Η στεγαστική κρίση στην Ευρώπη συζητιέται την Τρίτη 10 Μαρτίου στο ευρωκοινοβούλιο στο Στρασβούργο, σε τριμερή διάσκεψη της ειδικής επιτροπής HOUS Committee με εκπροσώπους της Κομισιόν και του Συμβουλίου της ΕΕ. Οι ευρωβουλευτές θα υποβάλουν τις συστάσεις τους για την προώθηση αξιοπρεπούς, βιώσιμης και οικονομικά προσιτής στέγασης και στη συνέχεια θα ακολουθήσει ψηφοφορία.
Οι ευρωβουλευτές αναμένεται να επισημάνουν τις επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης εκατομμυρίων Ευρωπαίων, λόγω της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών και του αυξανόμενου κόστους ενοικίου και ενυπόθηκων δανείων τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Οι προτάσεις που θα οριστικοποιηθούν σε ψηφοφορία της ολομέλειας καλύπτουν τις βασικές πτυχές της κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης τόνωσης των επενδύσεων μέσω ενωσιακών, εθνικών και ιδιωτικών κονδυλίων, μείωσης της γραφειοκρατίας στον τομέα της στέγασης, βελτίωσης της ποιότητας, της βιωσιμότητας και της καταλληλότητας των κατοικιών, καθώς και αντιμετώπισης των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και των προκλήσεων ανταγωνιστικότητας στον κατασκευαστικό τομέα.

Έρευνα για τη στεγαστική κρίση στην Ευρώπη
Το ψήφισμα βασίζεται σε εκτενή έρευνα που πραγματοποίησε για την επιτροπή HOUS ομάδα επιστημόνων. Η έρευνα χαρτογραφεί τις στεγαστικές ανάγκες στην ΕΕ, αξιολογεί τις επιπτώσεις της έλλειψης προσιτής στέγης και εξετάζει την υπάρχουσα σχετική νομοθεσία, ώστε να προτείνει λύσεις. Η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στις αναφορές της έρευνας, ως ένα από τα χειρότερα παραδείγματα στεγαστικής κρίσης στην ΕΕ.
Η έκταση της στεγαστικής κρίσης
Από το 2015, οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά ταχύτερα από τους μισθούς σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό το διευρυνόμενο χάσμα είναι αποτέλεσμα της υψηλής ζήτησης σε συνδυασμό με τους επίμονους περιορισμούς της προσφοράς, με αποτέλεσμα η στέγη να γίνεται όλο και λιγότερο προσιτή, ακόμα και σε περιοχές με δυναμική οικονομία.
Ως αποτέλεσμα, το στεγαστικό πρόβλημα επηρεάζει πλέον ένα αυξανόμενο ποσοστό νοικοκυριών σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες, περιοχές και γενιές. Τα νοικοκυριά που υποφέρουν από υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, δηλαδή πληρώνουν πάνω από 40% του εισοδήματός τους για να στεγαστούν, αποτελούν το 8,2% του συνόλου, ποσοστό που αντιστοιχεί σε έναν πληθυσμό περίπου τρεις φορές όσο η Ελλάδα. Η χώρα μας είναι μακράν στην κορυφή της στεγαστικής επιβάρυνσης, με υπετριπλάσια ποσοστά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (28,9%), ενώ στις πόλεις το πρόβλημα έιναι ακόμα μεγαλύτερο στο 31%.
Δημογραφικό και στεγαστικό
Η ανάλυση της ΗΟUS συνδέει το στεγαστικό ζήτημα, με τις αλλαγές στο δηομγραφικό. Το μέγεθος των νοικοκυριών έχει μειωθεί στα 2,3 άτομα ανά κατοικία (από 2,8 πριν 40 χρόνια), αυξάνοντας τη ζήτηση για περισσότερα διαμερίσματα για λιγότερα άτομα. Αντίστοιχα, η γήρανση του πληθυσμού προσθέτει πίεση, αφού όπως κυνικά αναγνωρίζουν οι συντάκτες «οι ηλικιωμένοι παραμένουν περισσότερο χρόνο στα οικογενειακά τους σπίτια». Δηλαδή δεν μας αδειάζουν εγκαίρως τη γωνιά για να μείνουν οι επόμενοι.
