Μια συζήτηση με τον φωτογράφο Σπύρο Ζερβουφάκη για τo κορυφαίο, ίσως, εκδοτικό εγχείρημα του έως σήμερα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ένας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη στήνει μαζί με τον συγκάτοικό του τον Φωτογραφικό Όμιλο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο Σπύρος Ζερβουδάκης παρουσιάζει σε διεθνή φεστιβάλ το «Terra Incognita», ένα φωτογραφικό βιβλίο που τοποθετεί την Κρήτη στο επίκεντρο μιας αφήγησης για την ύβρη του ανθρώπου απέναντι στη φύση και τη συλλογική μας άγνοια.
Στο πεδίο της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας, η φωτογραφία έχει προ πολλού αποτινάξει τον μανδύα της απλής, μηχανικής καταγραφής της πραγματικότητας, μετεξελισσόμενη σε ένα πολύπλοκο εργαλείο φιλοσοφικού, κοινωνιολογικού και οντολογικού αναστοχασμού. Η ικανότητα του μέσου να διαρρηγνύει τη γραμμικότητα του χρόνου και να απομονώνει θραύσματα του χώρου παρέχει στους σύγχρονους δημιουργούς τη δυνατότητα να δομήσουν νέα, εναλλακτικά σύμπαντα.
Μέσα σε αυτό το δυναμικό και διαρκώς εξελισσόμενο τοπίο, το έργο του Έλληνα φωτογράφου Σπύρου Ζερβουδάκη αναδεικνύεται ως μια από τις πλέον συγκροτημένες, θεωρητικά τεκμηριωμένες και αισθητικά άρτιες περιπτώσεις διασταύρωσης της επιστημονικής αυστηρότητας με την εικαστική ευαισθησία.
To κορυφαίο, ίσως, εκδοτικό εγχείρημα του Σπύρου Ζερβουδάκη έως σήμερα είναι το πολυεπίπεδο φωτογραφικό βιβλίο με τον τίτλο “Terra Incognita”. Το συγκεκριμένο έργο λειτουργεί ως ένα οπτικό μανιφέστο, μια κραυγή αγωνίας για την περιβαλλοντική κατάρρευση και την ύβρη της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στον πλανήτη, καθιστώντας την τέχνη του Ζερβουδάκη ένα εργαλείο για την κατανόηση της εποχής που οι γεωλόγοι και οι θεωρητικοί ονομάζουν Ανθρωπόκαινο.
Γεννημένος στην Αθήνα αλλά με καταγωγή από την Κρήτη, ο δημιουργός ακολούθησε αρχικά μια πορεία βαθιά ριζωμένη στον ορθολογισμό των θετικών επιστημών σπουδάζοντας στο Τμήμα Μαθηματικών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Εκεί, ξεκίνησε και η πρακτική του ενασχόληση με το μέσο της φωτογραφίας.
Το 1988-1989, ο Ζερβουδάκης, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Φωτογραφικού Ομίλου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου τότε, μαζί με τον συγκάτοικό του. Ο όμιλος λειτουργεί ακόμη σήμερα, μάλιστα στον ίδιο χώρο — κάτι που ο ίδιος διαπίστωσε πρόσφατα, όταν η κόρη του, πλέον φοιτήτρια, του έδωσε την ευκαιρία μιας επίσκεψης.
Εκείνη την εποχή, όλοι οι φωτογράφοι ήταν αυτοδίδακτοι. «Μαθαίναμε μέσα από βιβλία και έντυπα, καθώς δεν υπήρχε το διαδίκτυο», λέει. Σχολή φωτογραφίας δεν υπήρχε στη Θεσσαλονίκη — αργότερα ιδρύθηκε το ΤΕΙ στην Αθήνα, ενώ η πρώτη ιδιωτική σχολή ήταν η Focus, κι εκείνη στην πρωτεύουσα. Παρ’ όλα αυτά, «φωτογραφική κίνηση υπήρχε πάρα πολύ στη Θεσσαλονίκη. Και γι’ αυτό φτιάχτηκε και το Μουσείο», τονίζει.
Ο Ζερβουδάκης δούλεψε επί μία δεκαετία με ασπρόμαυρο φιλμ, διατηρώντας σκοτεινό θάλαμο στο σπίτι του. Η ενασχόλησή του ξεπερνούσε τα προσωπικά πλαίσια: δίδασκε φωτογραφία και συμμετείχε ως καλεσμένος σε ραδιοφωνική εκπομπή για τη φωτογραφία στο Ράδιο Θεσσαλονίκη — μια εκπομπή που εξέπεμπε από τον Πύργο του ΟΤΕ.
