Την ετήσια έκθεση-ανασκόπηση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως δημοσίευσε η μη κυβερνητική οργάνωση Human Rights Watch, με ξεχωριστό κεφάλαιο σχεδόν για κάθε χώρα, όπως και για την Ελλάδα.

Αρχικά, η έκθεση τονίζει πως το κράτος δικαίου επιδεινώθηκε στην Ελλάδα λόγω των ενεργειών της κυβέρνησης που υπονομεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και βλάπτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της παρέμβασης στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και των επιθέσεων κατά της κοινωνίας των πολιτών.

«Η έλλειψη λογοδοσίας για το θανατηφόρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη το 2023 αποκάλυψε ευρύτερες αδυναμίες του κράτους δικαίου και προκάλεσε μαζικές διαμαρτυρίες. Συνεχίστηκαν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων των επαναπροωθήσεων, των ανεπαρκών συνθηκών υποδοχής και της κυβερνητικής πολιτικής αναστολής της πρόσβασης στο άσυλο για ορισμένους αφιχθέντες», προσθέτει.

Εκφοβισμός, παρακολουθήσεις και αγωγές κατά δημοσιογράφων

Η οργάνωση υπενθυμίζει πως για τέταρτη συνεχή χρονιά, η Ελλάδα κατέλαβε την τελευταία θέση στην ΕΕ στον δείκτη ελευθερίας του Τύπου της οργάνωσης «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» (RSF), γεγονός που αντικατοπτρίζει το εχθρικό περιβάλλον για τους δημοσιογράφους.

«Οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συνεχείς προκλήσεις, όπως εκφοβισμό και παρενόχληση, κρατική παρακολούθηση, καταχρηστικές αγωγές (γνωστές ως SLAPP, στρατηγικές αγωγές κατά της συμμετοχής του κοινού) και κυβερνητική παρέμβαση, παράγοντες που συμβάλλουν στην αυτολογοκρισία», υπογραμμίζει

«Τον Ιούλιο, μια συμμαχία μη κυβερνητικών οργανώσεων προέτρεψε τον πρωθυπουργό να αντιμετωπίσει τα επίμονα προβλήματα που αφορούν την ελευθερία του Τύπου, όπως η κρατική παρακολούθηση, οι SLAPP και η πίεση της κυβέρνησης στην ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης. Η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εφαρμόσει την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των SLAPP με τρόπο που θα ισχύει και για τις καταχρηστικές αγωγές που ασκούνται στην Ελλάδα», συνεχίζει.

Τον Απρίλιο, στην τέταρτη επέτειο της δολοφονίας του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ, οργανώσεις για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους ανανέωσαν το αίτημά τους για δικαιοσύνη, προειδοποιώντας ότι η συνεχιζόμενη ατιμωρησία ρίχνει σκιά στο τοπίο των μέσων ενημέρωσης.

Το Human Rights Watch επισημαίνει επίσης πως «τον Απρίλιο, ένα δικαστήριο της Αθήνας απέρριψε σε μεγάλο βαθμό την αγωγή για δυσφήμιση που είχε ασκήσει ο πρώην κυβερνητικός αξιωματούχος Γρηγόρης Δημητριάδης εναντίον δημοσιογράφων και ενός μέσου ενημέρωσης, για την αποκάλυψη του φερόμενου ρόλου του στο σκάνδαλο παρακολούθησης Predator. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι ένας τίτλος ήταν “απλή δυσφήμιση”, απόφαση την οποία το μέσο ενημέρωσης που επηρεάστηκε έχει προσφύγει στις αρχές».

Τα Τέμπη, το κράτος δικαίου και το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ

Οι πανελλαδικές διαμαρτυρίες τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο για το θανατηφόρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη το 2023 ανέδειξαν τη βαθιά οργή για την έλλειψη λογοδοσίας σχετικά με το συμβάν, καθώς η υπόθεση έφερε στο φως ευρύτερες αδυναμίες του κράτους δικαίου, σύμφωνα με την οργάνωση, η οποία αναφέρεται και σε μια δημοσκόπηση τον Ιανουάριο, η οποία έδειξε ότι πάνω από το 80% των Ελλήνων δεν έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητα του δικαστικού συστήματος να αποκαλύψει την αλήθεια για την υπόθεση.

Σημειώνεται πως τον Ιούνιο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέπεμψε δύο πρώην υπουργούς (Μάκης Βορίδης, Λευτέρης Αυγενάκης) στο ελληνικό κοινοβούλιο για φερόμενη ποινική συμμετοχή σε μια μεγάλη απάτη της ΕΕ, δηλαδή το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η εισαγγελία επέκρινε τον ελληνικό νόμο περί υπουργικής ευθύνης, ο οποίος δίνει την δυνατότητα μόνο στην εξουσία να διερευνά και να διώκει υπουργούς αποκλειστικά στο ελληνικό κοινοβούλιο, κρατώντας τέτοιες υποθέσεις εκτός του ποινικού συστήματος δικαιοσύνης.

