Του Άρη Χατζηστεφάνου
Τις τελευταίες ημέρες πέρασαν από το timeline μου, σε όλα τα social media, εκατοντάδες σχόλια για την αποκάλυψη των επαφών του Νόαμ Τσόμσκι με τον Τζέφρι Έπστιν. Πέρα από το διαρκές αριστερό αυτομαστιγωμα και τους όψιμους επικριτές όλης της πορείας του Τσόμσκι, διατυπώθηκαν πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις.
Αν συμφωνήσουμε ότι πρέπει να καταδικάσουμε τη συμπεριφορά του μένει να αποφασίσουμε αν αυτό επηρεάζει την ποιότητα του έργου του – όχι τόσο ως γλωσσολόγου (για αυτό έχουν υπάρξει εδώ και δεκαετίες σημαντικές αμφιβολίες σε σχέση με τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά που περιλαμβάνει) αλλά ως του σημαντικότερου επικριτή της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η προσωπική, ασήμαντη άποψή μου είναι ότι το έργο του δεν ακυρώνεται γιατί δεν έχω καμία απόδειξη ότι επηρεάστηκε από τις επαφές του με τους ισχυρούς.
Αυτή η συζήτηση όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας. Η μεγάλη αποκάλυψη από τη νέα κυκλοφορία αρχείων της υπόθεσης Έπστιν είναι οι σχέσεις του παιδοβιαστή, μαστρωπού και εκβιαστή με τις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ. Τα στοιχεία είναι ακλόνητα και ακριβώς για αυτό το λόγο τα κυρίαρχα ΜΜΕ στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα έστησαν μια ολόκληρη επιχείρηση για να παρουσιάσουν τον Έπστιν σαν πράκτορα της Μόσχας και έτσι να αποσιωπήσουν τις αποκαλύψεις για το Ισραήλ.
Εκτός Ελλάδας οι σημαντικότεροι δημοσιογράφοι, συγγραφείς και διανοούμενοι της αριστεράς δεν έπεσαν στην παγίδα. Τοποθετήθηκαν βέβαια για την περίπτωση του Τσόμσκι (άνθρωποι που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του όπως ή ο Βιτζάι Πρασάντ καταδίκασαν τη στάση του) αλλά επανήλθαν αμέσως στην ουσία των αποκαλύψεων. Και φυσικά ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησαν να καταδικάζουν τη γενοκτονία στη Γάζα που συνεχίζεται παρά – και κυρίως χάρη – στην απάτη της λεγόμενης εκεχειρίας. Στην Ελλάδα η υπόθεση της Γάζας έχει περάσει στο περιθώριο και αυτό μας καλεί να συζητήσουμε ανοιχτά για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός αντιπολεμικού, διεθνιστικού κινήματος στην χώρα.
Το κίνημα αυτό χρειάστηκε σχεδόν δύο χρόνια γενοκτονίας για να ξυπνήσει. Όταν το έκανε έδειξε την πραγματική δύναμή του και ταρακούνησε τα νερά. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Το ξύπνημα ήρθε παράλληλα με την κριτική προς το Ισραήλ που άσκησαν εκείνη την περίοδο τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αλλά ακόμη και ξένοι ηγέτες που είχαν στηρίξει τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού. Σήμερα η κάλυψη των εξελίξεων στη Γάζα από τα διεθνή ΜΜΕ έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 85% παρά το γεγονός ότι από την έναρξη της «εκεχειρίας» το Ισραήλ δολοφόνησε τουλάχιστον 600 Παλαιστίνιους και τραυμάτισε χιλιάδες άλλους. Ανάλογα έχουν μειωθεί και οι αναφορές στα social media και οι κινητοποιήσεις.
Στις 10 Φεβρουαρίου ο φυγόδικος γενοκτόνος πρωθυπουργός του Ισραήλ πέρασε μέσα από τον ελληνικό εναέριο χώρο (γεγονός που καθιστά τον Μητσοτάκη και πολλούς κρατικούς αξιωματούχους συνένοχους στη συγκάλυψη εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας) και δεν άνοιξε ρουθούνι. Η ελληνική κυβέρνηση ενισχύει καθημερινά τους δεσμούς της με τους γενοκτόνους γιατί δεν συναντά καμία σοβαρή αντίσταση από την κοινωνία. Τις επόμενες ώρες και ημέρες μάλιστα θα παιχτεί ένα διπλό παιχνίδι: Οι ίδιοι άνθρωποι που στήριξαν την επεκτατική πολιτική των ισραηλινών κατοχικών δυνάμεων και ως εκ τούτου απεμπόλησαν το διεθνές δίκαιο σαν εργαλείο για τις ελληνοτουρκικές διαφορές τώρα θα επικαλεστούν και πάλι την απειλή της Τουρκίας για να ενισχύσουν περαιτέρω τις σχέσεις με το Ισραήλ. Νικητές θα είναι και πάλι ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν προ όφελος των οποίων εργάζεται εδώ και χρόνια η ελληνική εθνικιστική δεξιά.
Τα παραπάνω σχόλια δεν αφορούν φυσικά τους ανθρώπους που κατέβηκαν έστω και σε μια διαδήλωση για την Παλαιστίνη, στους ήρωες που ανέβηκαν στα καράβια για τη Γάζα, στα ακούραστα μέλη οργανώσεων που δεν έπαψαν λεπτό να μιλούν για τη Γάζα. Πώς θα μπορούσε να αποτελεί κριτική αφού μπροστά τους αισθάνομαι ένας πολιτικός νάνος



