Τον Μάιο του 2025, κοντά στη Σάμο, ένα φουσκωτό σκάφος με 43 επιβαίνοντες, ανάμεσά τους πάνω από δώδεκα παιδιά, αντιμετώπισε μηχανική βλάβη.

Σύμφωνα με αναφορά του Γραφείου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRO) της Frontex, οι επιβαίνοντες, έντρομοι καθώς το σκάφος έμπαζε νερά, προσεγγίστηκαν από άτομα με μαύρες κουκούλες.

Αντί να διασωθούν, οι μετανάστες επιβιβάστηκαν σε σκάφος του Λιμενικού Σώματος, μεταφέρθηκαν στη θάλασσα και, αφού τους αφαιρέθηκαν τα προσωπικά αντικείμενα, αναγκάστηκαν να μπουν σε φουσκωτές σχεδίες χωρίς μηχανή, οι οποίες αφέθηκαν στα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Η έκθεση της Frontex, την οποία αποκαλύπτει η σημερινή Le Monde σε μεγάλο ρεπορτάζ, περιγράφει περιστατικά βίας, συμπεριλαμβανομένων κλωτσιών σε ηλικιωμένους και σε ένα βρέφος δύο μηνών, χαρακτηρίζοντας το συμβάν «παράνομη απώθηση» και παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή.

Ο Γιόνας Γκρίμχεντεν, επικεφαλής του Γραφείου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, έχει τεκμηριώσει επανειλημμένα μοτίβα βίαιων επαναπροωθήσεων και καταχρήσεων από τις ελληνικές αρχές.

Τρία από τα περιστατικά που αναφέρονται στην έκθεση του, είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο έξι ατόμων. Mεταξύ τους, ένας μετανάστης που «σκοτώθηκε από πυροβολισμό κοντά στη Σύμη κατά τη διάρκεια καταδίωξης» από ελληνικό σκάφος τον Αύγουστο του 2024.

Τον Μάρτιο του 2026, ο Γκρίμχεντεν προχώρησε στην ασυνήθιστη κίνηση να αρνηθεί την έγκριση της επιχείρησης της Frontex στην Ελλάδα για το 2026, θέτοντας ως απαράβατο όρο τη λειτουργία καμερών στα σκάφη του ελληνικού Λιμενικού.

Παρά τις δεσμεύσεις από το 2022, οι κάμερες είτε παρέμεναν ανενεργές, όπως στο ναυάγιο της Χίου τον Φεβρουάριο του 2026 με 15 νεκρούς, είτε οι αρχές παρείχαν βίντεο μηδενικής ορατότητας.

Ο εκτελεστικός διευθυντής της Frontex, Χανς Λάιτενς, αν και έχει εκφράσει στο παρελθόν τον «εκνευρισμό» του για τις πρακτικές στην Ελλάδα και έχει απειλήσει με περικοπή χρηματοδότησης, επιλέγει μια πολιτική «κλιμακωτής» πίεσης.

Όταν ο Χανς Λέιτενς διαδέχθηκε τον Φαμπρίς Λετζέρι στην ηγεσία της Frontex τον Μάρτιο του 2023, πολλοί ήλπιζαν ότι θα καταπολεμήσει την κληρονομιά του προκατόχου του Φαμπρίς Λετζέρι.

Ο Λετζέρι είναι σήμερα ευρωβουλευτής της γαλλικής ακροδεξιάς και εναντίον του  διεξάγεται έρευνα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παραιτήθηκε μετά από έρευνα της OLAF, του ευρωπαίκού οργανισμού  για την καταπολέμηση της απάτης, που αποκάλυψε ότι η Frontex είχε αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία για παράνομες απελάσεις στην Ελλάδα.

Οι απελάσεις στην Ελλάδα έχουν καταστεί κεντρικό θέμα για την Επιτροπή Συμμόρφωσης με τα Θεμελιώδη Δικαιώματα της Frontex, που εξετάζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ενόψει των επίμονων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο των επιχειρήσεων της Frontex.

Σημείωμα με ημερομηνία Ιανουαρίου 2026 υπογραμμίζει τα αυξανόμενα περιστατικά θανάτων – αποτέλεσμα των ελληνικών τακτικών απώθησης, ιδίως των «επιθέσεων», των «πυροβολισμών» και των «ρυμούλκησεων», με την τελευταία τεχνική να έχει χρησιμοποιηθεί επίσης κατά το ναυάγιο της Πύλου το 2023.

Η «ήπια» στρατηγική της ηγεσίας της Frontex επικρίνεται έντονα από την Τίνεκε Στρικ, ευρωβουλευτή των Πρασίνων, η οποία υποστηρίζει ότι η παρουσία της Frontex αντί να βελτιώνει την κατάσταση, νομιμοποιεί τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων και καθιστά τον οργανισμό συνένοχο.

Η Στρικ θεωρεί ότι ο οργανισμός θα έπρεπε να αποχωρήσει βάσει του άρθρου 46 του ευρωπαϊκού κανονισμού, καθώς τα προβλήματα είναι συστημικά και μακροχρόνια.

Από την πλευρά της, η Frontex υποστηρίζει ότι η παραμονή της επιτρέπει την παρακολούθηση και την αναφορά των γεγονότων, ισχυριζόμενη ότι μια αποχώρηση θα επιδείνωνε την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Λιμενικό Σώμα απορρίπτει κάθε κατηγορία, δηλώνοντας ότι οι επιχειρησιακές του πρακτικές είναι πλήρως συμβατές με το εθνικό και διεθνές δίκαιο.

Το νομικό τοπίο άλλαξε τον Δεκέμβριο του 2025, όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Frontex δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για παραβιάσεις δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια κοινών επιχειρήσεων.

Επιπλέον, το δικαστήριο χαμήλωσε το όριο απόδειξης για τα θύματα επαναπροωθήσεων, αναγνωρίζοντας ότι η κατάσχεση τηλεφώνων καθιστά αδύνατη τη συλλογή αδιάψευστων στοιχείων από τους ίδιους τους μετανάστες.

Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις 33 επίσημες έρευνες που άνοιξε το γραφείο του Γκρίμχεντεν μεταξύ 2024 και 2026, θέτει τη Frontex ενώπιον σοβαρών ερωτημάτων για τη συνεχιζόμενη συνεργασία της με τις ελληνικές αρχές.

Η Frontex αρνείται τη δημοσιοποίηση εσωτερικών εγγράφων σχετικά με αυτές τις παραβιάσεις, επικαλούμενη λόγους «δημόσιας ασφάλειας» και προστασίας της επιχειρησιακής συνεργασίας.

Η άρνηση αυτή αποτελεί ήδη αντικείμενο έρευνας από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, καταλήγει η εφημερίδα.