Σε μια εκτενή και πολυεπίπεδη συζήτηση γύρω από τα όρια της επιστημονικής γνώσης, τη σημασία της αποτυχίας στην ερευνητική διαδρομή και την ανάγκη καλλιέργειας κριτικής σκέψης απέναντι στον καταιγισμό πληροφοριών προχώρησε ο καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ (Stanford), Γιάννης Ιωαννίδης, φιλοξενούμενος στην τηλεοπτική εκπομπή «Studio στις 3».
Τοποθετούμενος απέναντι στον χαρακτηρισμό της σταδιοδρομίας του ως ενός συμβατικού «success story», ο κορυφαίος επιδημιολόγος και μελετητής της μετα-έρευνας αποδόμησε την εικόνα της αλάνθαστης αυθεντίας, αντιπαραβάλλοντας μια μακρά πορεία συνεχών απορρίψεων και επαναπροσδιορισμών.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στον επιστημονικό δογματισμό και στην έπαρση των τίτλων σπουδών, προειδοποίησε για τις υπερβολικές υποσχέσεις των τεχνολογικών κύκλων της Σίλικον Βάλεϊ και ανέδειξε τον οργανωμένο σκεπτικισμό ως θεμελιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας.
Από το «success story» στις χιλιάδες απορρίψεις: Η ανθεκτικότητα απέναντι στην αποτυχία
Κληθείς να σχολιάσει την προσωπική του πορεία, ο κ. Ιωαννίδης αρνήθηκε τον όρο της γραμμικής επιτυχίας, περιγράφοντας το επιστημονικό γίγνεσθαι ως μια διαδικασία κυρίως αρνητικών και λανθασμένων ευρημάτων που απαιτεί ψυχική αντοχή.
Όπως επισήμανε χαρακτηριστικά:
«Εγώ θα περιέγραφα περισσότερο μία σειρά ατέλειωτων αποτυχιών και απορρίψεων. Νομίζω ότι έχω χιλιάδες απορρίψεις κάτω από τη ζώνη μου. […] Η περισσότερη δουλειά που κάνουμε οδηγεί σε αρνητικά αποτελέσματα, άσχετα αποτελέσματα, λανθασμένα αποτελέσματα, αποτελέσματα που καταρρίπτονται. Είναι λίγες οι στιγμές της επιτυχίας, και οι στιγμές των θριάμβων είναι για τους πολύ τυχερούς και επίμονους. Αλλά πρέπει κάποιος να μένει στην ικανότητα να αντέξει στη συνεχή αποτυχία».
Εμβαθύνοντας στον μηχανισμό της ψυχικής ανθεκτικότητας (resilience), υπογράμμισε ότι, παρότι ενδέχεται να υπάρχει κάποια γενετική βάση, πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα προσωπικής απόφασης και χαρακτήρα:
«Περισσότερο περήφανος μπορεί να είναι κάποιος στο πόσο έχει κατορθώσει να σταθεί όρθιος απέναντι στην αποτυχία. Η επιτυχία είναι ωραία, είναι κάτι που όλοι το θέλουμε, αλλά το να μπορέσει να ξεπεράσει μία αποτυχία και να προχωρήσει, να μην απογοητευθεί από την άρνηση ή το μη επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να επιμείνει, είναι ζήτημα προσωπικής επένδυσης».
Η ακαδημαϊκή διαδρομή, η μελέτη-ορόσημο του 2005 και η αμφισβήτηση
Γεννημένος στη Νέα Υόρκη το 1965 από γονείς γιατρούς-ερευνητές που μετεκπαιδεύονταν στις ΗΠΑ, ο Γιάννης Ιωαννίδης επέστρεψε στην Ελλάδα πριν από τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας του, αποφοιτώντας πρώτος από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ακολούθησε ειδίκευση στην Εσωτερική Παθολογία και τη Λοιμωξιολογία στα πανεπιστήμια Harvard και Tufts, ενώ την περίοδο 1999–2010 διηύθυνε το Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, προτού εγκατασταθεί στο Stanford το 2010.