Οι παρακολουθήσεις, το Predator και η έλλειψη λογοδοσίας

«Το σκάνδαλο παρακολούθησης «Predatorgate», που αφορούσε τη χρήση λογισμικού υποκλοπής πληροφοριών με εντολή της κυβέρνησης για την παρακολούθηση δημοσιογράφων και πολιτικών, συνέχισε να εγείρει ανησυχίες σχετικά με το κράτος δικαίου, χωρίς να έχει λογοδοτήσει κανείς μέχρι σήμερα», γράφει η οργάνωση στην έκθεσή της.

Η δίκη τεσσάρων στελεχών των εταιρειών που ανέπτυξαν και εμπορεύτηκαν το λογισμικό υποκλοπής πληροφοριών Predator ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο. Μέχρι σήμερα, είναι η μόνη ποινική ευθύνη που σχετίζεται με το σκάνδαλο, προσθέτει.

Η έκθεση αναφέρει επίσης πως μια έρευνα μέσων ενημέρωσης τον Ιανουάριο (από το Solomon) ανέδειξε τη διαδεδομένη και δυσανάλογη χρήση συστημάτων παρακολούθησης από την Ελλάδα για τον έλεγχο της μετανάστευσης στα σύνορά της και στα προσφυγικά στρατόπεδα, προκαλώντας ανησυχίες σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

Επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών

Κατά τη στιγμή της σύνταξης του κειμένου, επισημαίνεται η οργάνωση, η CIVICUS, μια άλλη μη κυβερνητική οργάνωση που αξιολογεί τις πολιτικές ελευθερίες σε παγκόσμιο επίπεδο, διατήρησε την αξιολόγησή της για τον πολιτικό χώρο στην Ελλάδα ως «κάτι που εμποδίζεται».

Τον Μάιο άλλωστε, ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης (CoE) προειδοποίησε για την παρενόχληση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ελληνικές αρχές και κάλεσε τις αρχές να τερματίσουν κάθε μορφή ποινικοποίησης των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τον Αύγουστο, ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με πρόταση για τη διαγραφή μη κυβερνητικών οργανώσεων από το επίσημο μητρώο, εάν αμφισβητήσουν νομικά ή αντιταχθούν στις μεταναστευτικές πολιτικές της κυβέρνησης. Η διαγραφή θα τους στερούσε την πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την ΕΕ και την κυβέρνηση.

Η έκθεση αναφέρεται και στην ποινική υπόθεση εναντίον των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Παναγιώτη Δημητρά και Τόμι Όλσεν, για την αποκάλυψη παραβιάσεων στα σύνορα της Ελλάδας, η οποία όπως περιγράφεται παρέμενε εκκρεμής κατά τη στιγμή της σύνταξης της έκθεσης, με τον Δημητρά να εξακολουθεί να υπόκειται σε ταξιδιωτική απαγόρευση.

Τέλος, δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στην δίκη για κακούργημα εναντίον 24 ατόμων που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο και χαρακτηρίστηκε ως «η μεγαλύτερη υπόθεση ποινικοποίησης της αλληλεγγύης στην Ευρώπη». Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν ποινές έως και 20 ετών φυλάκισης για τις προσπάθειές τους το 2018 να διασώσουν αιτούντες άσυλο και μετανάστες. Πολλοί από τους ίδιους κατηγορούμενους αθωώθηκαν από κατηγορίες για πλημμελήματα στην ίδια υπόθεση, το 2024, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 αθωώθηκαν και όσον αφορά τα κακουργήματα.

Μετανάστες και αιτούντες άσυλο στο στόχαστρο

Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση ανέστειλε για τρεις μήνες την πρόσβαση στο άσυλο για άτομα που έφταναν με πλοίο από τη Βόρεια Αφρική, επιτρέποντας έτσι την άμεση επιστροφή τους. Ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες καταδίκασαν το μέτρο ως παραβίαση του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου.

Ένας νόμος που ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο εισήγαγε ποινές φυλάκισης από δύο έως πέντε έτη για τους μετανάστες που απορρίπτεται η αίτηση ασύλου τους αλλά δεν εγκαταλείπουν την Ελλάδα.

Η έκθεση υπενθυμίζει πως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) εξέδωσε επανειλημμένα προσωρινά μέτρα σχετικά με την αναστολή της χορήγησης ασύλου, διατάσσοντας την Ελλάδα να επιτρέψει στους αιτούντες πρόσβαση στο άσυλο και να τους προστατεύσει από την απέλαση έως ότου οι υποθέσεις τους εξεταστούν από τα εθνικά δικαστήρια.

Επιπλέον, σε μια σημαντική εξέλιξη τον Μάιο, ο εισαγγελέας του Ναυτικού Δικαστηρίου της Ελλάδας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 17 αξιωματικοί της Ελληνικής Ακτοφυλακής —συμπεριλαμβανομένου του τότε αρχηγού της Ελληνικής Ακτοφυλακής— θα πρέπει να αντιμετωπίσουν κατηγορίες για κακουργήματα σε σχέση με το ναυάγιο της Πύλου τον Ιούνιο του 2023, στο οποίο εκτιμάται ότι έχασαν τη ζωή τους 650 άτομα. Η απαγγελία κατηγοριών επεκτάθηκε τον Νοέμβριο με ποινικές διώξεις εναντίον τεσσάρων επιπλέον ανώτερων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου του σημερινού αρχηγού της Ελληνικής Ακτοφυλακής.

