Η Βενεζουέλα συγκαταλέγεται στις χώρες με τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Κι όμως, η οικονομία της παραμένει σε βαθιά κρίση, με μεγάλο μέρος του πληθυσμού να ζει σε συνθήκες φτώχειας. Η αντίφαση δεν εξηγείται μόνο από εσωτερικές παθογένειες. Όπως καταγράφεται όλο και πιο καθαρά στον διεθνή Τύπο, η Βενεζουέλα βρέθηκε επί χρόνια σε διεθνή απομόνωση και, όταν προσπάθησε να αναζητήσει εναλλακτικές, συνάντησε δομικά όρια.
Πετρέλαιο υπάρχει – αλλά δεν είναι «εύκολο»
Ο πυρήνας του πλούτου της χώρας βρίσκεται στη Ζώνη του Ορινόκο. Πρόκειται κυρίως για βαρύ και υπερβαρύ αργό, που:
· απαιτεί υψηλή τεχνολογία για εξόρυξη και αναβάθμιση,
· έχει αυξημένο κόστος παραγωγής,
· χρειάζεται ειδικά αραιωτικά και συνεχή τεχνική υποστήριξη για να εξαχθεί.
Αυτό σημαίνει ότι η Βενεζουέλα είναι τεχνολογικά εξαρτημένη από διεθνείς αλυσίδες εξοπλισμού και υπηρεσιών. Όταν αυτές διακόπτονται, τα αποθέματα παραμένουν πλούτος «στα χαρτιά».
Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA υπήρξε κάποτε βασικός παίκτης της παγκόσμιας αγοράς. Σταδιακά όμως αποδυναμώθηκε, καθώς υπήρξε
πολιτικοποίηση της διοίκησης, απώλεια τεχνογνωσίας, χρόνια υποεπένδυση και ελλιπής συντήρηση, αλλά και φαινόμενα διαφθοράς.
Η παραγωγή κατέρρευσε, περιορίζοντας δραστικά τα έσοδα του κράτους και την ικανότητα αυτοχρηματοδότησης της βιομηχανίας.
Κυρώσεις και διεθνής απομόνωση: ο μηχανισμός του στραγγαλισμού
Η αμερικανική πίεση δεν λειτούργησε ως απλή πολιτική αποδοκιμασία. Μεταφράστηκε σε χρηματοπιστωτικό και τεχνολογικό μπλόκο:
περιορισμός πρόσβασης σε διεθνή κεφάλαια και δολαριακές συναλλαγές,
απαγορεύσεις ή ισχυρά αντικίνητρα για εξαγωγές πετρελαίου, εμπόδια στην εισαγωγή ανταλλακτικών, εξοπλισμού και υπηρεσιών, «τοξικοποίηση» της PDVSA, με εταιρείες και τράπεζες να αποφεύγουν κάθε εμπλοκή λόγω κινδύνου δευτερογενών κυρώσεων.
Η απομόνωση δεν έπληξε μόνο τα έσοδα – έπληξε τη λειτουργική ικανότητα της χώρας να παράγει.
Γιατί δεν μπόρεσε να στραφεί αποτελεσματικά αλλού
Συχνά τίθεται το ερώτημα γιατί η Βενεζουέλα δεν κάλυψε το κενό μέσω συνεργασιών με άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Στην πράξη:
· οι κυρώσεις είχαν δευτερογενή χαρακτήρα, αποθαρρύνοντας και τρίτους παίκτες,
· οι συμφωνίες βασίστηκαν κυρίως σε δάνεια έναντι πετρελαίου, όχι σε μαζικές επενδύσεις υποδομής,
· καμία μεγάλη δύναμη δεν ήταν πρόθυμη να συγκρουστεί ανοιχτά με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα,
· το υπερβαρύ αργό απαιτεί τεχνολογία που παραδοσιακά προσέφεραν δυτικές εταιρείες.
Αποτέλεσμα: υπήρξαν παρακάμψεις, όχι όμως η βαθιά ανασυγκρότηση που θα απογείωνε την παραγωγή.
Τα γεωπολιτικά κίνητρα της επέμβασης
Μετά την αμερικανική επέμβαση και την αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο, ο διεθνής Τύπος ανέδειξε ευρύτερα γεωπολιτικά διακυβεύματα. Πέρα από το αφήγημα «νόμου και τάξης», οι αναλύσεις εντοπίζουν:
· αναδιάταξη ελέγχου ενεργειακών πόρων σε μια χώρα-κλειδί,
· μήνυμα ισχύος στο δυτικό ημισφαίριο, όπου οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται ανταγωνιστικές επιρροές,
· προειδοποίηση προς τρίτους ότι τα όρια της διεθνούς νομιμότητας μετακινούνται,
· προσπάθεια νομιμοποίησης της επέμβασης μέσω ποινικών κατηγοριών, επιλογή που αμφισβητείται νομικά.
Η Βενεζουέλα λειτούργησε έτσι ως δοκιμή ορίων: τόσο για τη διεθνή αντίδραση όσο και για την αποδοχή μιας πιο ωμής χρήσης ισχύος.
Σύγκριση με άλλες χώρες υπό κυρώσεις
Η εμπειρία της Βενεζουέλας γίνεται πιο κατανοητή σε σύγκριση με άλλες περιπτώσεις:
Το Ιράν για παράδειγμα, διατηρεί εξαγωγές μέσω «σκιώδους» ναυτιλίας και εναλλακτικών πληρωμών, πληρώνει όμως τίμημα σε εκπτώσεις τιμών και υψηλό ρίσκο και έχει μία βασική διαφορά με τη Βενεζουέλα: Διαθέτει μακροχρόνιες δομές παράκαμψης και διαφορετικό ενεργειακό μείγμα.
Όσο για τη Ρωσία: Ανακατεύθυνε ροές και αξιοποίησε «γκρι» logistics, ξεκίνησε όμως από πολύ ισχυρότερη παραγωγική και τεχνολογική βάση και έχει διαφορά με τη Βενεζουέλα ότι μπήκε στις κυρώσεις με ήδη αποδιοργανωμένη βιομηχανία.
Η Βενεζουέλα μπορεί να έχει το βάρος της δικής της ευθύνης για την κακή διαχείριση, αλλά ταυτόχρονα είναι μια χώρα με τεράστιο αλλά τεχνικά απαιτητικό πλούτο, εγκλωβισμένη σε διεθνή απομόνωση που στραγγαλίζει τεχνολογία και χρηματοδότηση, με εναλλακτικές συμμαχίες που προσφέρουν ανάσες, όχι λύση, και με τον φυσικό της πλούτο να μετατρέπεται σε γεωπολιτικό πεδίο σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης ισχύος, όπου οι κυρώσεις, η απομόνωση και τα γεωπολιτικά κίνητρα καθόρισαν το πώς και σε ποιο βαθμό η Βενεζουέλα (δεν) μπόρεσε μέχρι τώρα να αξιοποιήσει τον πλούτο της.



