Ο Τσακ Πάππας (Chuck Pappas) παραλίγο να μην εμφανιστεί στο αρχαιολογικό μουσείο στην Αθήνα εκείνη την ημέρα.
Ήταν ένα πολυσύχναστο, ζεστό πρωινό στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο Τσακ ελισσόταν ανάμεσα σε άλλους τουρίστες στους πλακόστρωτους δρόμους. Κάθε τόσο, κοίταζε ψηλά τα απίστευτα αρχαία ερείπια και μετά κοίταζε κάτω το ρολόι του.
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από τότε που ο Αμερικανός είχε κανονίσει να συναντηθεί ξανά με τη συνταξιδιώτισσά του Νταϊάν Γουέμπερ (Diane Webber), η οποία επισκεπτόταν την Ευρώπη από τη Νότια Αφρική.
Ο Τσακ είχε σκεφτεί πολύ την Νταϊάν από τον καιρό που πέρασαν μαζί στο ελληνικό νησί της Κρήτης. Μέσα σε διάστημα τριών ημερών, το ζευγάρι —και οι δύο στα είκοσί τους— είχε περάσει από τους ξένους σε έμπιστους φίλους και σε κάτι περισσότερο.
«Τα βρήκαμε αμέσως», λέει σήμερα ο Τσακ στο CNN Travel. «Στη συνέχεια, εκείνη έφυγε για την Τουρκία κι εγώ για ένα άλλο ελληνικό νησί. Της είπα ότι θα ήμουν στην Αθήνα … και αν βρισκόταν κάπου τριγύρω, θα τη συναντούσα στο μουσείο αυτή την ημερομηνία αυτή την ώρα — όντας αρκετά σίγουρος ότι κανένας από τους δυο μας δεν θα τηρούσε εκείνο το ραντεβού».
Ο Τσακ υποσχέθηκε στην Νταϊάν ότι κάθε μέρα, για πέντε συνεχόμενες ημέρες, θα περίμενε στα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, για μία ώρα το μεσημέρι. Αν το όριζε η μοίρα, θα την έβλεπε εκεί.
Για τέσσερις συνεχόμενες ημέρες, ο Τσακ πήγαινε στο μουσείο και καθόταν στα σκαλιά, μόνος. Κανένα σημάδι της Νταϊάν. Κάθε φορά, όταν έφτανε 1 μ.μ., ένιωθε ένα τσίμπημα απογοήτευσης και προσπαθούσε να το αποβάλει.
«Της είπα ότι θα ήμουν στην Αθήνα … και αν βρισκόταν κάπου τριγύρω, θα τη συναντούσα στο μουσείο αυτή την ημερομηνία αυτή την ώρα».
Είχε γνωρίσει πολύ κόσμο —και είχε φλερτάρει με πολλές γυναίκες— κατά τη διάρκεια της χρονιάς των ταξιδιών του μακριά από τη Μασαχουσέτη, αλλά η Νταϊάν ξεχώριζε.
«Κάναμε βαθιές συζητήσεις για τη ζωή», λέει. «Συζητήσεις που δεν είχα κάνει με κανέναν άλλον όλους τους μήνες που συναντούσα ανθρώπους».
Την τελευταία του μέρα στην Αθήνα, ο Τσακ αναρωτήθηκε μήπως να παραλείψει εντελώς τα σκαλιά του μουσείου. Αλλά κάτι τον παρακίνησε. Ήθελε να τηρήσει την υπόσχεση.
«Έτσι, αποφάσισα να πάω μέχρι το μουσείο τη συμφωνημένη ώρα, χωρίς να περιμένω κανέναν», θυμάται. «Έφτασα εκεί και περίμενα περίπου μία ώρα στα εξωτερικά σκαλιά».
Και καθώς τα λεπτά περνούσαν, δεν υπήρχε κανένα σημάδι της Νταϊάν.
«Αυτό ήταν», σκέφτηκε ο Τσακ. «Δεν θα την ξαναδώ ποτέ».
