Σε μια κρίσιμη συγκυρία για το μέλλον της Μέσης Ανατολής, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αρακτσί, έστειλε από τις Ηνωμένες Πολιτείες ένα ηχηρό μήνυμα αντίστασης, ξεκαθαρίζοντας ότι η χώρα του δεν πρόκειται να υποκύψει στις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ για «άνευ όρων παράδοση».
Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Meet the Press» του δικτύου NBC, ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας υπογράμμισε ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη για έναν παρατεταμένο αγώνα, ενώ επιβεβαίωσε τη στενή στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία εν μέσω των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών.
Το κενό ηγεσίας και η διαδοχή του Ανώτατου Ηγέτη
Η συζήτηση ξεκίνησε με το ερώτημα που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα: ποιος κρατά τα ηνία στο Ιράν μετά την απουσία του Αγιατολάχ Χαμενεΐ. Ο κ. Αρακτσί επιβεβαίωσε ότι ένα προσωρινό συμβούλιο ηγεσίας έχει αναλάβει τη διακυβέρνηση, ενώ η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων αναμένεται να εκλέξει σύντομα τον νέο Ανώτατο Ηγέτη. Παρά τις έντονες φήμες που θέλουν τον γιο του εκλιπόντος ηγέτη, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ως τον επικρατέστερο διάδοχο, ο υπουργός απέφυγε να επιβεβαιώσει οποιοδήποτε όνομα, τονίζοντας ότι η διαδικασία είναι αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση του ιρανικού λαού.
«Δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να παρεμβαίνει στις εσωτερικές μας υποθέσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά, απαντώντας στις αναφορές ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θα επιθυμούσε να έχει λόγο στην επιλογή της νέας ηγεσίας.
Το αδιέξοδο της εκεχειρίας και οι «κόκκινες γραμμές»
Όσον αφορά την πολεμική σύγκρουση, ο Αρακτσί εμφανίστηκε ανυποχώρητος, απορρίπτοντας το αίτημα της Ουάσιγκτον για συνθηκολόγηση. Υπενθύμισε μάλιστα τη σύρραξη του περασμένου Ιουνίου, υποστηρίζοντας ότι και τότε το Ιράν αντιστάθηκε, αναγκάζοντας το Ισραήλ να ζητήσει εκεχειρία μετά από 12 ημέρες.
«Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά», σημείωσε, κατηγορώντας τις ΗΠΑ και το Ισραήλ για απρόκλητες επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και κρίσιμες υποδομές, όπως διυλιστήρια και μονάδες αφαλάτωσης. Ο Ιρανός υπουργός έθεσε ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση περί κατάπαυσης του πυρός την παροχή εξηγήσεων για την «παράνομη επιθετικότητα» και την οριστική λήξη του πολέμου.
Η στρατηγική συμμαχία με τη Ρωσία και οι επιθέσεις σε γείτονες
Σε μια από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της συνέντευξης, ο κ. Αρακτσί παραδέχθηκε ότι το Ιράν διατηρεί μια «στρατηγική εταιρική σχέση» με τη Ρωσία. Αν και απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες για το αν η Μόσχα παρέχει πληροφορίες (intelligence) για τον εντοπισμό των αμερικανικών δυνάμεων, επιβεβαίωσε ότι η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών συνεχίζεται σε πολλαπλά επίπεδα.
Σχετικά με τις πυραυλικές επιθέσεις σε γειτονικά κράτη του Κόλπου, ο υπουργός διευκρίνισε ότι στόχος δεν ήταν οι γείτονες, αλλά οι αμερικανικές βάσεις και εγκαταστάσεις που φιλοξενούνται στο έδαφός τους. Χαρακτήρισε δε τη συγγνώμη του Ιρανού Προέδρου ως δείγμα «αξιοπρέπειας και ισχύος», εκφράζοντας τη λύπη του για την αναστάτωση που προκλήθηκε στους λαούς της περιοχής λόγω των αμερικανικών προκλήσεων και των ιρανικών αντιποίνων.
Η τραγωδία στο δημοτικό σχολείο και το οπλοστάσιο της Τεχεράνης
Ο κ. Αρακτσί απέρριψε μετά βδελυγμίας τις κατηγορίες του Προέδρου Τραμπ ότι το Ιράν ευθύνεται για το πλήγμα σε δημοτικό σχολείο στο νότιο Ιράν, το οποίο στοίχισε τη ζωή σε 170 ανθρώπους. «Είναι δικό μας σχολείο, δικοί μας μαθητές. Γιατί να επιτεθούμε στον δικό μας λαό;», διερωτήθηκε, αποδίδοντας την επίθεση σε αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος.
Τέλος, απάντησε στις ανησυχίες της Ουάσιγκτον για το πυραυλικό πρόγραμμα της χώρας του, χαρακτηρίζοντας ως «παραπληροφόρηση» τους ισχυρισμούς ότι το Ιράν σχεδιάζει να αποκτήσει πυραύλους ικανούς να πλήξουν το έδαφος των ΗΠΑ. Υποστήριξε ότι η Τεχεράνη έχει περιορίσει οικειοθελώς το βεληνεκές των πυραύλων της κάτω από τα 2.000 χιλιόμετρα, ώστε να μην θεωρείται απειλή για τη διεθνή κοινότητα.
Η στάση του Αμπάς Αρακτσί καταδεικνύει ότι η Τεχεράνη δεν είναι διατεθειμένη να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό καθεστώς απειλής. Με τις αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις να βρίσκονται σε ετοιμότητα και το Ιράν να δηλώνει ότι «τους περιμένει», η σύγκρουση εισέρχεται σε μια φάση παρατεταμένης φθοράς, όπου η διπλωματία φαίνεται να έχει δώσει τη θέση της στην απόλυτη στρατιωτική αντιπαράθεση.



