Δριμεία κριτική απέναντι στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα φαίνεται ότι ασκούν οι πολίτες σύμφωνα με τα ευρήματα της πανελλαδικής έρευνας κοινής γνώμης της Realpolls για λογαριασμό του iEidiseis.gr.
Σύμφωνα με την έρευνα οι πολίτες φαίνεται ότι θεωρούν ότι η γενικότερη εμπιστοσύνη προς τις ελληνικές τράπεζες ως θεσμό είναι στο ναδίρ. Μόλις το 4,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τις εμπιστεύεται «πολύ» και το 21,9% «αρκετά» (Ερ. 3). Αντιθέτως, η συντριπτική πλειοψηφία — 71,5% — δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις τράπεζες «λίγο» (36,3%) ή «καθόλου» (35,2%) (Ερ. 3).
Η δυσπιστία, μάλιστα, δεν αφορά μόνο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα — αν και εκεί εντοπίζεται πιο έντονη, με το 44,5% όσων έχουν εισόδημα έως 10.000 ευρώ να μην εμπιστεύεται «καθόλου» τις τράπεζες (Ερ. 27). Ακόμη και στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια (άνω των 35.000 ευρώ), μόνο το 34,6% δηλώνει σχετική εμπιστοσύνη, ενώ ένα εντυπωσιακό 65,1% παραμένει επιφυλακτικό ή αρνητικό (Ερ. 27).
Κράτος υπέρ των τραπεζών και πολιτική επιρροή
Το 82,9% πιστεύει ότι οι τράπεζες ασκούν υπερβολική πολιτική επιρροή στη χώρα, ενώ ένα εξίσου αποκαλυπτικό 86,6% θεωρεί ότι το κράτος ευνοεί τις τράπεζες σε βάρος των πολιτών (Ερ. 19).
Παράλληλα, σχεδόν επτά στους δέκα (68,4%) κρίνουν ανεπαρκή τον έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές — με το 36,9% να μιλά ακόμη και για «σχεδόν μηδενική εποπτεία» (Ερ. 18).
Φορολόγηση των υπερκερδών και μείωση επιτοκίων ζητούν οι πολίτες
Στην ερώτηση για τις πιο επείγουσες αλλαγές (Ερ. 21), η πρώτη επιλογή των πολιτών είναι η φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών (48,6%), ακολουθούμενη από τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού (42,1%), την ισχυρότερη προστασία καταναλωτή (39,1%), την αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων (36,5%), τη μείωση χρεώσεων και προμηθειών (35,9%), και την αυστηρότερη εποπτεία (29,4%).
Αξιοσημείωτο είναι ότι η φορολόγηση των υπερκερδών — το λεγόμενο windfall tax — συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη προτίμηση, με το 82,1% να συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί με αυτή τη πρόταση (Ερ. 20). Ταυτόχρονα, το 73,2% τάσσεται υπέρ μεγαλύτερου ανταγωνισμού στην αγορά, για παράδειγμα μέσω εισόδου νέων τραπεζών (Ερ. 20).
Ενδεικτικό της διάθεσης για αλλαγή είναι ότι το 45,8% δηλώνει ότι θα εμπιστευόταν μια ξένη ψηφιακή τράπεζα χωρίς φυσικά υποκαταστήματα στην Ελλάδα, αρκεί να προσέφερε καλύτερους όρους. Ένας στους πέντε σχεδόν (18,8%) απαντά «σίγουρα ναι» (Ερ. 11).
Χειρότερες οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια παρά την κερδοφορία
Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες (45,1%) θεωρεί ότι η εικόνα των τραπεζών έχει χειροτερεύσει τα τελευταία 2-3 χρόνια — ένα εύρημα ιδιαίτερα βαρύνον, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες ανακοίνωναν ρεκόρ κερδοφορίας. Μόλις το 18% βλέπει βελτίωση στην εικόνα τους (Ερ. 8).
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την εποχή των μνημονίων. Παρά τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και τις ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα, το 34,6% των πολιτών δηλώνει ότι η εμπιστοσύνη του έχει μειωθεί σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, ενώ ένα 38,9% δηλώνει ότι παραμένει στα ίδια χαμηλά επίπεδα (Ερ. 9). Μόνο ένας στους πέντε (20,9%) αναφέρει αύξηση εμπιστοσύνης (Ερ. 9).
