Με τίτλο «Δεν υπάρχει πλέον άρνηση: Το Γκους Ετζιόν παραδέχεται την τελετουργική κακοποίηση», η εκπομπή «Zman Emet» του Kan 11 περιείχε μαρτυρίες θυμάτων που ζουν σε παράνομους οικισμούς, σύμφωνα με τις οποίες οι ηγέτες τους εμπλέκονταν σε ομαδικούς βιασμούς παιδιών. Οι «ηγέτες» βιντεοσκοπούσαν την κακοποίηση και τη διένειμαν σε ομοϊδεάτες τους παιδόφιλους — και το τοπικό συμβούλιο αναγνώρισε την αλήθεια των ισχυρισμών.
Here’s the full segment with subtitles. Their YouTube channel abruptly disallowed people outside of occupied Palestine to watch it. https://t.co/Bs0kZjRbud
— susan abulhawa | سوزان ابو الهوى (@susanabulhawa) May 28, 2026
Η δημόσια συζήτηση στο Ισραήλ γύρω από την προστασία των ανηλίκων και τα όρια της κοινοτικής συγκάλυψης διέρχεται μια πρωτοφανή κρίση, μετά την αποκάλυψη συστηματικών καταγγελιών για οργανωμένη τελετουργική βία και σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Η ερευνητική εκπομπή «Zman Emet» («Σε Πραγματικό Χρόνο») του δημόσιου ισραηλινού δικτύου Kan 11 έφερε στο φως μια σειρά από μαρτυρίες γυναικών, οι οποίες, χωρίς να διατηρούν καμία προηγούμενη γνωριμία μεταξύ τους, περιγράφουν πανομοιότυπα μοτίβα τελετουργικής σεξουαλικής κακοποίησης στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια. Το μέγεθος και η ακραία φύση των καταγγελιών αυτών θέτουν τις δικαστικές, αστυνομικές και κοινωνικές αρχές της χώρας ενώπιον ενός σύνθετου πλέγματος ευθυνών, όπου η ανάγκη για ποινική τεκμηρίωση συγκρούεται με τα στερεότυπα και τους μηχανισμούς άμυνας κλειστών, θρησκευτικών κοινοτήτων.
Το σπάσιμο της συλλογικής σιωπής: Η τηλεοπτική αποκάλυψη του δικτύου Kan 11
Η τηλεοπτική μετάδοση της έρευνας από τους δημοσιογράφους Ρόνι και Χεν άνοιξε έναν δύσκολο διάλογο για τα όσα διεξήχθησαν επί δεκαετίες μακριά από το φως της δημοσιότητας. Οι παρουσιαστές της εκπομπής επεσήμαναν εισαγωγικά ότι οι μαρτυρίες που αφορούν τη λεγόμενη «τελετουργική κακοποίηση» περιγράφουν καταστάσεις τόσο ακραίες, ώστε συχνά είναι δύσκολο για την κοινή γνώμη να αποδεχθεί ότι συνέβησαν στην πραγματικότητα. Ωστόσο, η δημοσιογραφική ομάδα, αποτελούμενη από τον σκηνοθέτη Άντι Μπεν Νταβίντ, τον ερευνητή Γκίλ Πίσχοφ, τον μοντέρ Χόνις Ντόλαρ και την επιμελήτρια περιεχομένου Κέρεν Γκαζίτ, εστίασε στην ανάδειξη της δομικής συνοχής των καταθέσεων.
Το κύριο εύρημα της έρευνας έγκειται στο γεγονός ότι οι γυναίκες που αποφάσισαν να μιλήσουν στην κάμερα δεν περιέγραψαν μεμονωμένα ή τυχαία περιστατικά, αλλά κατέθεσαν για ταυτόσημες εγκληματικές πράξεις, οι οποίες τελούνταν στα ίδια ακριβώς σημεία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τα ίδια πρόσωπα. Η σύγκλιση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς οι επιζήσασες προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και δεν είχαν καμία επαφή μεταξύ τους πριν από τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, γεγονός που αποδυναμώνει τη θεωρία περί κατασκευασμένων ή συντονισμένων ισχυρισμών.