Η σιωπή στα Χανιά και η ψηφιακή αναγέννηση
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Ζερβουδάκης επιστρέφει στα Χανιά, τον τόπο καταγωγής του, και σταδιακά απομακρύνεται από τη φωτογραφία. «Στα Χανιά βρίσκομαι αποκομμένος, γιατί τα Χανιά τότε ήταν φωτογραφικά αποκομμένα. Υπήρχε ένα στυλ πολύ εσωστρεφές, κάτι που δεν με εξέφραζε», εξομολογείται.
Μετά από μια σύντομη ένταξη στη ΛΕΦΚΙ (Λέσχη Φίλων Κινηματογράφου) και μια συμμετοχή σε έκθεση το 1997, ακολούθησε μια δεκαετία σιωπής — από το 1997 μέχρι περίπου το 2006.
Η στροφή ήρθε στα τέλη του 2005, με την αγορά της πρώτης ψηφιακής DSLR μηχανής. Παράλληλα, το διαδίκτυο μετέτρεψε ριζικά τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ φωτογράφων. Μέσω του DPGR, της ελληνικής διαδικτυακής πλατφόρμας, ο Σπύρος Ζερβουδάκης γνώρισε φωτογράφους που στα ’90s δεν θα μπορούσε ποτέ να συναντήσει: τον Πάνο Χαραλαμπίδη, τη Μαίρη Χερετάκη, τον Λουκά Βασιλικό, τον Ζήση Καρδιανό, τον Χαράλαμπο Κυδωνάκη, τον Μανώλη Καραταράκη. Ακόμη και Χανιώτες φωτογράφοι, όπως ο Σάββας Κόης — σήμερα μέλος του Δ.Σ. της ΛΕΦΚΙ — γνωρίστηκαν πρώτα μέσω ίντερνετ. Ταυτόχρονα, το Flickr τον έφερε σε επαφή με φωτογράφους του εξωτερικού.
Όπως εξηγεί:
«Εγώ, όταν ξεκίναγα, για να δω έναν φωτογράφο, έπρεπε να αγοράσω ένα γαλλικό περιοδικό ή να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι. Με το ίντερνετ, αυτό, ήρθε ξαφνικά μπροστά στην οθόνη μου, στον υπολογιστή μου. Ήταν ένα Big Bang! Ουσιαστικά άλλαξε τον κόσμο. Οι νέοι σήμερα δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο σπουδαία ήταν η αλλαγή που συντελέστηκε, γιατί μεγάλωσαν μέσα σε αυτό και το θεωρούν δεδομένο.»
Η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη για τον Σπύρο Ζερβουδάκη διαπνέεται από μια σαφή, αποκρυσταλλωμένη φιλοσοφική θεώρηση γύρω από τη φύση του φωτογραφικού γεγονότος. Στο επίκεντρο αυτής της θεώρησης βρίσκεται η απόρριψη της ιδέας ότι η φωτογραφία αποτελεί μια αντικειμενική αποτύπωση της πραγματικότητας. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης υποστηρίζει ότι το τελικό φωτογραφικό κάδρο συνιστά, στην ουσία του, ένα «εσωτερικό αυτοπορτρέτο» του ίδιου του δημιουργού.
«Ό,τι κάνουμε είναι ό,τι κάνει ένας ζωγράφος, μόνο που ο ζωγράφος προσθέτει, ενώ ο φωτογράφος αφαιρεί», εξηγεί. «Στην ουσία είναι ένα αυτοπορτρέτο. Βγάζει την ψυχοσύνθεσή του. Και ο φωτογράφος κάνει όμως το ίδιο.»
Αυτό, υποστηρίζει, ισχύει ακόμη και στη φωτογραφία ντοκουμέντου. «Εσύ θα επιλέξεις πού θα τοποθετήσεις τις γωνίες του κάδρου σου. Άρα εσύ επιλέγεις και αυτό που θέλεις να δώσεις. Είναι ένα αυτοπορτρέτο», τονίζει. «Μπορεί να γίνεται κάτι τρομακτικό μπροστά σου, φοβερό, και εσύ να φωτογραφίζεις αυτό που συμβαίνει δίπλα, γιατί αυτός είσαι.»
