Ο βιοκαλλιεργητής Θωμάς Μόσχος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημογραφική κατάρρευση και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας του πρωτογενούς τομέα, καταγγέλλοντας παράλληλα την απουσία ουσιαστικής στήριξης.
Σε μια εκ βαθέων ανάλυση των παθογενειών που μαστίζουν τον ελληνικό πρωτογενή τομέα προχώρησε ο βιοκαλλιεργητής Θωμάς Μόσχος, μιλώντας στον Γιώργο Σαχίνη. Περιγράφοντας μια ζοφερή πραγματικότητα, ο κ. Μόσχος ανέδειξε το τρίπτυχο της κρίσης: δημογραφική γήρανση, έλλειψη τεχνογνωσίας και αθέμιτος ανταγωνισμός, συνθέτοντας την εικόνα ενός κλάδου που οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο.
Δημογραφική κατάρρευση και «φτωχοί παραγωγοί»
Τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Μόσχος είναι αποκαλυπτικά για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα. Το 75% των αγροτών είναι πλέον άνω των 57 ετών, ενώ οι νέοι ηλικίας 20-35 ετών αποτελούν μόλις το 1,6% του συνόλου. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το επίπεδο κατάρτισης, καθώς από αυτό το μικρό ποσοστό των νέων, μόλις το 0,1% διαθέτει εξειδικευμένη μόρφωση.
Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά πανευρωπαϊκό. «Έχουμε φτάσει στο σημείο στην Ευρώπη κανένας να μη θέλει να καλλιεργήσει την τροφή του, γιατί δεν είναι οικονομικά σύμφορο», τόνισε, επισημαίνοντας το παράδοξο ότι πάνω από το 85% των φτωχών ανθρώπων στην Ευρώπη και την Ελλάδα είναι αγρότες. «Αυτοί που παράγουν την τροφή, δεν μπορούν να αγοράσουν την ίδια τους την τροφή», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Η απροθυμία των νέων να εισέλθουν στον κλάδο αποτυπώνεται και στην αποτυχία των προγραμμάτων ενίσχυσης. Όπως ανέφερε, σε πρόσφατο πρόγραμμα Νέων Αγροτών με 67.000 διαθέσιμες θέσεις, καλύφθηκαν μόλις οι 6.000, γεγονός που καταδεικνύει την έλλειψη κινήτρων και προοπτικής.
Το χάσμα της τεχνογνωσίας και ο ανταγωνισμός
Ο κ. Μόσχος εστίασε ιδιαίτερα στην ανάγκη μετάβασης από την παραδοσιακή εμπειρική καλλιέργεια στην επιστημονική γεωργία ακριβείας. Σήμερα, μόλις το 10% των Ελλήνων παραγωγών χρησιμοποιεί σύγχρονη τεχνογνωσία (π.χ. αναλύσεις εδάφους και φύλλων) για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής, εν αντιθέσει με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους που βασίζονται σε μετρήσιμα δεδομένα.
«Αντί να δίνονται χρήματα για ουσιαστική εκπαίδευση, όπως προγράμματα “farmer to farmer” που θα επέτρεπαν σε Έλληνες αγρότες να δουν στην πράξη πώς λειτουργούν προηγμένες φάρμες στο εξωτερικό, βλέπουμε κονδύλια να καταλήγουν σε ΚΕΚ για ανύπαρκτες συμβουλευτικές υπηρεσίες», κατήγγειλε.
Αυτό το έλλειμμα γνώσης και υποδομών καθιστά τον Έλληνα παραγωγό ευάλωτο στον διεθνή ανταγωνισμό. Καλείται να ανταγωνιστεί Ευρωπαίους με πενταπλάσιες εκμεταλλεύσεις, αλλά και παραγωγούς από τη Λατινική Αμερική (μέσω συμφωνιών όπως η Mercosur) που διαθέτουν εκτάσεις έως και χίλιες φορές μεγαλύτερες.
Το παράπονο του κτηνοτρόφου και η έλλειψη υποδομών
Μιλώντας ως κτηνοτρόφος, ο κ. Μόσχος περιέγραψε τις σκληρές συνθήκες εργασίας: 365 ημέρες τον χρόνο χωρίς άδεια ή αργία, για να λάβει τελικά σύνταξη στα 42 έτη εργασίας, η οποία είναι μικρότερη από εκείνη κάποιου που δεν έχει εργαστεί ποτέ. «Αναλογικά, με βάση τις ώρες που δουλεύουμε, θα έπρεπε να συνταξιοδοτούμαστε στα 28 έτη», σημείωσε.
Στα προβλήματα προστίθεται η έλλειψη βασικών υποδομών στην ύπαιθρο, όπως σχολεία και ιατρεία, που αναγκάζει τους αγρότες να διανύουν μεγάλες αποστάσεις, αποθαρρύνοντας περαιτέρω την παραμονή στα χωριά.
Καταγγελίες για αδιαφορία και αδικίες
Ο κ. Μόσχος δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις θεσμικές ολιγωρίες. Κατήγγειλε ότι οι εκκλήσεις και οι καταγγελίες του κλάδου για παράνομες επιδοτήσεις και βοσκοτόπια από το 2020 έμειναν στα συρτάρια της ελληνικής δικαιοσύνης, μέχρι την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Παράλληλα, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τη διάσπαση του αγροτικού κινήματος, αποδίδοντας ευθύνες σε κομματικές εξαρτήσεις και ατομικισμό που υπονομεύουν τη συλλογική διεκδίκηση.
«Προσπαθούμε να εξηγήσουμε στην κυβέρνηση τι γίνεται και δεν μας ακούει κανείς», κατέληξε, περιγράφοντας έναν κλάδο που, αν βρισκόταν γεωγραφικά πιο κοντά στα κέντρα παραγωγής της Ευρώπης, θα είχε ήδη χρεοκοπήσει λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητάς του.