Η γεωγραφία του τραύματος: Επιστροφή στα δάση του Γκους Ετσιόν
Στο πλαίσιο της έρευνας, μία από τις επιζήσασες, η Α. (Άλεφ), πραγματοποίησε μια οδοιπορική επιστροφή στην ευρύτερη περιοχή του Γκους Ετσιόν, έναν τόπο στον οποίο αρνιόταν να πλησιάσει για 15 ολόκληρα χρόνια. Καθοδηγώντας το τηλεοπτικό συνεργείο μέσα από μια δασώδη περιοχή, κατάφερε να εντοπίσει έναν εγκαταλελειμμένο ξύλινο σταθμό, τον οποίο θυμόταν από την παιδική της ηλικία. Η Α. περιέγραψε ότι, όταν ήταν τεσσάρων ετών, μεταφερόταν εκεί κατά τη διάρκεια της νύχτας με οχήματα, όπου την περίμενε μια ομάδα ανθρώπων που κρατούσαν φωτιές.
Σε μικρή απόσταση από το κτίσμα αυτό βρίσκεται μια φυσική πηγή νερού, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε τροποποιηθεί ώστε να λειτουργεί ως αυτοσχέδιο τελετουργικό λουτρό (Mikveh). Η επιζήσασα κατέθεσε ότι οι δράστες την καθάριζαν εκεί με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, την έτριβαν και την κακοποιούσαν μέσα στο νερό, ενώ η διαδικασία ολοκληρωνόταν με μια εικονική ανθρωποθυσία, όπου άναβαν φωτιές γύρω της και στη συνέχεια την έθαβαν στο χώμα.
«Στο τέλος με θυσίασαν σαν θύμα, άναψαν φωτιά γύρω μου και τελικά με έθαψαν», ανέφερε η Α., περιγράφοντας την ανάσυρση των αναμνήσεων που για δεκαετίες παρέμεναν αποκλεισμένες από τη συνείδησή της.
Η ψυχολογική αυτή στεγανοποίηση αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των θυμάτων. Η Α. έζησε μια φαινομενικά φυσιολογική ζωή μέχρι την ηλικία των 20 ετών, όταν η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε απότομα με την εκδήλωση σοβαρών κρίσεων πανικού και αυτοκαταστροφικών τάσεων, χωρίς να υπάρχει εμφανής αιτιολογία. Κατά την πρώτη της επίσκεψη σε ψυχολόγο, η ίδια αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε υποστεί σεξουαλική βία, αν και το σώμα της εμφάνιζε έντονους σπασμούς και τικ πριν από τον ύπνο, ως σωματική εκδήλωση του απωθημένου τραύματος.
Μια δεύτερη επιζήσασα, η Β. (Μπέτ), περιέγραψε μια ανάλογη υπαρξιακή διαδρομή. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών, παρουσίαζε τον εαυτό της ως μέλος μιας απόλυτα ισορροπημένης οικογένειας, έχοντας υπάρξει αριστούχος και δημοφιλής μαθήτρια. Η κακοποίησή της είχε συντελεστεί όταν ήταν τριών ετών και οκτώ μηνών, και το «κουτί των αναμνήσεων» παρέμεινε ερμητικά κλειστό για 26 χρόνια. Η ίδια παρομοίασε την ξαφνική ανάδυση του παρελθόντος με την κάθοδο στη «φωλιά του κουνελιού», όπου η διάνοιξη μιας και μόνο ανάμνησης αποκαλύπτει σταδιακά ένα ολόκληρο δίκτυο ομαδικών βιασμών, βασανιστηρίων και εγχύσεων χημικών ουσιών.
Ορίζοντας το ανδιανόητο: Η κλινική προσέγγιση της τελετουργικής κακοποίησης
Η συσσώρευση παρόμοιων καταθέσεων ανάγκασε την επιστημονική κοινότητα και τους οργανισμούς υποστήριξης θυμάτων στο Ισραήλ να υιοθετήσουν, μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια, έναν συγκεκριμένο κλινικό όρο: «τελετουργική κακοποίηση» (Ritual Abuse / פגיעות טקסיות). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει εγκλήματα που διαπράττονται από οργανωμένες ομάδες πολλών συμμετεχόντων, επαναλαμβάνονται συστηματικά σε βάθος χρόνου και εμπεριέχουν σταθερά στοιχεία τελετουργικού χαρακτήρα, όπως ψευδο-θρησκευτικές επικλήσεις ή συγκεκριμένες σαδιστικές πρακτικές.