Ήταν το 1985. Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα. Ο Τσακ δεν είχε τα στοιχεία επικοινωνίας της Νταϊάν. Αν δεν βρισκόταν στα μαρμάρινα σκαλιά του μουσείου το μεσημέρι, ο Τσακ δεν θα είχε κανέναν τρόπο να επικοινωνήσει μαζί της.
Όταν η ώρα είχε σχεδόν τελειώσει, ο Τσακ είπε στον εαυτό του ότι δεν θα ερχόταν.
Ετοιμαζόταν να φύγει, όταν ένιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο. Το επόμενο πράγμα που κατάλαβε ήταν ότι κάποιος είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω του από πίσω.
Ο Τσακ άρχισε να χαμογελάει. Γύρισε, και να την — η Νταϊάν.
«Ήταν εκείνη», λέει σήμερα. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω».
Ένας δεσμός στην Κρήτη
Την άνοιξη που ο Τσακ επισκέφθηκε την Κρήτη, ήταν 26 ετών, ελαφρώς μετέωρος και εμπνευσμένος από μια επιθυμία να ταξιδέψει και να δει τον κόσμο — συγκεκριμένα, να δει την Ελλάδα.
Μόλις είχε τελειώσει ένα πτυχίο στην αρχαιολογία και την ανθρωπολογία και είχε αναπτύξει μια γοητεία για τον αρχαίο κόσμο. Επιπλέον, οι παππούδες του και από τις δύο πλευρές είχαν μεταναστεύσει από την Ελλάδα στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1940.
Αφού πέταξε στην Αθήνα, ο Τσακ πήρε ένα καράβι για την Κρήτη, σε μια μικρή πόλη που ονομάζεται Άγιος Νικόλαος. Ερωτεύτηκε τις αμμώδεις παραλίες της και τις γεμάτες ζωντάνια ταβέρνες της και αποφάσισε να μείνει εκεί για λίγο καιρό.
Ο στόχος του να βρει ανεξάρτητη αρχαιολογική εργασία αποδείχθηκε πιο δύσκολος από ό,τι αναμενόταν. Όμως ο Τσακ απολάμβανε να εξερευνά μόνος του και να διασκεδάζει σε ξενώνες νέων (youth hostels) το βράδυ.
Μια μέρα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 25ης Μαΐου 1985, ο Τσακ έπινε μια μπίρα με μερικούς συνταξιδιώτες στον ξενώνα νέων του όταν παρατήρησε μια νέα άφιξη.
«Μπαίνει μέσα αυτή η ψηλή, ξανθιά κοπέλα … ψάχνοντας μέρος να μείνει», θυμάται. «Έριξε μια ματιά προς το μέρος μου και όταν συναντήθηκαν τα μάτια μας υπήρξε μια σύνδεση που δεν είχα νιώσει ποτέ. Δεν είπαμε ποτέ τίποτα πραγματικά ο ένας στον άλλον».
Αυτή, φυσικά, ήταν η Νταϊάν. Η Νταϊάν θυμάται να είναι ελαφρώς αναστατωμένη. Ανησυχούσε ότι ο ξενώνας νέων επρόκειτο να κλείσει τις πόρτες του για τη νύχτα.
«Έφτασα εκεί λίγο πριν τα μεσάνυχτα — μπαίνοντας βιαστικά — οι Έλληνες τηρούν πραγματικά τους κανόνες τους για το κλείδωμα των θυρών στις 12 η ώρα», λέει σήμερα η Νταϊάν στο CNN Travel. «Έφτασα εκεί στις δώδεκα παρά πέντε, και οι πόρτες ήταν ακόμα ανοιχτές. Στεκόταν στην είσοδο με δύο κοπέλες και έναν Άγγλο … Έτσι συναντηθήκαμε για πρώτη φορά».
Η Νταϊάν θυμάται να συναντά το βλέμμα του Τσακ. Της κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον, αλλά ήταν επίσης «επιφυλακτική».
Συμπέρανε, από τον τρόπο που ο Τσακ περιστοιχιζόταν από γυναίκες, ότι πιθανότατα «νόμιζε πως ήταν Έλληνας θεός».
Η Νταϊάν υπέθεσε ότι φλέρταρε με όλες τις κοπέλες σε όλους τους ξενώνες νέων, και έτσι δεν πήρε στα σοβαρά την παρατεταμένη οπτική επαφή.