Στην conceptual φωτογραφία, η αφαιρετική αυτή λογική λειτουργεί ακόμα πιο ποιητικά, αλλά η υποκειμενικότητα, κατά τον Ζερβουδάκη, δεν εξαιρείται από κανένα είδος:
«Η φωτογραφία προφανώς και δεν είναι αντικειμενική. Τίποτα δεν είναι αντικειμενικό.»
Ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και δομικά στοιχεία της φωτογραφικής γλώσσας του Ζερβουδάκη είναι η συστηματική χρήση του «παράδοξου». Η έννοια του παραδόξου δεν εισάγεται ως ένα φθηνό οπτικό τέχνασμα ή ένα σουρεαλιστικό αστείο, αλλά ως μια μελετημένη «πύλη εισόδου» μέσα στις εικόνες του.
«Η φωτογραφία αποκτά αξία και όταν δίνεις στον θεατή μια είσοδο για να μπει», αναφέρει. «Και πώς τον παρακινείς; Όταν του δώσεις μια παράλογη είσοδο, ένα παράλογο γεγονός που θα τον τραβήξει να μπει μέσα. Κάτι περίεργο, κάτι ανοίκειο.»
Ο ίδιος διευκρινίζει πως αυτό δεν σημαίνει ότι μια φωτογραφία χωρίς παράλογο δεν αξίζει.
«Εγώ χρησιμοποιώ το παράλογο σαν είσοδο, για να τραβήξω τον θεατή σε μένα και για να δείξω ότι και ο κόσμος μας δεν είναι λογικός», λέει. «Εμείς προσπαθούμε να τον κάνουμε λογικό μέσα από την εγκεφαλική μας λειτουργία, προσπαθούμε να τον βάλουμε σε τάξη, αλλά ο κόσμος που ζούμε δεν είναι σε τάξη.»
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο μια συγκεκριμένη περίοδο.
Ο Ζερβουδάκης θεωρεί πως η εποχή μας βρίσκεται στο απόλυτο παράλογο.
«Αυτοί οι πόλεμοι που γίνονται είναι εξωπραγματικοί για τον 21ο αιώνα. Είναι παράλογο. Δεν θα έπρεπε να γίνονται», σημειώνει. «Πόσο μάλλον ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στη φύση, που πλέον έχει μπει το ζήτημα αυτό σε δεύτερη μοίρα. Αυτό το καταστροφικό που θα ακολουθήσει – που πλέον πλησιάζει πάρα πολύ επικίνδυνα – έχει μπει σε δεύτερη μοίρα.»
Ο καλλιτέχνης, τονίζει, δεν βαδίζει ανεξάρτητα από τον κόσμο που ζει — και όσο μεγαλώνει ο παραλογισμός, τόσο εντονότερα αντικατοπτρίζεται στα έργα.
Το Εγχείρημα “Terra Incognita”
Το πλέον ώριμο, αναγνωρισμένο και πολυδιάστατο έργο του Σπύρου Ζερβουδάκη είναι αδιαμφισβήτητα το “Terra Incognita”. Η εργασία αυτή υπερβαίνει τα εσκαμμένα της φωτογραφίας τοπίου, συγκροτώντας μια εικαστική πραγματεία πάνω στην καταστροφή του πλανήτη, την υπεροψία του ανθρώπινου είδους και την αγωνία για το αύριο.
Η λατινική φράση Terra Incognita μεταφράζεται ως «Άγνωστη Γη». Οι Ρωμαίοι χαρτογράφοι, και μεταγενέστερα οι εξερευνητές της Αναγέννησης, χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο για να σηματοδοτήσουν τις “λευκές κηλίδες” στους χάρτες τους, τα αχαρτογράφητα, ανεξερεύνητα εδάφη που συχνά κατοικούνταν στη φαντασία τους από τέρατα.
Ο Ζερβουδάκης ιδιοποιείται τον όρο, αλλά προβαίνει σε μια δραματική εννοιολογική αναστροφή: Η Άγνωστη Γη δεν είναι ένας παρθένος, εξωτικός τόπος πέρα από τον ωκεανό. Είναι ο ίδιος μας ο πλανήτης. Εξαιτίας της βίαιης και ανεξέλεγκτης ανθρώπινης επέμβασης, το οικείο φυσικό περιβάλλον μεταμορφώνεται ταχύτατα σε έναν τόπο ξένο, εχθρικό και κυριολεκτικά «άγνωστο» για τα ίδια του τα παιδιά.