Η Μιχάλ, κοινωνική ακτιβίστρια και επικεφαλής οργάνωσης υποστήριξης, ανέφερε ότι η πρώτη της επαφή με το φαινόμενο έγινε όταν μια γυναίκα της περιέγραψε μια οργανωμένη παιδοφιλική δομή, στην οποία οι δράστες ψέλλιζαν προσευχές και είχαν προχωρήσει ακόμη και σε μια βίαιη διαδικασία αποβολής/έκτρωσης. Η αρχική αντίδραση της Μιχάλ ήταν η απόρριψη της μαρτυρίας, καθώς θεώρησε ότι η ένταση του τραύματος είχε οδηγήσει την παθούσα σε ψυχωτική κρίση. Ωστόσο, όταν μετά από μερικά χρόνια έλαβε μια σχεδόν πανομοιότυπη αναφορά από την ίδια γεωγραφική περιοχή, αποφάσισε να δημοσιεύσει μια σχετική ερώτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το αποτέλεσμα της ανάρτησης ήταν η προσέλευση δεκάδων γυναικών, οι οποίες περιέγραψαν τις ίδιες ακριβώς πρακτικές (קבורה בחיים / ταφή εν ζωή, πνιγμούς, παρουσία ιατρικού προσωπικού για την επίβλεψη των ζωτικών λειτουργιών). Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εγκυρότητα των αναμνήσεων ενισχύεται από το γεγονός ότι τα θύματα, αδυνατώντας συχνά να βρουν λέξεις για να περιγράψουν τη φρίκη, κατέφευγαν στη ζωγραφική, με τα σχέδιά τους να εμφανίζουν τα ίδια ακριβώς μοτίβα και διατάξεις χώρου.
Η «ξυλουργική των τρόμων»: Το κοινό υπόβαθρο των καταγγελιών
Η πραγματολογική διασταύρωση των στοιχείων της έρευνας αποκτά στέρεο έδαφος μέσα από την αναφορά σε συγκεκριμένες κτιριακές υποδομές. Τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές γυναίκες, οι τρεις εκ των οποίων μίλησαν επώνυμα στην εκπομπή, προσδιορίζουν ως κύριο χώρο των κακοποιήσεων το παλαιό κοινοτικό ξυλουργείο (נגריה) ενός συγκεκριμένου οικισμού. Αν και το εν λόγω κτίσμα κατεδαφίστηκε προ μερικών ετών, όλες οι επιζήσασες περιγράφουν την ίδια ακριβώς εσωτερική διαρρύθμιση, με τα εργαλεία κατεργασίας ξύλου και μετάλλου.
Η Α. περιέγραψε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο ξυλουργείο όταν η ίδια ήταν τεσσάρων ετών, στο οποίο παρευρίσκονταν πολλοί ενήλικες άνδρες καθώς και ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, ηλικίας περίπου δύο ετών. Οι δράστες τοποθέτησαν το δίχρονο παιδί πάνω σε ένα χαρτόνι στο δάπεδο και την Α. δίπλα του. Ο επικεφαλής της διαδικασίας, ο οποίος ήταν γυμνός, χρησιμοποίησε μια σύριγγα για την έγχυση ουσιών, ενώ άλλοι παριστάμενοι ακινητοποίησαν την Α. από τα τέσσερα άκρα. Αφού ο θύτης απήγγειλε μια συγκεκριμένη φράση, την οποία επανέλαβαν οι υπόλοιποι εν χορώ, ξεκίνησε η κακοποίηση, με την Α. να χάνει τις αισθήσεις της λόγω των χημικών ουσιών και να συνέρχεται αργότερα από τους έντονους πόνους στην πυελική χώρα. Όλες οι γυναίκες που αναφέρθηκαν στο συγκεκριμένο ξυλουργείο τόνισαν ότι οι πράξεις τους καταγράφονταν συστηματικά από τους δράστες με τη χρήση καμερών.
Η διείσδυση των δραστών στον οικογενειακό πυρήνα
Το κοινωνικό προφίλ των θυμάτων, όπως αναδεικνύεται από τις καταθέσεις στην ερευνητική εκπομπή, καταρρίπτει το στερεότυπο ότι οι εγκληματικές αυτές δραστηριότητες αφορούν περιθωριοποιημένα στρώματα της κοινωνίας. Οι επιζήσασες μεγάλωσαν σε πολυπληθείς, θρησκευόμενες οικογένειες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα σεβαστές και πλήρως ενταγμένες στο κανονιστικό πλαίσιο των οικισμών τους. Οι δράστες δεν ήταν άγνωστοι εξωτερικοί παράγοντες, αλλά πρόσωπα που απολάμβαναν την απόλυτη εμπιστοσύνη του οικογενειακού περιβάλλοντος των ανηλίκων.