Επιπλέον, ενώ οι υπόλοιποι της παρέας ήταν φιλικοί και πρόθυμοι να μιλήσουν, ο Τσακ ήταν «συγκρατημένος, ψύχραιμος και ήσυχος», όπως θυμάται η Νταϊάν.
Δεν ήξερε ακριβώς τι να σκεφτεί γι’ αυτόν. Αλλά η Νταϊάν δεν έψαχνε για ένα ειδύλλιο διακοπών στην Ευρώπη. Έψαχνε για μια διαφυγή.
Απόδραση στην Ελλάδα
Όπως και ο Τσακ, η Νταϊάν ήταν επίσης 26 ετών. Αλλά ενώ ο Τσακ απολάμβανε μια ανέμελη ζωή πίσω στην πατρίδα στη Μασαχουσέτη, που χαρακτηριζόταν από νυχτερινά κέντρα και ταξίδια, η Νταϊάν είχε ήδη βιώσει μερικές από τις πιο σκληρές πραγματικότητες της ζωής πίσω στη Νότια Αφρική.
Στη δεκαετία του 1980, η χώρα λειτουργούσε ακόμη υπό το απαρτχάιντ — ένα σύστημα σχεδιασμένο να παρέχει στους λευκούς Νοτιοαφρικανούς αδικαιολόγητη άνεση ενώ συνέθλιβε συστηματικά τη μαύρη πλειοψηφία.
Παρόλο που η Νταϊάν μεγάλωσε σε μια λευκή οικογένεια, λέει ότι δεν συμφωνούσε με το σύστημα.
Και η Νταϊάν περνούσε επίσης προσωπικές δυσκολίες την περίοδο που γνώρισε τον Τσακ.
«Δυστυχώς, ήταν μια δύσκολη περίοδος στη ζωή μου», λέει η Νταϊάν. «Ο σύντροφός μου εκείνη την εποχή είχε αποβιώσει. Αποφάσισα να τα παρατήσω όλα και να πάω να ταξιδέψω, επειδή ένιωθα ότι έπρεπε να αποδράσω».
Στον απόηχο του πένθους της, η Νταϊάν πήρε μαζί μια φίλη της και επιβιβάστηκε σε ένα αεροπλάνο από τη Νότια Αφρική για την Ευρώπη. Οι δύο γυναίκες ταξίδεψαν σε όλη την ήπειρο με ένα μετασκευασμένο βρετανικό ασθενοφόρο. Απόλαυσαν την εξερεύνηση για οκτώ μήνες, αλλά μετά η φίλη της έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα. Η Νταϊάν πούλησε το ασθενοφόρο και αποφάσισε να κάνει μια τελευταία στάση πριν επιστρέψει στην πραγματικότητα: την Ελλάδα.
«Πάντα αγαπούσα τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική αρχαιολογία», λέει. «Ήξερα ότι ήθελα να πάω στην Κρήτη για να δω τον Μινωικό πολιτισμό».
Σχεδίαζε να περάσει λίγες μέρες στο νησί, εξερευνώντας την αρχαία ιστορία του, πριν πάει στα ερείπια της Τροίας, στην Τουρκία. Η Νταϊάν δεν περίμενε να έρθει ιδιαίτερα κοντά με κανέναν κατά τη σύντομη παραμονή της στο νησί.
Αλλά το πρωί μετά τη μεσονύκτια άφιξή της στον ξενώνα, έπιασε κανονική κουβέντα με τον Τσακ.
«Την επόμενη μέρα, σίγουρα δεθήκαμε», λέει. «Περάσαμε πολύ χρόνο μιλώντας για την ιστορία μας, το παρελθόν μας και το τι είχαμε περάσει».
Η Νταϊάν εξεπλάγη που άνοιξε την καρδιά της στον Τσακ σχετικά με τον θάνατο του συντρόφου της και τον χρόνο που προσπαθούσε να επεξεργαστεί αυτή την απώλεια στην Ευρώπη. Ήταν εξαιρετικός ακροατής και δεν απέστρεφε το βλέμμα του καθώς εκείνη εμβάθυνε σε δύσκολα θέματα.