Τον Μάιο, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης επέκρινε την Ελλάδα για τις συνεχείς αναφορές περί επιστροφών (pushbacks) στα χερσαία και θαλάσσια σύνορά της, καλώντας τις αρχές να υιοθετήσουν μια προσέγγιση «μηδενικής ανοχής» σε τέτοιες πρακτικές, να διασφαλίσουν την άμεση διερεύνηση των καταγγελιών και να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι.

Τον Απρίλιο, έγινε γνωστό ότι η Frontex, η υπηρεσία συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διερευνούσε 12 υποθέσεις πιθανών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που σχετίζονταν με επαναπροωθήσεις.

Σε απόφαση του Ιανουαρίου, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει τα δικαιώματα ενός αιτούντος άσυλο στο πλαίσιο μιας «συστηματικής» πρακτικής επαναπροώθησης υπηκόων τρίτων χωρών από την περιοχή του Έβρου προς την Τουρκία.

Ακόμη, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, ακύρωσε τον Μάρτιο μια απόφαση της κυβέρνησης που χαρακτήριζε την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα για τους αιτούντες άσυλο. Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση επανέφερε μια παρόμοια απόφαση, αψηφώντας την απόφαση του δικαστηρίου.

Η οργάνωση προσθέτει πως μια συμμαχία 11 μη κυβερνητικών οργανώσεων προειδοποίησε τον Οκτώβριο για τις κακές συνθήκες υποδοχής στα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ Κλειστά Κέντρα Ελεγχόμενης Πρόσβασης στα νησιά του Αιγαίου.

Τα παιδιά των μεταναστών σε άθλιες συνθήκες

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στις αρχές Σεπτεμβρίου υπήρχαν 1.795 ασυνόδευτα παιδιά μεταναστών στην Ελλάδα.

Μια έρευνα τον Μάρτιο από το ερευνητικό μέσο Solomon αποκάλυψε ότι τα ασυνόδευτα μεταναστευτικά παιδιά ζουν σε άθλιες συνθήκες, αντιμετωπίζοντας υπερπληθυσμό, συστηματική παραμέληση και παρατεταμένη κράτηση σε καταυλισμούς στο Αιγαίο.

Το ΕΔΑΔ έλαβε προσωρινά μέτρα τον Ιούνιο για 45 ασυνόδευτα παιδιά σε ένα στρατόπεδο στη Σάμο, προειδοποιώντας ότι οι αρχές δεν τα προστάτευαν.

Σε δύο ξεχωριστές αποφάσεις τον Ιούνιο, το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των δικαιωμάτων 39 ασυνόδευτων παιδιών, καθώς το 2019 και το 2020 δεν τους παρείχε κατάλληλες συνθήκες υποδοχής και τα κρατούσε σε αστυνομικά τμήματα και άλλες εγκαταστάσεις.

Ανισότητα, γυναικοκτονίες και έμφυλη βία

Σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών, η έκθεση υπογραμμίζει πως η επίμονη ανισότητα των φύλων σε θέματα ηγεσίας και αμοιβών, οι γυναικοκτονίες και η ευρέως διαδεδομένη έμφυλη βία παραμένουν τα πιο επείγοντα ζητήματα.

Ένας νόμος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο επιβάλλει αυστηρότερες ποινές για την ενδοοικογενειακή βία, αλλά επικρίθηκε από την κοινωνία των πολιτών και τους βουλευτές της αντιπολίτευσης επειδή δεν εστιάζει επαρκώς στην πρόληψη, γράφει η οργάνωση.

Επιπλέον, η δίκη για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα το 2024, η οποία μαχαιρώθηκε θανάσιμα έξω από αστυνομικό τμήμα της Αθήνας αφού της αρνήθηκαν προστασία, ξεκίνησε τον Ιούνιο, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες της αστυνομίας στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Ένας εισαγγελέας της Αθήνας άσκησε δίωξη τον Ιανουάριο εναντίον τεσσάρων αστυνομικών για παράλειψη του καθήκοντός τους να την προστατεύσουν.

Διάδοση του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας

Τον Ιούλιο, το Δίκτυο Καταγραφής Ρατσιστικής Βίας προειδοποίησε ότι ο αρνητικός δημόσιος λόγος για τη μετανάστευση, που τροφοδοτείται από πολιτικούς ηγέτες και τα μέσα ενημέρωσης, ομαλοποιεί την ξενοφοβία και ενέχει τον κίνδυνο κλιμάκωσης της ρατσιστικής βίας.

Τέλος, η οργάνωση τονίζει πως ο επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης επέκρινε την Ελλάδα τον Ιούνιο για την αδυναμία της να αντιμετωπίσει επαρκώς την αστυνομική βία, τον ρατσισμό και τις διακρίσεις κατά των Ρομά, οι περισσότεροι από τους οποίους ζουν σε συνθήκες φτώχειας και ακατάλληλες συνθήκες στέγασης σε διαχωρισμένους οικισμούς.