Αφορμή για το πρότζεκτ υπήρξε ένα τραγικό γεγονός: το τσουνάμι του 2004 στην Ταϊλάνδη.
Εκεί, ένα ζευγάρι Καναδών τουριστών, που αργότερα εντοπίστηκε νεκρό, φωτογράφιζε τη θάλασσα να τραβιέται πριν χτυπήσει το κύμα, αδυνατώντας να αντιληφθεί την καταστροφή που ερχόταν — φωτογράφιζε, αντί να τρέξει να σωθεί.
«Ένιωθαν ασφαλείς, παρότι έβλεπαν κάτι εξωφρενικά περίεργο μπροστά τους», αφηγείται ο Ζερβουδάκης. «Αυτή είναι η ασφάλεια του δυτικού ανθρώπου που έχουμε όλοι εμείς: έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε κυριαρχήσει πάνω στη φύση, πάνω στους άλλους. Η τελευταία φωτογραφία που τράβηξαν δείχνει το κύμα πολύ κοντά τους, όταν είχε πια φτάσει και δεν υπήρχε διαφυγή… που τελικά τους σκότωσε. Αυτό το περιστατικό υπήρξε η αφορμή.»
Στο ερώτημα ποια είναι η ουσία της καταγραφής αν από αυτή δεν προκύπτει κάποιος να δει αυτό που καταγράφηκε, αν δεν μπορούν να προκύψουν ιστορίες μέσω αυτής; Αν εν τέλει ο άνθρωπος εν αγνοία του σήμερα καταγράφει την εξαφάνισή του, χωρίς να το ξέρει και χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει κάποιος για να δει την καταγραφή της;
Ο Σπ. Ζερβουδάκης απάντησε:
«Προσωπικά, νιώθω σαν αυτόν τον άνθρωπο στην Ταϊλάνδη. Αν δεν υπάρξει παρατηρητής στο μέλλον, αυτό που καταγράφεται σήμερα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό έκανα αυτό το βιβλίο, ως μια πρώιμη καταγραφή. Ήθελα να το κάνω αυτό, όπως έχουν γραφτεί πολλές ταινίες προφητικές καταστροφολογίας».
Ο φωτογράφος αντλεί την πρωτογενή του έμπνευση από τον ίδιο τον τόπο κατοικίας του.
Περιγράφει την Κρήτη ως έναν «τουριστικό παράδεισο», έναν τόπο μοναδικού φυσικού κάλλους, ο οποίος όμως καταστρέφεται με γεωμετρική ταχύτητα στο βωμό της τουριστικής υπερανάπτυξης και της αλόγιστης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.
«Θυμάμαι πώς ήταν η Κρήτη και βλέπω τώρα — δεν είναι ότι δεν είναι όμορφη, εξακολουθεί να είναι κάτι πάρα πολύ όμορφο σαν τοπίο — αλλά βλέπω ότι έχει παραδοθεί. Και έχει παραδοθεί στην κυριολεξία σε ένα είδος “ανάπτυξης” η οποία είναι καταστροφική.»
Το κόκκινο χρώμα – συνειδητή επιλογή σε πλήθος εικόνων μέσω κόκκινου φίλτρου στο φλας – διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο ως σύμβολο κινδύνου, δημιουργώντας μια αίσθηση ξένου πλανήτη, ελκυστικού αλλά αφιλόξενου.
Η αγωνιώδης παρατήρηση αυτής της καθημερινής καταστροφής γέννησε το βασανιστικό ερώτημα: «Μπορεί να αλλάξει κάτι;».
Αναζητώντας απαντήσεις, ο Ζερβουδάκης στράφηκε στη μυθολογία. Διαπίστωσε ότι η συλλογική ανάμνηση ενός καταστροφικού, σαρωτικού κατακλυσμού διαπερνά τα αρχαιότερα σωζόμενα ανθρώπινα κείμενα ανεξαρτήτως γεωγραφίας. Ταυτοποίησε αυτό το μοτίβο στο ουμεριανό Έπος του Γκιλγκαμές, στον αρχαιοελληνικό μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, καθώς και στη βιβλική αφήγηση της Κιβωτού του Νώε.
Σε όλους αυτούς τους αρχέγονους μύθους, ο μηχανισμός είναι πανομοιότυπος: οι θεοί, εξοργισμένοι από τη διαφθορά, την αλαζονεία και την ύβρη του ανθρώπινου γένους, αποφασίζουν να το τιμωρήσουν επιβάλλοντας βιβλικές φυσικές καταστροφές.