«Μέσα σε εκείνες τις λίγες μέρες η αρχική μου εντύπωση γι’ αυτόν άλλαξε», λέει. «Ο Τσακ έγινε αμέσως ένας ώμος για να στηριχτώ, ένιωθα σαν να τον ήξερα από πάντα».

Ο Τσακ εντυπωσιάστηκε επίσης από το πόσο εύκολη ήταν η συζήτησή τους.
«Καθόμασταν στην παραλία και μιλούσαμε μέχρι νωρίς το πρωί», λέει ο Τσακ. «Για μένα, ήταν μια διαφορετική σύνδεση. Δεν νομίζω ότι είχα αφιερώσει ποτέ πραγματικά τον χρόνο να μιλήσω σε κανέναν σε τέτοιο βάθος. Μου έκανε εντύπωση: “Αυτό το κορίτσι είναι διαφορετικό”».
Οι δυο τους διασκέδαζαν επίσης πολύ εξερευνώντας μαζί.
«Ταξιδέψαμε εκτενώς στο νησί της Κρήτης — κολυμπήσαμε, βγήκαμε για φαγητό, κάναμε παρέα με άλλα παιδιά στον ξενώνα νέων», θυμάται ο Τσακ.
«Και χορέψαμε», λέει η Νταϊάν. «Χορέψαμε στο νυχτερινό κέντρο. Χορέψαμε στην παραλία. Κοιμόμασταν στην παραλία, πίναμε στην παραλία, τρώγαμε στην παραλία. Σίγουρα δεθήκαμε».
Ήταν μερικές ξεχωριστές μέρες τόσο για τον Τσακ όσο και για την Νταϊάν. Αλλά κανένας από τους δύο δεν περίμενε ότι αυτή η αναπάντεχη σύνδεση θα συνεχιζόταν πέρα από την Κρήτη.
Η Νταϊάν είχε ιδιαίτερη επίγνωση των πραγματικοτήτων της κατάστασής τους.
«Είχα ακόμα πολλές πληγές να επουλώσω, και εκείνος δεν σκεφτόταν καν σοβαρές σχέσεις. Μπορούσα να το καταλάβω από τον τρόπο που συμπεριφερόταν», λέει, «Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να διασκεδάζει».
Και υπήρχε η απόσταση που έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Η Μασαχουσέτη και η γενέτειρά της πόλη, η Πρετόρια, φαίνονταν σαν δύο διαφορετικοί κόσμοι.
«Έτσι, ήταν κάπως σαν … θα δούμε τι θα γίνει», θυμάται η Νταϊάν. «Θα δούμε τι θα συμβεί στο μέλλον».
Σε αυτό το πνεύμα συμφώνησαν και οι δύο να συναντηθούν σε έναν μήνα στην Αθήνα.
«Είπε: “Από αυτή την ημέρα μέχρι αυτή την ημέρα, για μία εβδομάδα, θα σε περιμένω από τις 12 έως τη 1 στα σκαλιά του αρχαιολογικού μουσείου”», θυμάται η Νταϊάν. «”Ίσως μπορέσουμε να συναντηθούμε, ίσως και όχι”. Είπα: “Ναι, εντάξει”. Έφυγα σκεπτόμενη ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα ποτέ».
Η Νταϊάν κατέληξε να αντιμετωπίζει προβλήματα με τη βίζα που την κράτησαν στην Τουρκία δύο ημέρες περισσότερο από το αναμενόμενο. Έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά στην Αθήνα την τελευταία ημέρα που ο Τσακ είχε υποσχεθεί να περιμένει.
«Έτρεξα για να προσπαθήσω να τα καταφέρω την τελευταία στιγμή», θυμάται. «Ήταν κυριολεκτικά μία παρά πέντε. Τον είδα να κάθεται στα σκαλιά. Πλησίασα πίσω του. Έβαλα τα χέρια μου στα μάτια του και εκείνος πετάχτηκε πάνω. Και να ‘μαστε».
