δημόσιο έχει καταβάλει περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο ευρώ για υποχρεώσεις που, βάσει των συμβάσεων του 1995-1996, θα έπρεπε να βαρύνουν την τράπεζα. Οι συνταξιούχοι κάνουν λόγο για μια «μεγάλη ληστεία» σε βάρος του κύριου ασφαλιστικού φορέα, σημειώνοντας ότι το μοντέλο αυτό ακολουθείται πλέον και στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, με ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο στον ΕΦΚΑ.

Η αδυναμία ή η άρνηση του κράτους να διεκδικήσει αυτά τα ποσά από την Alpha Bank εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος σε μια περίοδο δημοσιονομικής στενότητας.

Η κερδοφορία του 2025 και η ηθική της τράπεζας

Η αντιπαράθεση λαμβάνει χώρα σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν κέρδη-ρεκόρ, έχοντας αφήσει πίσω τους την περίοδο της κρίσης. Η Alpha Bank εμφάνισε για το έτος 2025 καθαρά κέρδη ύψους 943 εκατ. ευρώ, προχωρώντας μάλιστα στη διανομή 519 εκατ. ευρώ προς τους μετόχους της. Το γεγονός ότι η τράπεζα ελέγχεται σε ποσοστό 83,8% από διεθνή κεφάλαια προσδίδει μια επιπλέον διάσταση στην κριτική των συνταξιούχων.

«Οι μνημονιακές περικοπές έμειναν για τους εργαζόμενους, ενώ οι τράπεζες που σώθηκαν με τις δικές μας πλάτες έχουν κερδοφόρες χρήσεις», επισημαίνει η ανακοίνωση του Συλλόγου. Το αίτημα είναι σαφές: η επιστροφή ενός μέρους αυτών των κερδών, μέσω ετήσιων δόσεων, προς την αποκατάσταση των ζημιών των συνταξιούχων και την αποσυμφόρηση του ΕΦΚΑ.

Η ηθική διάσταση του θέματος έγκειται στην αναλογικότητα: είναι δυνατόν ένα ίδρυμα που διανέμει εκατοντάδες εκατομμύρια σε μετόχους να αρνείται την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων προς τους ίδιους τους ανθρώπους που έχτισαν το αποθεματικό του;

Η νέα στρατηγική διεκδίκησης και οι αξιώσεις στο διηνεκές

Μετά την αρνητική απάντηση της κυβέρνησης και της τράπεζας, οι συνταξιούχοι προχωρούν σε ανασύνταξη δυνάμεων με μια νέα στρατηγική. Η βασική παραδοχή είναι ότι κάθε μήνας που παρέρχεται χωρίς τη διευθέτηση της διαφοράς, γεννά και μια νέα νομική αξίωση έναντι της Alpha Bank. Η εγγυητική ευθύνη, όπως ορίζεται στο καταστατικό, δεν παραγράφεται όσο υφίσταται η διαφορά μεταξύ των καταβαλλόμενων και των προβλεπόμενων παροχών.

Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την ένταση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων, με αφετηρία τη συγκέντρωση της 28ης Μαΐου 2026 στην Αθήνα. Οι συνταξιούχοι δηλώνουν έτοιμοι για νέες προσφυγές στη δικαιοσύνη, αξιοποιώντας το δεδικασμένο του ΣτΕ, ενώ ταυτόχρονα στοχεύουν στη διεθνοποίηση του ζητήματος, ενημερώνοντας τους διεθνείς επενδυτές για τις εκκρεμείς νομικές υποχρεώσεις της τράπεζας που δεν αποτυπώνονται στις οικονομικές καταστάσεις με τον δέοντα τρόπο.

Το χρέος της Πολιτείας και η ασφάλεια δικαίου

Η υπόθεση του ΤΕΑΠΕΤΕ υπερβαίνει τα στενά όρια μιας κλαδικής διαφοράς. Αποτελεί μια δοκιμασία για την έννοια της «ασφάλειας δικαίου» στην Ελλάδα. Όταν συλλογικές συμβάσεις, εγγυημένες «στο διηνεκές» και επικυρωμένες από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αγνοούνται στην πράξη, πλήττεται η αξιοπιστία του κοινωνικού συμβολαίου.

Το μέλλον των ρυθμίσεων του 1996 είναι σήμερα το παρόν μιας κοινωνίας που προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις φρικαλεότητες των Μνημονίων. Η Alpha Bank, ως ένας από τους πυλώνες του συστήματος, και η Πολιτεία, ως ο τελικός εγγυητής της νομιμότητας, καλούνται να δώσουν μια λύση που δεν θα βασίζεται στην «εξάντληση» των συνταξιούχων μέσω της πάρόδου του χρόνου, αλλά στην εκπλήρωση των συμβατικών τους δεσμεύσεων. Η αποκατάσταση της «αδικίας» στο ΤΕΑΠΕΤΕ δεν είναι μόνο οικονομικό αίτημα· είναι μια αναγκαία πράξη για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς και το τραπεζικό σύστημα.

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