Μία εκ των επιζησασών κατέθεσε ότι ο άνθρωπος που την εισήγαγε σε αυτόν τον κύκλο βίας ήταν ένα πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με την οικογένειά της, το οποίο οι γονείς της εμπιστεύονταν τυφλά. Υπήρχαν νύχτες που η ανήλικη διανυκτέρευε στην οικία του, και από εκεί μεταφερόταν σε διάφορες τοποθεσίες —όπως συναγωγές, δάση και νεκροταφεία— όπου λάμβαναν χώρα τελετουργικά περιστατικά με τη συμμετοχή τουλάχιστον εννέα έως δέκα ατόμων.
Η ψυχολογική χειραγώγηση των ανηλίκων συνδύαζε τη θρησκευτική αυθεντία με την απόλυτη υποταγή. Η επιζήσασα περιέγραψε πώς μεταφερόταν στο δωμάτιο ενός Ραβίνου, ο οποίος την τοποθετούσε στα γόνατά του και της εξηγούσε ότι από εκείνη τη στιγμή το σώμα της δεν ανήκε αποκλειστικά στην ίδια, αλλά είχε έναν συγκεκριμένο «ρόλο». Η χειραγώγηση αυτή ενισχυόταν από υπαρξιακές απειλές προσαρμοσμένες στην παιδική διάνοια: το θύμα εξαναγκαζόταν να πιστέψει ότι ήταν «μολυσμένο» και ότι εάν δεν εκτελούνταν αυτές οι διορθωτικές τελετές, ολόκληρος ο κόσμος θα καταστρεφόταν. Για ένα μικρό, θρησκευόμενο και αθώο κορίτσι, η ρητορική αυτή μετέφερε μια ασήκωτη κοσμική ευθύνη στους ώμους του, εξασφαλίζοντας τη σιωπή του.
Η αντιπαράθεση 26 χρόνια μετά: Η ψυχολογία της άρνησης στο κατώφλι του δράστη
Η δημοσιογραφική έρευνα κατέγραψε τη στιγμή που μία από τις επιζήσασες αποφάσισε, 26 χρόνια μετά τα γεγονότα και μετά την αρχειοθέτηση της καταγγελίας της από τις αρχές, να αντιμετωπίσει απευθείας τους κατηγορουμένους. Η γυναίκα μετέβη στην οικία τους με σκοπό να συνομιλήσει με τη σύζυγο του δράστη, η οποία, βάσει των αναμνήσεων, συμμετείχε ενεργά στις τιμωρητικές πρακτικές. Η κρυφή κάμερα κατέγραψε την ανατομία μιας σύνθετης ψυχολογικής αντιπαράθεσης.
Αρχικά, η σύζυγος του θύτη αναγνώρισε την επιζήσασα, επιβεβαιώνοντας με απόλυτη ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο της φιλοξενίας: θυμήθηκε ότι το παιδί είχε παραμείνει στο σπίτι τους για διάστημα ενός μηνός, όταν η μητέρα του ήταν νοσηλευόμενη λόγω επαπειλούμενης κύησης, ενώ ανακάλεσε στη μνήμη της και τη στιγμή που έπαιζαν στο τοπικό παιδικό πάρκο.
Η ροή της συζήτησης μεταβλήθηκε ριζικά όταν η επιζήσασα δήλωσε: «Με βίασε. Με βίασε εδώ στο σπίτι, με βίασε στο γραφείο, με κακοποίησε συστηματικά». Η σύζυγος αρνήθηκε ακαριαία τις κατηγορίες, δηλώνοντας: «Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση… Αν έβλεπα κάτι τέτοιο, θα τον είχα πετάξει έξω από το σπίτι». Ακόμη και όταν η επιζήσασα της θύμισε τη συγκεκριμένη στιγμή που η πόρτα άνοιξε, η σύζυγος εισήλθε οργισμένη και ο δράστης σταμάτησε, η γυναίκα επέμεινε στην άρνηση. Αρνήθηκε επίσης ότι η ίδια είχε στη συνέχεια τιμωρήσει το παιδί με ζώνη ή ότι το είχε υποβάλει σε πνιγμό στον νιπτήρα της κουζίνας.