Εκμετάλλευση του ολιγοπωλίου των τραπεζών
Τα πλέον αιχμηρά ποσοστά της έρευνας καταγράφονται στις ερωτήσεις που αφορούν τη δομή και τη συμπεριφορά της αγοράς. Ένα εντυπωσιακό 90,2% συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί ότι οι τράπεζες εκμεταλλεύονται το ολιγοπώλιό τους — τέσσερις τράπεζες ελέγχουν περίπου το 95% της αγοράς (Ερ. 13).
Στο ίδιο μήκος κύματος, το 87,1% θεωρεί τα επιτόκια δανείων υπερβολικά υψηλά, ενώ το 75,7% κρίνει τα επιτόκια καταθέσεων αδικαιολόγητα χαμηλά (Ερ. 12).
Ταυτόχρονα, το 89,9% χαρακτηρίζει υπερβολικές τις χρεώσεις για ΑΤΜ, εμβάσματα και συναλλαγές (Ερ. 13), ενώ το 86,8% πιστεύει ότιτα κέρδη των τραπεζών δεν ανακυκλώνονται στην πραγματική οικονομία (Ερ. 14).
Δύσκολη η πρόσβαση στη χρηματοδότηση
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που αναδεικνύεται στον τομέα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Βεβαίως, η πλειοψηφία των πολιτών (63,8%) δηλώνει ότι δεν χρειάστηκε δάνειο τα τελευταία πέντε χρόνια (Ερ. 15). Ωστόσο, αυτό που αποκαλύπτεται στο υπόλοιπο 35,3% — εκείνους που πράγματι είχαν ανάγκη χρηματοδότησης — είναι εξαιρετικά προβληματικό. Από αυτούς, μόνο το 14,7% του συνόλου των ερωτηθέντων είδε την αίτησή του εγκεκριμένη και το 6,3% απορρίφθηκε. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ότι ένα ισοδύναμο 14,3% δεν αιτήθηκε ποτέ δάνειο, παρά το γεγονός ότι το χρειαζόταν, επειδή θεωρούσε εκ των προτέρων ότι θα απορριφθεί (Ερ. 15).
Η εισοδηματική διάσταση κάνει την εικόνα ακόμη πιο αποκαλυπτική. Στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια (έως 10.000 ευρώ), μόνο το 8,6% πέτυχε έγκριση δανείου, ενώ ένα σχεδόν ίσο 8,6% απορρίφθηκε και ένα εντυπωσιακό 20,7% δεν τόλμησε καν να υποβάλει αίτηση παρότι είχε ανάγκη (Ερ. 33). Αντίθετα, στα εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ, η αναλογία αντιστρέφεται: το ποσοστό έγκρισης ανεβαίνει σε 19,3%, ενώ η αυτοαποθάρρυνση πέφτει στο μόλις 5,5% (Ερ. 33). Η πρόσβαση σε δανεισμό, με άλλα λόγια, φαίνεται πως λειτουργεί ως ταξικό προνόμιο.
Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι το 72,5% συμφωνεί πως η πρόσβαση σε τραπεζικό δάνειο είναι πολύ δύσκολη (Ερ. 16), το 73,6% πιστεύει ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άνιση μεταχείριση (Ερ. 16), και — ίσως το πλέον εύγλωττο στοιχείο — το 71,4% θεωρεί ευκολότερο να δανειστεί από φίλους και οικογένεια παρά από τράπεζα(Ερ. 17). Η άτυπη οικονομία, ο κοινωνικός δανεισμός, η αποφυγή του θεσμικού πλαισίου — αυτά είναι τα παράγωγα ενός τραπεζικού συστήματος που έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο.
Θετική η αξιολόγηση των ψηφιακών υπηρεσιών των τραπεζών
Οι ψηφιακές υπηρεσίες των τραπεζών αξιολογούνται θετικά: το 74,3% δηλώνει ικανοποιημένο από το e-banking και τις mobile εφαρμογές (Ερ. 10), ενώ το 80,8% αξιολογεί θετικά την ποιότητά τους(Ερ. 5). Πρόκειται για τον μοναδικό τομέα στον οποίο οι τράπεζες φαίνεται να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.
Ωστόσο, ακόμη και αυτό το θετικό εύρημα έχει σκιές. Η ψηφιοποίηση συνοδεύτηκε από μαζικό κλείσιμο υποκαταστημάτων, γεγονός που έχει επηρεάσει αρνητικά πάνω από τους μισούς πολίτες (50,4%) (Ερ. 4). Η τεχνολογική πρόοδος, δηλαδή, δεν λειτουργεί ως συμπλήρωμα αλλά ως υποκατάστατο της φυσικής εξυπηρέτησης — αφήνοντας στο περιθώριο ηλικιωμένους, κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών και ψηφιακά αναλφάβητους.



