Κοινοβουλευτική παρέμβαση από δεκατέσσερις βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης φέρνει στο προσκήνιο σοβαρές καταγγελίες για συστηματική φοροαποφυγή, αδιαφανείς επιστροφές ΦΠΑ και έλλειψη ελέγχων στον κλάδο των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Η ερώτηση προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υπογράφεται από τους βουλευτές Χάρη Μαμουλάκη, Έλενα Ακρίτα, Καλλιόπη Βέττα, Γιώργο Γαβρήλο, Ειρήνη Δούρου, Μιλτιάδη Ζαμπάρα, Διονύσιο-Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, Κωνσταντίνο Μπάρκα, Κατερίνα Νοτοπούλου, Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, Γιώργο Παπαηλιού, Πόπη Τσαπανίδου και Γεώργιο Ψυχογιό, και εστιάζει στις προνομιακές φορολογικές ρυθμίσεις που φαίνεται να απολαμβάνουν οι τέσσερις συστημικές εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Σύμφωνα με το κείμενο της ερώτησης, οι υπηρεσίες διαχείρισης και διαπραγμάτευσης πιστώσεων απαλλάσσονται πλήρως από τον ΦΠΑ βάσει του άρθρου 27 παράγραφος 1 του ν. 5144/2024. Παράλληλα, το άρθρο 36 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι όταν ένας υποκείμενος στο φόρο χρησιμοποιεί αγαθά και υπηρεσίες για πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης, ο εκπιπτόμενος φόρος υπολογίζεται με τη μέθοδο Pro-rata. Δεδομένου ότι οι εταιρείες αυτές διενεργούν αποκλειστικά απαλλασσόμενες πράξεις, το κλάσμα έκπτωσης θα έπρεπε να ισούται με μηδέν, με συνέπεια ο ΦΠΑ των λειτουργικών δαπανών τους να μην επιστρέφεται.
Ωστόσο, όπως καταγγέλλουν οι βουλευτές, από τη μελέτη των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων προκύπτει ότι οι τέσσερις συστημικές servicers λαμβάνουν συστηματικά υπέρογκα ποσά ως επιστροφές ΦΠΑ. Η πρακτική αυτή εγείρει υπόνοιες για χρήση «τεχνητών» διευθετήσεων χωρίς οικονομική ή εμπορική ουσία, ενδεχομένως σε καταστρατήγηση του άρθρου 39 παράγραφος 1 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που απαγορεύει τις διευθετήσεις με κύριο σκοπό την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο κλειστό οικοσύστημα που περιλαμβάνει τράπεζες, αλλοδαπές εταιρείες ειδικού σκοπού με έδρα κυρίως την Ιρλανδία και εταιρείες διαχείρισης ακινήτων. Οι βουλευτές χαρακτηρίζουν τα SPV ως «νομικά κουτιά» χωρίς υπαλλήλους, φυσική παρουσία ή γραφεία, που δεν εμφανίζουν τους πραγματικούς δικαιούχους τους, επιτρέποντας τη φυγάδευση κερδών και φορολογητέας ύλης στο εξωτερικό.
Το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την ερώτηση, αναλαμβάνει το ρίσκο αποπληρωμής των πιστώσεων μέσω των εγγυήσεων του προγράμματος «Ηρακλής», κοινωνικοποιώντας τις ζημίες και ιδιωτικοποιώντας τα κέρδη. Η επικαιρότητα του ζητήματος ενισχύεται από την πρόσφατη απόφαση 6/2026 του Αρείου Πάγου σχετικά με τον υπολογισμό των τόκων των δανείων του ν. 3869/2010 από τις εταιρείες διαχείρισης.
Οι καταγγελίες επεκτείνονται και στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, για την οποία οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι φαίνεται να εξαντλείται σε ελέγχους μικρομεσαίων επιχειρηματιών, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα μεγάλα funds. Αναφέρονται συγκεκριμένα σε καταγγελίες φορέων και προγενέστερες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις που έμειναν αναπάντητες, σχετικά με την απουσία ουσιαστικών φορολογικών ελέγχων και την παραγραφή ορισμένων περιπτώσεων.
Η ερώτηση επικαλείται έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF Country Report No. 26/110, Μάιος 2026), σύμφωνα με την οποία το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για δημοσιονομικούς κινδύνους στη χώρα μας και ζητά άμεση ενίσχυση της διαφάνειας στο πλαίσιο λειτουργίας των servicers και των SPV.
Οι βουλευτές ζητούν από τον υπουργό στοιχεία για το συνολικό ποσό επιστροφών ΦΠΑ προς τις τέσσερις μεγαλύτερες servicers την περίοδο 2015-2025, τη νομική βάση χορήγησης των επιστροφών, την αναλογία έκπτωσης Pro-rata που εφαρμόστηκε, καθώς και αναλυτικά στοιχεία για τους φορολογικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν. Επίσης, ρωτούν αν έχουν ελεγχθεί οι εμπλεκόμενες εταιρείες για εφαρμογή του Γενικού Κανόναα Απαγόρευσης Καταχρήσεων και ποιες ενέργειες προτίθεται να αναλάβει μετά τις συστάσεις του ΔΝΤ.