Ωστόσο, η συνομιλία κατέληξε σε μια υπό όρους, αμφίσημη συγγνώμη:
«Σου λέω ότι σε πιστεύω ότι αυτές είναι οι αναμνήσεις με τις οποίες ζεις… Εάν οι αναμνήσεις σου είναι σωστές, τότε είναι σαφές ότι πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη, και σου ζητώ συγγνώμη από τα βάθη της καρδιάς μου», δήλωσε η σύζυγος του δράστη.
Για την επιζήσασα, η συνάντηση αυτή, παρά την επίσημη άρνηση, λειτούργησε ως μια μορφή οριστικής πραγματολογικής επαλήθευσης της εσωτερικής της αλήθειας.
Η εμπορική διάσταση της φρίκης: Η βιομηχανία της παιδοφιλίας και το ζήτημα των πειστηρίων
Ένα από τα κρισιμότερα ερωτήματα που θέτει η έρευνα αφορά το τελικό κίνητρο πίσω από αυτές τις οργανωμένες τελετουργικές πρακτικές. Ενώ το θεολογικό περίβλημα χρησιμοποιούνταν ως μέσο για την κάμψη των αντιστάσεων και την εξασφάλιση της υπακοής των ανηλίκων, τα οικονομικά δεδομένα στρέφουν το ενδιαφέρον προς μια οργανωμένη εμπορική δραστηριότητα. Όλες οι επιζήσασες ανέφεραν τη σταθερή παρουσία φωτογραφικών μηχανών και καμερών κατά τη διάρκεια των επιθέσεων. Η Α. θυμάται ότι, ως παιδί, είχε αναρωτηθεί επανειλημμένα πώς επιτρεπόταν στους δράστες να χρησιμοποιούν κινηματογραφικό εξοπλισμό κατά τη διάρκεια του Σαββάτου, δεδομένων των αυστηρών θρησκευτικών απαγορεύσεων.
Η βασική δημοσιογραφική υπόθεση εργασίας συνδέει τις τελετές αυτές με τη διεθνή βιομηχανία παραγωγής και διακίνησης παιδοπορνογραφικού υλικού. Τα θύματα φωτογραφίζονταν και βιντεοσκοπούνταν με σκοπό την εμπορία του υλικού, τη διακίνησή του σε δίκτυα αγοραστών και τη συστηματική μαστροπεία ανηλίκων έναντι υψηλών χρηματικών αμοιβών.
Παρά το γεγονός ότι οι επίσημες αστυνομικές αρχές δεν κατάφεραν στις πρώτες έρευνες να εντοπίσουν ψηφιακά ή φυσικά αρχεία, ακτιβιστικές ομάδες που συμμετέχουν στην υπόθεση επισημαίνουν ότι διαθέτουν συγκεκριμένες ενδείξεις για την ύπαρξη κρυμμένου αρχείου. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διευθύνσεις και τοποθεσίες αποθήκευσης, τις οποίες η αστυνομία δεν έχει ερευνήσει μέχρι στιγμής, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο εντοπισμού των φυσικών αποδείξεων.
Οι προστάτες-θύτες: Επιτροπές κοινοτικής ασφάλειας και μηχανισμοί συγκάλυψης
Η δομική διάσταση του σκανδάλου αποκαλύπτεται μέσα από τη διείσδυση των κατηγορουμένων σε θεσμικά όργανα που είχαν ως επίσημο σκοπό την προστασία των ανηλίκων. Ονόματα προσώπων που καταγγέλλονται από διαφορετικές γυναίκες ως δράστες σεξουαλικής βίας, εντοπίστηκαν να κατέχουν θέσεις-κλειδιά σε τοπικές επιτροπές προστασίας και ασφάλειας ανηλίκων των οικισμών (ועדות מוגנות ישובית). Η θεσμική αυτή ιδιότητα τους επέτρεπε να ελέγχουν τις πληροφορίες, να αποτρέπουν τη διαρροή στοιχείων και να καταπνίγουν τις καταγγελίες των γονέων πριν αυτές φτάσουν στις δικαστικές αρχές.