«Τον είδα να κάθεται στα σκαλιά. Πλησίασα πίσω του. Έβαλα τα χέρια μου στα μάτια του και εκείνος πετάχτηκε πάνω. Και να ‘μαστε».
Νταϊάν Γουέμπερ
Οι δυο τους πέρασαν ένα καταιγιστικό 24ωρο μαζί στην Αθήνα πριν από την πτήση επιστροφής του Τσακ στη Βοστώνη.
«Περάσαμε τον λίγο χρόνο που είχαμε απολαμβάνοντας ο ένας την παρέα του άλλου και αγαλλιάζοντας με το γεγονός ότι ήμασταν στην πραγματικότητα ξανά μαζί», θυμάται ο Τσακ.
«Είχαμε μία μέρα», λέει η Νταϊάν. «Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη που τον έβλεπα. Είχα παλέψει τόσο σκληρά για να επιστρέψω από την Τουρκία, νομίζοντας ότι σίγουρα δεν επρόκειτο να συμβεί και ότι δεν θα ήμουν εκεί εγκαίρως. Ήμουν πολύ χαρούμενη που τον είδα».
Εξεπλάγη επίσης ευχάριστα που ο καρδιοκατακτητής Τσακ είχε κρατήσει τον λόγο του.
«Ήταν ένα σημάδι για μένα ότι, όσες παραλίες γυμνιστών κι αν επισκεπτόταν, μπορούσε ακόμα να γυρίσει πίσω στην Αθήνα για να με συναντήσει και να με περιμένει», λέει. «Κι αυτό έκανε την καρδιά μου να αγαλλιάσει».
Αυτή τη φορά, όταν αποχαιρετίστηκαν, η Νταϊάν και ο Τσακ αντάλλαξαν διευθύνσεις και στοιχεία επικοινωνίας. Υποσχέθηκαν να μείνουν σε επαφή, αλλά και πάλι χωρίς προσδοκίες για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.
Αλληλογραφία ενώ τους χώριζαν ολόκληροι κόσμοι
Πίσω στη Νότια Αφρική, η Νταϊάν δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην παλιά της ζωή μετά την ευρωπαϊκή της απόδραση. Στη Μασαχουσέτη, ο Τσακ εγκατέλειψε την αρχαιολογία και έγινε ανεξάρτητος φωτογράφος.
Η Νταϊάν απορροφήθηκε από τη δουλειά. Ο Τσακ απορροφήθηκε από τα πάρτι.
Και προς έκπληξη και των δύο, έμειναν σε επαφή.
«Ήταν μια σχέση εξ αποστάσεως, μέσω αλληλογραφίας», λέει ο Τσακ.
Τα γράμματα δεν ήταν τακτικά. Αλλά και οι δύο λάτρευαν τη στιγμή που έβλεπαν τον γραφικό χαρακτήρα του άλλου σε αεροπορικούς φακέλους στο κατώφλι τους.
Απολάμβαναν επίσης το περιστασιακό τηλεφώνημα. Αυτές οι στιγμές διαηπειρωτικής σύνδεσης τους υπενθύμιζαν πόσο πολύ τους άρεσε να εκμυστηρεύονται πράγματα ο ένας στον άλλον.
«Ο τρόπος που μπορούσε να μιλάει στο τηλέφωνο ήταν απλώς εξαιρετικός», λέει ο Τσακ. «Ήταν καταπραϋντικός και καθησυχαστικός για μένα, και ήταν υπέροχο. Ήταν αυτά τα τηλεφωνήματα τα επόμενα χρόνια που με κράτησαν ακριβώς εκεί».
Καθώς ο καιρός περνούσε, ο Τσακ έβγαινε με άλλα κορίτσια. Αλλά δεν ήταν ποτέ σοβαρό. Καμία δεν μπορούσε να συγκριθεί με την Νταϊάν.
«Ήθελα απλώς να ζήσω τη ζωή, και όλοι οι φίλοι μου το ήξεραν, και όλα τα κορίτσια με τα οποία έβγαινα το ήξεραν», λέει.