Η τομή που πραγματοποιεί το “Terra Incognita” εντοπίζεται στην αναγνώριση πως σήμερα, ο ίδιος ο άνθρωπος έχει πάρει τη θέση των θεών του.
Δεν υφίσταται πλέον καμία εξωγενής, ανώτερη δύναμη που να επιβάλλει τιμωρίες.
Η κλιματική αλλαγή, η καταστροφή των οικοσυστημάτων και η ερήμωση των τοπίων είναι έργα ανθρώπινα. Ως εκ τούτου, εφόσον ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της καταστροφής, διαθέτει παραδόξως και τη δύναμη να αλλάξει τη μοίρα του. Η μοναδική προϋπόθεση για τη σωτηρία είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των φυσικών πόρων και η οριστική παύση της συμπεριφοράς του ως αλαζόνα, αυθάδη «ιδιοκτήτη αυτού του κόσμου».
Από τον δρόμο στο storyboard
Το «Terra Incognita» ως έργο σηματοδότησε επίσης μια σημαντική μεθοδολογική αλλαγή. Ενώ μέχρι τότε ο Ζερβουδάκης λειτουργούσε ως φωτογράφος ντοκουμέντου, για πρώτη φορά δούλεψε με storyboard, μετά από σεμινάρια κινηματογράφου.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τις δύο προσεγγίσεις ως «δύο διαφορετικές όψεις» της δουλειάς του.
«Εδώ, δεν λειτούργησα με το ένστικτο. Λειτούργησα πολύ με τη σκέψη, με τη λογική. Είναι εντελώς διαφορετικός τρόπος και με συνεπήρε», παραδέχεται. Το επόμενο βιβλίο του, με τίτλο «Θεοφάνεια», που αναμένεται σε μερικούς μήνες, αποτελεί επιστροφή στην ενστικτώδη φωτογραφία δρόμου.
Όσο για το είδος στο οποίο ανήκει το «Terra Incognita», ο Ζερβουδάκης αποφεύγει τον όρο «επιστημονική φαντασία». «Είναι πιο πολύ ποιητικό, “poetic fiction” ας το πούμε», λέει σημειώνοντας ότι δεν χρησιμοποιει γραμμική αφήγηση όπως ο κινηματογράφος:
«Είναι πολύ πιο ελεύθερο.»
Η διεθνής πορεία και η συνεργασία με το Zoetrope
Το «Terra Incognita» έχει παρουσιαστεί σε σειρά διεθνών φεστιβάλ: Photo London, Photofania, Photo Romania, Athens Photo Festival. Νέα παρουσίαση στην Αθήνα σχεδιάζεται εντός της άνοιξης.
Αν και πρόκειται τυπικά για αυτοέκδοση, ο σχεδιασμός του βιβλίου πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Zoetrope, υπό την καθοδήγηση του Γ. Γιατρομανωλάκη.
Σε μία εποχή όπου οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε “εικονοφάγους”, καταναλώνοντας δεκάδες χιλιάδες ψηφιακές εικόνες κάθε δευτερόλεπτο στα κοινωνικά δίκτυα, η επιμονή στο φωτογραφικό βιβλίο μοιάζει παράδοξη. Κι όμως, η παραγωγή photobooks αυξάνεται — παρά το γεγονός ότι το κόστος τριπλασιάστηκε την τελευταία δεκαετία.
Η εξήγηση, κατά τον ίδιο, βρίσκεται στην ίδια τάση που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα βινύλια.
«Ο κόσμος ξαναγυρνάει στην υλικότητα. Θέλεις να πιάσεις το βιβλίο», λέει. «Ακόμα και οι νέοι πλέον έχουν αρχίσει να επιστρέφουν στην υλικότητα, όχι στην ποσότητα. Μπορεί να πάρει ένα βινύλιο που έχει 10 κομμάτια για να ακούσει, και να μην ψάξει να αγοράσει από την αντίστοιχη πλατφόρμα 500 κομμάτια στην ίδια τιμή, γιατί τον ενδιαφέρει η αναλογικότητα και η υλικότητα.»
Για τον Ζερβουδάκη, το τυπωμένο βιβλίο υπηρετεί και τη μονιμότητα.
«Παρότι το τύπωμα ενέχει αδυναμίες και ατέλειες, δεν έχει σημασία. Άλλωστε, κι ο κόσμος μας δεν είναι τέλειος… Και κυρίως δεν είναι ψηφιακός».