Με περισσότερες από 1.300 επιστημονικές δημοσιεύσεις, ο δείκτης επιστημονικής απήχησης h-index του έχει ανέλθει στο 278 στο Google Scholar, με τις ετεροαναφορές να ξεπερνούν τις 460.000, καθιστώντας τον έναν από τους πλέον επιδραστικούς επιστήμονες παγκοσμίως. Η διεθνής αναγνώριση εδραιώθηκε το 2005 με την ιστορική μελέτη του «Γιατί τα περισσότερα δημοσιευμένα ερευνητικά ευρήματα είναι ψευδή» (Why Most Published Research Findings Are False) στην επιθεώρηση PLOS Medicine, η οποία έχει καταγράψει πάνω από 3,3 εκατομμύρια επισκέψεις, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη μεθοδολογική αξιοπιστία της βιοϊατρικής έρευνας.
Κατά την περίοδο της πανδημίας του COVID-19, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων επιστημονικών και δημόσιων αντιπαραθέσεων λόγω της κριτικής που άσκησε στα παρατεταμένα μέτρα αυστηρού εγκλεισμού. Ο ίδιος απορρίπτει την ιδέα των διασημοτήτων στον χώρο της έρευνας, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχουν star στην επιστήμη» και σημειώνοντας πως «η επιστήμη είναι το καλύτερο πράγμα που συνέβη στους ανθρώπους, αλλά μπορούμε να την κάνουμε καλύτερη. Είναι σαν να κολυμπάς έναν ωκεανό τη νύχτα. Η επιστήμη ακμάζει στο σκοτάδι». Παράλληλα, διατηρεί ενεργή λογοτεχνική παρουσία με 10 εκδοθέντα βιβλία —μεταξύ των οποίων τα έργα Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο και Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής—, θεωρώντας ότι τόσο η επιστήμη όσο και η ποίηση αποτελούν μια ενιαία προσπάθεια καταγραφής «μιας άνισης μάχης απέναντι στη φθορά, την ατέλεια και τη λήθη».
Η επιστήμη ως αυτοδιορθούμενη διαδικασία και η «αυτογελοιοποίηση» των ειδικών
Αναλύοντας τη φύση της επιστημονικής μεθόδου, ο καθηγητής του Stanford διαχώρισε ριζικά την έρευνα από τις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, εστιάζοντας στην ικανότητα της επιστήμης να αναθεωρεί τα πορίσματά της:
«Η επιστήμη από τη φύση της ανατρέπεται. Αν δεν μπορεί να ανατραπεί, μάλλον σημαίνει ότι δεν είναι επιστήμη. Είναι δόγμα, είναι πολιτική, είναι θρησκεία. Είναι κάτι το οποίο το πιστεύεις και λες εγώ θα πάω να ψηφίσω, εγώ θα πάω να προσευχηθώ σε αυτόν τον ναό. Η επιστήμη από τη φύση της θα πρέπει να μπορεί να αυτοακυρωθεί και να βελτιωθεί, να διορθώσει τον εαυτό της».
Στο πλαίσιο αυτό, περιέγραψε τη χαρά του εντοπισμού των προσωπικών του σφαλμάτων:
«Προσωπικά νιώθω πολύ καλά όταν βρίσκω ότι έχω κάνει κάποιο λάθος —βεβαίως κάνω χιλιάδες λάθη. Όταν βρίσκω ότι κάτι που έκανα είναι λάθος και ότι μπορώ να το διορθώσω και να το κάνω καλύτερο, είναι πανηγύρι. Το χειρότερο είναι όταν κάνεις λάθη τα οποία δεν μπορείς να τα δεις, είναι στο τυφλό σου σημείο, ούτε οι άλλοι τα βλέπουν, και κάτι διαιωνίζεται».
Αναφερόμενος στη στάση των ακαδημαϊκών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο της αλαζονείας («να καβαλίσει κάποιος το καλάμι») απέναντι στην εμπειρική σοφία των πολιτών:
«Υπάρχει πρόβλημα με τον όρο συνωμοσιολόγος και παραπληροφόρηση, με την έννοια ότι όλοι μας, ακόμα και ο πιο καλά εκπαιδευμένος καθηγητής του Stanford ή του Harvard, μπορεί να γίνει πηγή παραπληροφόρησης. Είδαμε στις μεγάλες κρίσεις των τελευταίων ετών, όπως στην πανδημία, ότι πολλές φορές απλοί άνθρωποι, “αμόρφωτοι” εντός εισαγωγικών, είχαν πιο ορθές επιστημονικά ιδέες από επίσημους φορείς, κυβερνήσεις και ανθρώπους που το έπαιζαν ειδικοί. Αυτό που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια είναι μία αυτογελοιοποίηση της επιστήμης, που έχει συγκρουστεί με απλούς ανθρώπους και απλή λογική, και οι απλοί άνθρωποι έχουν υπερισχύσει απέναντι των 500 πτυχίων».