Η εκπομπή παρουσίασε ένα ηχητικό ντοκουμέντο από τηλεφωνική συνομιλία, στην οποία ο επικεφαλής μιας τέτοιας επιτροπής προστασίας —εναντίον του οποίου είχε υποβληθεί καταγγελία στο παρελθόν— επιχειρεί να πείσει μέλος της οικογένειας ενός θύματος να μην προχωρήσει σε νομικές ενέργειες. Ο κοινοτικός αξιωματούχος ακούγεται να υποστηρίζει ότι η καταγγελία αποτελεί αποκύημα φαντασίας:
«Ακόμη και αν η κόρη σου σού το λέει αυτό, δεν αποφασίζεις να καταστρέψεις τον κόσμο και να διαλύσεις ολόκληρες οικογένειες, επειδή σου φαίνεται ότι έχει κάποια δυσκολία ή κάποιο πρόβλημα», αναφέρει στο ηχητικό ντοκουμέντο.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε συμβουλευθεί ειδικούς ψυχικής υγείας, οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι η υπόθεση δεν πρέπει να παραπεμφθεί στην Αστυνομία. Παράλληλα, γραπτά μηνύματα που αντάλλαξε με τη μητέρα του θύματος αποκαλύπτουν τη στρατηγική της ψυχολογικής εξόντωσης: «Συνέχισε να δείχνεις σε όλους πόσο τρελή είStatus. Αυτά υπάρχουν μόνο στον φανταστικό σου κόσμο, έχοντας γράψει ένα φαντασιόπληκτο, άρρωστο και παραληρηματικό βιβλίο για μια αίρεση του ξυλουργείου».
Η τακτική αυτή αναδεικνύει τη συστηματική τάση των κλειστών κοινοτήτων για αποσιώπηση (השקטה). Η συγκάλυψη δεν εκπορεύεται πάντα από δόλο των μελών, αλλά από την αδυναμία της κοινότητας να αποδεχθεί ότι πρόσωπα με πνευματική, εκπαιδευτική ή θρησκευτική εξουσία —όπως δάσκαλοι, ραβίνοι και θεραπευτές— αποτελούν τους θύτες αυτών των εγκλημάτων.
Ρήξη στον θρησκευτικό μονόλιθο: Η παρέμβαση του Ραβίνου Γιαάκοβ Μεντάν
Το παραδοσιακό τείχος της σιωπής άρχισε να εμφανίζει ρωγμές όταν εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες του θρησκευτικού σιωνισμού αποφάσισαν να στηρίξουν δημόσια τα θύματα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η επίσημη γραπτή τοποθέτηση του επιφανούς Ραβίνου Γιαάκοβ Μεντάν (הרב מדן), ο οποίος επιβεβαίωσε ότι περιήλθαν σε γνώση του σαφείς και διασταυρωμένες αναφορές από γονείς σχετικά με τη διαπραχθείσα βία εναντίον εφήβων και παιδιών.
Ο Ραβίνος Μεντάν επεσήμανε ότι οι πράξεις αυτές τελούνταν υπό το πρόσχημα θρησκευτικών ή κοινωνικών ιεροτελεστιών και με την απαγγελία βιβλικών εδαφίων. Προχωρώντας σε μια αυστηρή θεολογική αποτίμηση, συνέδεσε τις σύγχρονες αυτές πρακτικές με τις αρχαίες, ειδωλολατρικές τελετές της λατρείας του Βάαλ, τονίζοντας με ανησυχία ότι, παρά την πάροδο χιλιάδων ετών, οι καταστροφικές αυτές συμπεριφορές δεν έχουν εξαφανιστεί από τον κόσμο.
Η δημόσια αυτή δήλωση προκάλεσε έντονες εσωτερικές αντιδράσεις και κριτική εναντίον του Ραβίνου, καθώς έθεσε την κοινότητα προ των ευθυνών της, απαιτώντας τη διεξαγωγή μιας βαθιάς εσωτερικής κάθαρσης. Η ακτιβίστρια Μιχάλ επιβεβαίωσε ότι η προσπάθεια ανάδειξης της αλήθειας γίνεται πλέον με τη στήριξη και άλλων θρησκευτικών ηγετών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η αποσιώπηση τροφοδοτείται από την κοινωνική αμηχανία και την άγνοια γύρω από τους μηχανισμούς του ψυχικού τραύματος.
