Μια έντονη αντιπαράθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από τον δημοσιογραφικό κόσμο ως πρωτοφανής για τα χρονικά της πολιτικής ενημέρωσης στη χώρα, σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών. Στο επίκεντρο της έντασης βρέθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, και ο δημοσιογράφος Χρήστος Αβραμίδης, με τον τελευταίο να καταγγέλλει δημόσια ότι δέχθηκε απειλή για μήνυση τύπου SLAPP κατά τη διάρκεια της ζωντανής μετάδοσης, με αφορμή ερώτημα που αφορούσε τη δράση του Λιμενικού Σώματος στη Χίο.
Η ένταση πυροδοτήθηκε όταν ο Χρήστος Αβραμίδης έθεσε ένα ερώτημα που αφορούσε τη φύση των επιχειρήσεων του Λιμενικού Σώματος στο νησί της Χίου, ζητώντας διευκρινίσεις για το αν η παρέμβαση αφορούσε «επιχείρηση διάσωσης ή αποτροπής». Σύμφωνα με την ανάρτηση του δημοσιογράφου, η απόπειρα ελέγχου της κυβερνητικής δραστηριότητας στο προσφυγικό ζήτημα αντιμετωπίστηκε με προσωπικούς χαρακτηρισμούς και νομικές απειλές αντί για ουσιαστικές απαντήσεις.
Όπως αναφέρει ο κ. Αβραμίδης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χρησιμοποίησε βαρείς χαρακτηρισμούς, όπως «να είστε πολύ προσεκτικός», «είστε σε εντεταλμένη υπηρεσία», ενώ τον χαρακτήρισε «θρασύ» και «δειλό», κάνοντας παράλληλα αναφορά στην «ασυλία» των δημοσιογράφων. Ο δημοσιογράφος από την πλευρά του ανταπάντησε πως, παρά την έλλειψη ασυλίας, η υποχρέωσή του είναι να απευθύνει ερωτήματα χωρίς φόβο, επιμένοντας στην ανάγκη αποσαφήνισης των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν στο πεδίο.
Το περιστατικό προκάλεσε την άμεση αντίδραση συναδέλφων του, με τον δημοσιογράφο Μάριο Διονέλλη να τοποθετείται δημόσια υπέρ του κ. Αβραμίδη. Ο κ. Διονέλλης έθεσε το ζήτημα της ελευθεροτυπίας, διερωτώμενος αν αποτελεί πρακτική ενός κυβερνητικού εκπροσώπου να απειλεί με μηνύσεις για «αυτονόητα ερωτήματα». Σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Διονέλλη, η απάντηση του εκπροσώπου άφησε να εννοηθεί πως ακολουθήθηκαν διαδικασίες αποτροπής, γεγονός που καθιστούσε την ερώτηση του συναδέλφου του ακόμη πιο κρίσιμη για τη δημόσια λογοδοσία.
Η αναφορά σε «μήνυση SLAPP» (Strategic Lawsuits Against Public Participation) προσδίδει στην υπόθεση μια ευρύτερη θεσμική βαρύτητα.
Οι αγωγές αυτού του τύπου χαρακτηρίζονται διεθνώς ως στρατηγικές κινήσεις με στόχο τον εκφοβισμό και τη φίμωση δημοσιογράφων ή ακτιβιστών μέσω της δικαστικής οδού, ακόμη και αν οι κατηγορίες στερούνται βάσης.
Η καταγγελία ότι μια τέτοια απειλή εκτοξεύθηκε από το επίσημο βήμα της κυβερνητικής ενημέρωσης προκαλεί προβληματισμό για το επίπεδο του δημοκρατικού διαλόγου και τα όρια του κοινοβουλευτικού ελέγχου.



