Το Ισραήλ φέρεται να υπερηφανεύεται για πράξεις που άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία, η οποία κάποτε χρησιμοποιούσε δηλητηριώδεις ομπρέλες για να δολοφονεί αντιφρονούντες, σήμερα αντιμετωπίζει με ντροπή.
Ο δημοσιογράφος Γκίντεον Λεβί σε ανάλυσή του που δημοσιεύθηκε στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz σχολίασε βίντεο που κυκλοφόρησε στο X όπου φαίνεται ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι να επιδεικνύουν με υπερηφάνεια μια κάρτα στοχευμένων δολοφονιών.
Ο ίδιος κάνει λόγο για συμπεριφορά που παραπέμπει σε πρακτικές εγκληματικών οργανώσεων και όχι σε θεσμική λειτουργία κράτους.
Στο συγκεκριμένο βίντεο ο Νετανιάχου φέρεται να επιδεικνύει την κάρτα λέγοντας πως «είμαι ζωντανός, αλλά έχω αυτή την κάρτα» και στη συνέχεια προτρέπει τον συνομιλητή του να «μην την διαβάζει» ενώ προσποιείται πως την κρύβει.
Ο Λεβί τονίζει την κυνικότητα της σκηνής όταν ο πρωθυπουργός ισχυρίζεται πως «σήμερα έσβησα δύο ονόματα σε αυτή τη διάτρητη κάρτα και βλέπεις πόσα μένουν ακόμα σε αυτή την παρτίδα».
Η στάση του Αμερικανού πρεσβευτή, ο οποίος σύμφωνα με τον δημοσιογράφο οραματίζεται ένα εβραϊκό κράτος από τον Νείλο έως τον Ευφράτη, προκαλεί την αντίδρασή του, καθώς ο Χάκαμπι φέρεται να απαντά ότι «το λατρεύω» όταν ο Νετανιάχου τον διαβεβαιώνει πως «ώμο με ώμο, απαλλασσόμαστε από αυτούς τους παρανοϊκούς τρελούς» και πως «τους εξοντώνουμε».
Παράλληλα ο αρθρογράφος ισχυρίζεται πως το συγκεκριμένο υλικό δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, αλλά ωμή καταγραφή της πραγματικότητας, όπου «το Ισραήλ λειτουργεί ως εγκληματική οργάνωση και ο Νετανιάχου ως ο αρχηγός της μαφίας», ενώ παρατηρεί πως το Ισραήλ φέρεται να υπερηφανεύεται για πράξεις που άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία, η οποία κάποτε χρησιμοποιούσε δηλητηριώδεις ομπρέλες για να δολοφονεί αντιφρονούντες, σήμερα αντιμετωπίζει με ντροπή.
Σύμφωνα με τον Λεβί τα ονόματα στις λίστες εξόντωσης όπως του Χασάν Νασράλα, του Γιαχία Σινουάρ και του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ αντικαθίστανται διαρκώς από νέα ενώ τα τοπικά μέσα ενημέρωσης και το κοινό φέρεται να «τρέμουν από ενθουσιασμό» σε κάθε νέα δολοφονία.
Ο δημοσιογράφος υποστηρίζει πως αυτή η κανονικοποίηση της βίας μετατρέπει τα εγκλήματα σε πηγή εθνικής υπερηφάνειας και ενδέχεται να απομονώσει τη χώρα από τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο.
Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα πως η αποδοχή αυτών των πρακτικών ως πηγή εθνικής ικανοποίησης ενδέχεται να μετατρέπει τη στοχευμένη δολοφονία σε έναν απλό ευφημισμό για τον φόνο.
Ο Λεβί υποστηρίζει πως όταν η ηγεσία ενός κράτους καυχιέται για μια διάτρητη κάρτα θανάτου, η βία κανονικοποιείται σε τέτοιο βαθμό που επηρεάζει ακόμα και τη συμπεριφορά των σωμάτων ασφαλείας στο πεδίο.
Ισχυρίζεται επίσης πως μια χώρα που εξοντώνει ηγέτες και προσωπικότητες σε τέτοια κλίμακα, από τον ποιητή Γασάν Καναφάνι το 1972 μέχρι τον Ιρανό αξιωματούχο Αλί Λαριτζανί το 2026, δυσκολεύεται να παραμείνει ένα σεβαστό μέλος της διεθνούς κοινότητας.
Η ταύτιση της εθνικής επιτυχίας με τον αριθμό των θυμάτων φέρεται να απομακρύνει την προοπτική οποιασδήποτε ηθικής διαχείρισης των συγκρούσεων, αφήνοντας στη θέση της την εικόνα μιας ηγεσίας που απολαμβάνει τον ρόλο του τιμωρού.