Το νομικό τείχος: Ο νόμος περί παραγραφής και το φράγμα της δικαστικής απόδειξης
Η ποινική διαχείριση της τελετουργικής κακοποίησης προσκρούει σε σοβαρά θεσμικά και νομοθετικά εμπόδια, τα οποία αναλύθηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο στούντιο της εκπομπής. Η Ρόνι Μπλοντχάιμ-Μπρέιν, εκπρόσωπος του Κέντρου Υποστήριξης “Tahel” —το οποίο εξειδικεύεται στη συνοδεία θρησκευόμενων και υπερορθόδοξων γυναικών— εξήγησε ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο περί παραγραφής (התיישנות) καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση ποινικής δίωξης.
Το κύριο χαρακτηριστικό των θυμάτων τελετουργικής βίας είναι η καθυστερημένη ανάσυρση των αναμνήσεων, η οποία συντελείται συνήθως δεκαετίες μετά την τέλεση των πράξεων, κατά την ενήλικη ζωή. Αυτό το επιστημονικά τεκμηριωμένο φαινόμενο, σε συνδυασμό με τους κοινωνικούς φραγμούς και τις απειλές, καθυστερεί την υποβολή καταγγελιών, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις να φτάνουν στις αρχές μετά την παρέλευση των νόμιμων χρονικών προθεσμιών.
Οι οργανώσεις υποστήριξης ασκούν έντονη πίεση για την τροποποίηση της νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι ο ισχύων νόμος περί παραγραφής στα σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων λειτουργεί στην πράξη ως προστατευτικό πλέγμα για τους δράστες, αφήνοντας τα παιδιά εκτεθειμένα. Επιπλέον, η Εισαγγελία αντιμετωπίζει αντικειμενικές δυσκολίες στη στοιχειοθέτηση κατηγορητηρίων για γεγονότα που συνέβησαν 20 ή 30 χρόνια πριν, ελλείψει άμεσων ιατροδικαστικών ευρημάτων, γεγονός που οδηγεί στο κλείσιμο των φακέλων λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Η κινητοποίηση του 2026: Κοινοβουλευτικός έλεγχος και ειδικές ανακριτικές ομάδες
Η θεσμική στάση απέναντι στο φαινόμενο άρχισε να μεταβάλλεται σημαντικά κατά το τρέχον έτος 2026, ως αποτέλεσμα της συστηματικής δημοσιογραφικής πίεσης. Καταλυτικό ρόλο στη μεταστροφή αυτή διαδραμάτισε η εκτενής έρευνα της δημοσιογράφου Νόαμ Μπαρκάν στην εφημερίδα Israel Hayom έναν χρόνο νωρίτερα, η οποία έφερε για πρώτη φορά το ζήτημα των τελετουργικών κακοποιήσεων στο επίκεντρο της εγχώριας επικαιρότητας.
Η Κνεσέτ (το ισραηλινό Κοινοβούλιο) έχει πλέον ξεκινήσει τη διεξαγωγή επίσημων συνεδριάσεων και ακροάσεων, με την πρωτοβουλία της βουλευτού Ναάμα Λαζίμι. Η κ. Λαζίμι επεσήμανε ότι η συσσώρευση των καταθέσεων κατέστησε αδύνατη την περαιτέρω αγνόηση του προβλήματος από τον κρατικό μηχανισμό, περιγράφοντας μάλιστα περιπτώσεις όπου θύματα υπέστησαν έντονες μετατραυματικές κρίσεις κατά τη διάρκεια των κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Ως άμεση συνέπεια του κοινοβουλευτικού ελέγχου, το Υπουργείο Πρόνοιας προχώρησε στη σύσταση ειδικής συμβουλευτικής ομάδας, ενώ αντίστοιχες διαδικασίες ξεκίνησαν και στα κέντρα υποστήριξης ανηλίκων. Παράλληλα, στο πλαίσιο της Αστυνομίας συγκροτήθηκε μια Ειδική Ανακριτική Ομάδα (צוות חקירה מיוחד) με σκοπό την υποδοχή και την εξέταση των νέων καταγγελιών.
Ωστόσο, οι συμμετέχοντες στην έρευνα υπογραμμίζουν ότι ο αριθμός των γυναικών που προσέρχονται στις αρχές παραμένει περιορισμένος. Ο κύριος ανασταλτικός παράγοντας είναι ο βάσιμος φόβος για τη ζωή τους, καθώς πολλές εξ αυτών δέχονται ενεργές απειλές από τους δράστες, οι οποίοι συνεχίζουν να διαβιούν ελεύθεροι και να διατηρούν την κοινωνική τους ισχύ εντός των ίδιων κοινοτήτων.