Οργανωμένος σκεπτικισμός, παραπληροφόρηση και τεχνολογικές προσδοκίες
Σχετικά με τις υποσχέσεις για επαναστατικές θεραπείες και την παράταση του προσδόκιμου ζωής, ο κ. Ιωαννίδης συνέστησε συγκρατημένη στάση:
«Θα έλεγα να κρατάτε μικρό καλάθι χωρίς να είναι κάποιος πεσιμιστής. Η επιστήμη κάνει πρόοδο συνολικά, αθροιστικά, στο βάθος του χρόνου. Δεν σημαίνει όμως ότι η πρόοδος είναι κατ’ ανάγκη θεαματική ή εκθετική, ότι θα μπορέσουμε να ζήσουμε 500 χρόνια όπως λένε πολλοί τεχνοαισιόδοξοι της Σίλικον Βάλεϊ. Όλα αυτά είναι ακρότητες χωρίς επιστημονική υποστήριξη. Τα μεγάλα λόγια κατά μέσον όρο σχεδόν πάντα θα είναι υπερβολικά».
Συνδέοντας την ιατρική με την κοινωνική πραγματικότητα, εντόπισε ένα δομικό έλλειμμα κριτικής παιδείας:
«Έχουμε ένα έλλειμμα οργανωμένου σκεπτικισμού στην κοινωνία μας. Αυτό είναι διεθνές, αλλά στην Ελλάδα ίσως είναι ακόμα πιο έντονο, ίσως γιατί η εκπαίδευσή μας δεν είναι στραμμένη προς την επιστήμη και την κριτική σκέψη. […] Κριτική σκέψη σημαίνει επιχειρηματολογώ, συγκεντρώνω στοιχεία, περιμένω αντίλογο και προσπαθώ να καταλάβω τον αντίλογο καλύτερα και από αυτόν που τον εκφέρει».
Όπως παρατήρησε, στον σύγχρονο ωκεανό των δεδομένων, μεγάλο μέρος της πληροφορίας είναι παραπλανητικό και υποκινείται από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, εξουσιαστικές σκοπιμότητες ή επιδιώξεις προβολής, γεγονός που καθιστά το φιλτράρισμα των πηγών αναγκαία δεξιότητα επιβίωσης.
Η προσωπική συλλογή 25.000 βιβλίων, οι διαρρήξεις και η συμπύκνωση του χρόνου
Σε έναν πιο προσωπικό τόνο, ο Γιάννης Ιωαννίδης αναφέρθηκε στο πάθος του για τα βιβλία, διατηρώντας μια συλλογή περίπου 25.000 τόμων σε κατοικίες στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Σχολιάζοντας με χιούμορ περιστατικά διαρρήξεων στα σπίτια του, σημείωσε ότι οι δράστες αγνόησαν πλήρως τα βιβλία, αφαιρώντας σε μία περίπτωση μόνο μια τηλεόραση —την οποία είχε δωρίσει η μητέρα του στην κόρη του— και σε άλλες δύο διαδοχικές περιπτώσεις αποκλειστικά τους φορητούς υπολογιστές του Stanford, των οποίων η κρυπτογράφηση είχε αναβαθμιστεί έπειτα από κυβερνοεπίθεση του κινεζικού στρατού στο πανεπιστήμιο.
Ερωτηθείς, τέλος, ποια πέντε λεπτά της ζωής του θα επέλεγε να ξαναζήσει εάν είχε τη δυνατότητα, ο καθηγητής συνέδεσε την επιλογή του με την επιστημονική του απέχθεια απέναντι στην απώλεια δεδομένων:
«Επειδή δεν μου αρέσει η απώλεια ή η παραχάραξη δεδομένων, θα προτιμούσα να τη δω ολόκληρη συμπυκνωμένη σε πέντε λεπτά. Μετά θα δούμε τι θα μπορούσα να κρατήσω».



