Της Γεωργίας Μακάκη
Η λειψυδρία «στεγνώνει» την καλλιέργεια μπανάνας στην Άρβη του Δήμου Βιάννου, με ολοένα και περισσότερους παραγωγούς να στρέφονται σε χειμερινές καλλιέργειες, όπως η ντομάτα και το αγγούρι, οι οποίες έχουν μικρότερες απαιτήσεις σε νερό, αξιοποιώντας τα αποθέματα που συγκεντρώνουν στις λιμνοδεξαμενές τους.
Τα προηγούμενα χρόνια, οι φημισμένες μπανάνες της Άρβης είχαν αποκτήσει ισχυρή παρουσία στην αγορά. Σήμερα, όμως, η καλλιέργεια βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές δυσκολίες, καθώς οι παραγωγοί κάνουν λόγο για εκτόξευση του κόστους παραγωγής και των καλλιεργητικών εξόδων, με συνέπεια να απειλείται με περαιτέρω συρρίκνωση, με φόντο το αυξημένο κόστος παραγωγής και την λειψυδρία.
Όπως επισημαίνουν, περίπου το 50% των καλλιεργειών έχει ήδη εγκαταλειφθεί, ενώ η πτωτική πορεία γίνεται ακόμη πιο έντονη από το 2022 και μετά, όταν τα προβλήματα στην επάρκεια νερού άρχισαν να εντείνονται.
Η έλλειψη υδάτινων πόρων έχει αναγκάσει πολλούς παραγωγούς να στραφούν σε χειμερινές καλλιέργειες, όπως η ντομάτα και το αγγούρι, οι οποίες απαιτούν σημαντικά μικρότερες ποσότητες νερού και μπορούν να αξιοποιήσουν τα αποθέματα που συγκεντρώνονται στις λιμνοδεξαμενές κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Καθοριστικό ρόλο στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας παίζει και η εκτίναξη του κόστους παραγωγής. Τα καλλιεργητικά έξοδα φτάνουν πλέον περίπου τα 2.000 ευρώ ανά στρέμμα, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος αγοράς των φυτών, όπως μας περιέγραψαν οι παραγωγοί.
Παρά τις δυσκολίες, η τιμή παραγωγού κινείται σήμερα σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, φτάνοντας τα 1,30 έως 1,40 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, οι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι η βελτίωση της τιμής δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το αυξημένο κόστος παραγωγής και την έλλειψη νερού.
«Τα τελευταία χρόνια, λόγω της λειψυδρίας, η παραγωγή μπανάνας έχει μειωθεί σημαντικά. Υπολογίζεται ότι περίπου το 50% των καλλιεργειών έχει εγκαταλειφθεί. Η μπανάνα είναι τροπικό φυτό, με μεγάλες απαιτήσεις τόσο σε νερό όσο και σε ατμοσφαιρική υγρασία. Ως εκ τούτου, απαιτούνται μεγάλες ποσότητες νερού για την καλλιέργειά της. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η έλλειψη νερού έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, οδηγώντας πολλούς παραγωγούς στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας.
Παράλληλα, η καλλιέργεια παρουσιάζει πτωτική πορεία. Πριν από περίπου πέντε χρόνια, η μπανάνα είχε γνωρίσει μεγάλη απήχηση. Είχε τοποθετηθεί στα μεγάλα σούπερ μάρκετ της Αθήνας και στα ποιοτικά μανάβικα, ενώ η ζήτηση από τους καταναλωτές ήταν ιδιαίτερα αυξημένη. Ωστόσο, λόγω της λειψυδρίας, οι παραγωγοί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της αγοράς και στράφηκαν σε χειμερινές καλλιέργειες, όπως η ντομάτα και το αγγούρι, που έχουν μικρότερες απαιτήσεις σε νερό. Τον χειμώνα υπάρχει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα νερού, σε αντίθεση με το καλοκαίρι, όταν το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο», δήλωσε στο neakriti.gr ο παραγωγός Μανόλης Πνευματικάκης.
Όπως επισήμανε, αυτή την περίοδο, από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο, οι μπανανιές παράγουν τα τσαμπιά τους. «Η υπαίθρια καλλιέργεια έχει περιοριστεί σημαντικά και πλέον κυριαρχεί η θερμοκηπιακή, καθώς η υπαίθρια απαιτεί ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες νερού. Η μπανάνα έχει απομείνει στα χέρια παραγωγών που αγαπούν την καλλιέργεια και έχουν μεγαλώσει με αυτό το φυτό, χωρίς να στραφούν σε άλλες επιλογές. Άλλωστε, όταν γίνεται λόγος για ελληνική μπανάνα, το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στην Άρβη», πρόσθεσε.
Αναφερόμενος στο κόστος παραγωγής, σημείωσε ότι έχει αυξηθεί κατακόρυφα. «Η μπανάνα είναι μια καλλιέργεια που δεν αποδίδει πολλά κιλά ανά στρέμμα. Η παραγωγή κυμαίνεται στους 5-6 τόνους ανά στρέμμα, όταν, για παράδειγμα, ένα στρέμμα με αγγούρια μπορεί να αποδώσει 20-25 τόνους. Επιπλέον, στην μπανάνα δεν υπάρχει η δυνατότητα δεύτερης καλλιέργειας μέσα στον ίδιο χρόνο, όπως συμβαίνει με άλλα προϊόντα. Τα καλλιεργητικά έξοδα έχουν φτάσει περίπου τα 2.000 ευρώ ανά στρέμμα, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος εγκατάστασης της καλλιέργειας. Τα λιπάσματα, τα εργατικά και γενικότερα όλες οι εισροές έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ακόμη και το κόστος των φυτών έχει εκτοξευθεί. Τα φυτά προμηθεύονται από το Πανεπιστήμιο και κοστίζουν περίπου 3 έως 3,5 ευρώ το ένα. Για κάθε στρέμμα απαιτούνται περίπου 200 έως 250 φυτά, γεγονός που ανεβάζει σημαντικά το αρχικό κόστος εγκατάστασης», επισήμανε.
Άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, μέσα από έργα υποδομής, καθώς και μέτρα στήριξης για τη μείωση του υψηλού κόστους παραγωγής ζητούν παραγωγοί της περιοχής.
«Τα τελευταία 25 χρόνια έχουν διανοιχθεί μόλις δύο γεωτρήσεις στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, σημαντικές ποσότητες νερού καταλήγουν ακόμη στη θάλασσα. Ορισμένοι αναγκάζονται να αντλούν νερό από γεωτρήσεις βάθους 250 έως 300 μέτρων», κατέληξε.
Σύμφωνα με τους ίδιους, τα δύο βασικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Πολιτεία είναι το υψηλό κόστος παραγωγής και η εξασφάλιση επαρκών υδάτινων πόρων.
Όπως τονίζουν, η καλλιέργεια της μπανάνας δεν μπορεί να αυξηθεί απότομα από τη μία χρονιά στην άλλη. Απαιτείται σταδιακή αύξηση της παραγωγής, της τάξης του 10%-15% κάθε χρόνο, και μόνο όπου υπάρχει επάρκεια νερού, καθώς πρόκειται για προϊόν που καταναλώνεται όλο τον χρόνο, με τη μεγαλύτερη ζήτηση να καταγράφεται από τον Σεπτέμβριο έως και τον Μάιο.