Τις πταίει;
Η έρευνα της ΕΕ κρατάει ίσες αποστάσεις ως προς τα αίτια της στεγαστικής κρίσης. Ρίχνει το φταίξιμο στις περιόδους «ιστορικά χαμηλών επιτοκίων που μείωσαν το κόστος δανεισμού και αύξησαν τη ζήτηση για στεγαστικά ακίνητα». Την ίδια στιγμή «η προσφορά δυσκολεύεται να συμβαδίσει με τη ζήτηση λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας γης, των υψηλών κατασκευαστικών δαπανών, των κατακερματισμένων κανονισμών, της έλλειψης εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων στον κατασκευαστικό τομέα και της χαμηλής παραγωγικότητας του τομέα». Κάνει μια λακωνική νύξη στην χρηματιστικοποίηση της κατοικίας (financialisation of housing), τη μετατροπή της σε επενδυτικό προϊόν, είδος κεφαλαίου που παράγει κέρδη.
Η κοινωνική κατοικία που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις στεγαστικές πιέσεις, είναι αποδυναμωμένη. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αντιπροσωπεύει το 8% των κατοικιών, από 11% το 2010. Στην Ελλάδα παραμένει σε επίπεδα κάτω του 1%.

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα
H Eλλάδα αναφέρεται δεκάδες φορές στην έρευνα για τη στεγαστική κρίση, ως αρνητικό παράδειγμα.
Εκτός από τα ήδη γνωστά στοιχεία, ότι έχουμε το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης πανευρωπαϊκά, μαθαίνουμε μεταξύ άλλων ότι η χώρα μας στερείται επίσημου ορισμού ή λειτουργικού πλαισίου για το τι σημαίνει «αξιοπρεπής» ή «επαρκής» κατοικία.
Δεν είναι μόνο θέμα ταμπέλας, αφού η αξιοπρεπής στέγαση είναι ένα από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με τον ΟΗΕ και τον Κοινωνικό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η αξιοπρεπής στέγαση αξιολογείται με βάση επτά κριτήρια, ένα εκ των οποίων το να είναι οικονομικά προσιτή. Αλλοι παράγοντες είναι η ασφάλεια των ενοίκων, η διαθεσιμότητα αναγκαίων υπηρεσιών και υποδομών, η κατοικησιμότητα (να μην είναι κανένα «χρέπι»), η προσβασιμότητα, η τοποθεσία και η πολιτιστική επάρκεια.
Στεγαστική αποστέρηση
Ελλείψει ενός ενιαίου ορισμού για την αξιοπρεπή κατοικία, η Eurostat εξετάζει παράγοντες, όπως η στενότητα κατοίκησης και η «στεγαστική αποστέρηση». Να διαμένεις δηλαδή σε σπίτια που έχουν τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω προβλήματα: υγρασία σε τοίχους, πατώματα, θεμέλια ή σάπια κουφώματα, σκοτεινά δωμάτια, θόρυβο από το δρόμο ή τους γείτονες, περιβαλλοντικά προβλήματα από βιομηχανία ή κυκλοφορία αυτοκινήτων, εγκληματικότητα/βανδαλισμοί, οικονομική αδυναμία για επαρκή θέρμανση τον χειμώνα ή δροσισμό το καλοκαίρι.
Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα είναι υπερδιπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ, επηρεάζοντας ένα στα πέντε νοικοκυριά (19,8%, η τρίτη χειρότερη επίδοση μετά τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία). Έχουμε επίσης από τα υψηλότερα ποσοστά «οξείας στεγαστικής αποστέρησης» – δηλαδή να μένεις σε σπίτια που είναι στρυμωγμένα και έχουν προβλήματα (6,9% έναντι 4% του μέσου όρου της ΕΕ). Το ανησυχητικό είναι ότι ενώ στις περισσότερες χώρες το φαινόμενο υποχωρεί, στην Ελλάδα επιδεινώνεται.
Αλίμονο στους νέους
Η στεγαστική κρίση πλήττει τους νέους, βάζοντας σοβαρά εμπόδια στην ανεξαρτησία τους. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξυμμένο, με το 72% των νέων 25-34 ετών να μένουν με τους γονείς τους, σύμφωνα με στοιχεία της Εurofound. Στις ηλικίες 25-29 τα ποσοστά αγγίζουν το 80%, διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η έρευνα υπογραμμίζει το εξής παράδοξο φαινόμενο: «Στην Ελλάδα, μολονότι οι νέοι φεύγουν από το πατρικό τους σπίτι πιο αργά από ό,τι σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικού κόστους στέγασης».
Όπως αναφέρεται, η Ελλάδα ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο πληττόμενα κράτη μέλη, με πάνω από το 86,9% των νέων χαμηλού εισοδήματος ηλικίας 25-29 ετών και περίπου το 85,3% των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών να δαπανούν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση.
H έρευνα της HOUS special commitee ΕΔΩ