Είπε στους στενούς του φίλους για την Νταϊάν, αλλά «δεν μπήκα σε πολλές λεπτομέρειες … Εκτός από το να πω σε δυο-τρεις ανθρώπους ότι μου αρέσει πάρα, πάρα πολύ αυτό το κορίτσι, και ξέρω ότι είναι 8.000 μίλια μακριά, αλλά διατηρώ επαφή».
Εν τω μεταξύ, στην Πρετόρια, η Νταϊάν επέτρεπε στον εαυτό της περιστασιακά να ονειροπολεί για τον Τσακ, ενώ υπενθύμιζε συνεχώς στον εαυτό της ότι οι πιθανότητες ήταν εναντίον τους.
«Ήμουν αρκετά έξυπνη ώστε να γνωρίζω ότι εκείνος χρειαζόταν να ζήσει τη ζωή του, και εγώ δεν έψαχνα για σχέση», λέει. «Έτσι, ήταν ένας δεσμός με το πνεύμα “Ας δούμε τι επιφυλάσσει το μέλλον”».
Οι μήνες κύλησαν και έγιναν χρόνια.
«Ήμουν συγκεντρωμένη στις σπουδές μου, στην οικογένειά μου, στους φίλους μου», λέει η Νταϊάν. «Σίγουρα έβγαινα πολύ με τις φίλες μου, αλλά μου πήρε καιρό μέχρι να αρχίσω να βγαίνω ραντεβού. Αλλά ακόμα και τότε, πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, σκεφτόμουν τον Τσακ … Στους λίγους κυρίους με τους οποίους όντως βγήκα, τους έδινα να καταλάβουν ότι υπήρχε κάποιος στις ΗΠΑ που μου άρεσε πολύ, αλλά δεν ήξερα τι θα επιφύλασσε το μέλλον».
Έπειτα, μια μέρα, ο Τσακ τηλεφώνησε στην Νταϊάν εντελώς ξαφνικά. Της είπε ότι έκλεινε πτήση για να την επισκεφθεί στη Νότια Αφρική.
«Είπα ότι θα περνούσα από εκεί, αν ήταν εντάξει. Εκείνη είπε: “Φυσικά”. Και έκανα το ταξίδι των 8.000 μιλίων», θυμάται ο Τσακ
Ήταν το καλοκαίρι του 1987, δύο χρόνια αφότου είχαν γνωριστεί στην Κρήτη.
«Ήμουν ενθουσιασμένος και είχα μια αίσθηση αποφασιστικότητας να επιστρέψω στο μοναδικό κορίτσι που είχα γνωρίσει με το οποίο ένιωθα ότι θα μπορούσα να είμαι μαζί», θυμάται ο Τσακ.
«Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ερχόταν με τόσο σύντομη προειδοποίηση», λέει η Νταϊάν. «Ήμουν ενθουσιασμένη και αγχωμένη».
Η Νταϊάν ενημέρωσε τους οικείους της εκ των προτέρων και τους σύστησε στον Τσακ όταν εκείνος έφτασε.
«Λοιπόν, η οικογένεια και οι φίλοι μου τον λάτρεψαν», θυμάται η Νταϊάν. «Κατάλαβαν τι έβλεπα σε αυτόν. Οι άνετοι τρόποι του, η αίσθηση ενθουσιασμού του και το κοφτερό του πνεύμα σίγουρα τους διασκέδασαν».
Κατά τη διάρκεια του δεκαπενθημέρου του Τσακ στη Νότια Αφρική, οι δυο τους ταξίδεψαν στην Πρετόρια, στο Γιοχάνεσμπουργκ, κατέβηκαν στο Ντέρμπαν και στη συνέχεια πήγαν στο Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ, όπου έκαναν σαφάρι.
Ανάμεσα στις περιπέτειες, μιλούσαν. Οι συζητήσεις τους ήταν μια επιβεβαίωση αυτού που ήδη ένιωθαν — αυτή ήταν μια αβίαστη, ξεχωριστή σύνδεση.
Αλλά μετά ο Τσακ έπρεπε να επιστρέψει στις ΗΠΑ.