Το φως του ήλιου ως ύστατο θεραπευτικό μέσο
Για τις γυναίκες που βρήκαν το σθένος να σπάσουν το καθεστώς της σιωπής, η δημόσια κατάθεση της εμπειρίας τους αποτελεί μια πράξη εσωτερικής επικράτησης απέναντι σε έναν μηχανισμό που σχεδιάστηκε για να εκμηδενίσει την αξιοπιστία τους. Παρά το γεγονός ότι έρχονται αντιμέτωπες με συστηματικές εκστρατείες εξόντωσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (shaming) και ψυχολογικής χειραγώγησης (gaslighting) από μέλη της κοινότητας —τα οποία τις κατηγορούν για έλλειψη διάθεσης συγχώρεσης ή για κίνητρα εκδίκησης— οι επιζήσασες αρνούνται να υπαναχωρήσουν.
Οι ίδιες τονίζουν ότι η επιβίωση από τέτοιου είδους συστηματική βία αποτελεί μια επίπονη διαδικασία που απαιτεί εξαιρετικό απόθεμα ψυχικού σθένους, η οποία όμως είναι εφικτή. Η απόφαση να τεθούν τα στοιχεία της υπόθεσης υπό το φως της δημοσιότητας αποτελεί, κατά την ομόφωνη γνώμη των ειδικών και των θυμάτων, τη μοναδική αποτελεσματική μέθοδο για την αποδόμηση αυτών των εγκληματικών δικτύων.
Η επίσημη απάντηση της Ισραηλινής Αστυνομίας, η οποία αναγνώρισε τη διενέργεια των ερευνών σε συνεργασία με την Εισαγγελία, σημειώνει προκαταρκτικώς ότι βάσει των μέχρι τώρα στοιχείων δεν προκύπτει διασύνδεση μεταξύ των υπό εξέταση υποθέσεων. Εντούτοις, η συλλογική κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και των θεσμών το 2026 υποδηλώνει ότι η διαδικασία της ριζικής κάθαρσης έχει ήδη ξεκινήσει, θέτοντας ως απαράβατο όρο την προστασία των επόμενων γενεών από το καθεστώς της οργανωμένης κοινοτικής ασυλίας.
Παραδοχή από το περιφερειακό συμβούλιο του Γκους Ετζιόν
Το Περιφερειακό Συμβούλιο του Γκους Ετζιόν καλύπτει ένα σύμπλεγμα χωριών σε κλεμμένη παλαιστινιακή γη, ακριβώς νότια της Ιερουσαλήμ. Εξέδωσε μια δήλωση με την οποία παραδέχεται την κακοποίηση και προτρέπει περισσότερα θύματα να βγουν μπροστά:
«Επιθυμούμε να δηλώσουμε με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο: καταδικάζουμε τις πράξεις κακοποίησης και εκείνους που τις διαπράττουν. Η σεξουαλική κακοποίηση, και σίγουρα εκείνη που περιγράφεται ως συστηματική και τελετουργική, είναι ένα ειδεχθές έγκλημα που πληγώνει όχι μόνο τα θύματα, αλλά ολόκληρο τον ιστό της κοινότητάς μας.»
Ο αγγλόφωνος ιστότοπος JFeed, σημείωσε πάντως ότι το συμβούλιο και άλλες ανώτερες προσωπικότητες πέρασαν χρόνια αρνούμενοι τις κατηγορίες:
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ισχυρισμοί για σοβαρή και τελετουργική σεξουαλική κακοποίηση εντός της θρησκευτικής κοινότητας αντιμετωπίζονταν με αρνήσεις, απόρριψη των μαρτύρων και βαθύ σκεπτικισμό εκ των έσω. Αυτή τη φορά, το συμβούλιο επέλεξε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
«Οι περιγραφόμενες πράξεις, οι οποίες αποδίδονται μεταξύ άλλων σε ανθρώπους από το Γκους Ετζιόν (Gush Etzion), αποτελούν έκφραση καθαρού κακού και ηθικής κατάπτωσης που δεν έχει θέση στην ανθρώπινη κοινωνία, και σίγουρα όχι στην κοινότητά μας», αναφερόταν στην επίσημη δήλωση του συμβουλίου.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
- - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
- - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