«Περάσαμε υπέροχα για δύο εβδομάδες και μετά έφυγα», θυμάται ο Τσακ. «Την επόμενη χρονιά με επισκέφθηκε τον Απρίλιο, και έβρεχε όλη την ώρα. Είπε ότι δεν θα ζούσε ποτέ εδώ, έχει πάρα πολύ ήλιο στη Νότια Αφρική…»
«Ήταν υπέροχο που τον είδα», λέει η Νταϊάν. «Αλλά δεν μπορούσα να δω τον εαυτό μου να ζει εδώ με τίποτα».
Επιπλέον στη Μασαχουσέτη, ο Τσακ εξακολουθούσε να ζει έναν τρόπο ζωής γεμάτο πάρτι, χαρακτηριστικό των τελών των είκοσι.
Αλλά ένα χρόνο αργότερα, το 1989, ο Τσακ επικοινώνησε με την Νταϊάν και ήταν ευθύς.
«Πλησίαζα στα 31α γενέθλιά μου», θυμάται. «Της έγραψα ένα μακροσκελές γράμμα δηλώνοντας ότι είχα τελειώσει με τη ζωή των νυχτερινών κέντρων και ρωτώντας αν θα ερχόταν εδώ για πάντα. Έχουμε ακόμα το γράμμα. Είπε ναι».
Για την Νταϊάν, η εξ αποστάσεως σύνδεση τη βοήθησε να προσαρμοστεί σταδιακά στην ιδέα τού να είναι με τον Τσακ πιο μακροπρόθεσμα, και της έδωσε χρόνο να αρχίσει να επεξεργάζεται την απώλεια του συντρόφου της. Τελικά, πέρασαν τέσσερα χρόνια μεταξύ της συνάντησής τους στην Κρήτη το 1985 και της μετακόμισής της στις ΗΠΑ το 1989.
«Λειτούργησε καλά για εμάς το ότι είχαμε μια σχέση εξ αποστάσεως, ώστε να μπορέσω να επουλώσω τις πληγές μου μακριά του και να του δώσω χρόνο να σταθεί στα πόδια του», λέει. «Ήταν νέος και ξέγνοιαστος, και ένιωθα ότι εγώ σίγουρα δεν βρισκόμουν σε κατάσταση να είμαι νέα και ξέγνοιαστη εκείνη την εποχή».
Η Νταϊάν έπρεπε επίσης να διαχειριστεί τις περιπλοκές τού να έρχεται κοντά σε κάποιον ενώ φοβόταν ότι θα μπορούσε να τον χάσει.
«Ήταν μια σταδιακή οικοδόμηση από την πλευρά μου, του να τον εμπιστευτώ ότι δεν θα πέθαινε αφήνοντάς με μόνη», λέει.
Ένα νέο κεφάλαιο μαζί
Η μετακόμιση στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1989 ήταν ένα μεγάλο βήμα για την Νταϊάν. Άφησε τη σταθερή λογιστική δουλειά της στην Πρετόρια και εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης για να μπει στον δρόμο να γίνει ορκωτή λογίστρια (certified public accountant, ή CPA) στις ΗΠΑ. Ο Τσακ εξακολουθούσε να εργάζεται ως ανεξάρτητος φωτογράφος. Η ζωή έμοιαζε λίγο επισφαλής.
Υπήρχαν επίσης πολιτισμικές διαφορές που έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Τα παιδικά χρόνια της Νταϊάν στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ σήμαιναν ότι είχε συνηθίσει να έχει υπηρετικό προσωπικό, οπότε δεν είχε κάνει ποτέ πραγματικά δουλειές του σπιτιού.
«Αφού έφυγα από τη Νότια Αφρική, σίγουρα με έκανε να συνειδητοποιήσω την αδικία του συστήματος», λέει. «Καθώς μεγάλωνα μέσα στο σύστημα, είχα άγνοια για οποιοδήποτε άλλο σύστημα».
Το ζευγάρι επίσης κατά καιρούς δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στη συμβίωση.
Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα, τόσο για την Νταϊάν όσο και για τον Τσακ, ήταν η ευτυχία που ήταν επιτέλους μαζί.
«Όταν η Νταϊάν έφτασε εδώ, τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από εκείνη, και πραγματικά έτσι είναι από τότε», λέει ο Τσακ.






