Ο Βουλευτής Ρεθύμνης και Υπεύθυνος ΚΤΕ Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μανόλης Χνάρης, άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση κατά την τοποθέτησή του στη συνεδρίαση της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα, παρουσία του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά.
Ξεκινώντας την ομιλία του, ο Μ. Χνάρης ανέφερε ότι «οι 6 εναλλαγές υπουργών στο συγκεκριμένο υπουργείο δείχνουν μια κυβέρνηση η οποία δεν έχει κανένα σχέδιο και στρατηγική στον πρωτογενή και κατ’ επέκταση στον αγροτικό τομέα». Απευθυνόμενος στον Υπουργό τόνισε ότι «υπηρετήσατε επί σειρά ετών τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και γνωρίζετε καλύτερα από όλους ότι η επιτυχία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες, αλλά από το αν οι πολιτικές της φτάνουν τελικά στον Έλληνα παραγωγό».
Αναφερόμενος στη βιολογική γεωργία, ο Βουλευτής Ρεθύμνης επεσήμανε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει συγκεκριμένους δεσμευτικούς στόχους για το 2030 στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, δηλαδή το 25% της γεωργικής γης να καλλιεργείται βιολογικά και μείωση 50% των φυτοφαρμάκων και των αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία». Ωστόσο, όπως σημείωσε, «την ίδια στιγμή στην Ελλάδα ο προκάτοχός σας υπουργός ακύρωσε οριζόντια το πρόγραμμα Βιολογικής Κτηνοτροφίας και Βιολογικής Μελισσοκομίας, ενώ οι πρόσφατες πληρωμές των οικολογικών σχημάτων συνοδεύτηκαν από σημαντικούς περιορισμούς και αποκλεισμούς δικαιούχων».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μ. Χνάρης ρώτησε τον Υπουργό πώς σκοπεύει η κυβέρνηση να καλύψει αυτό το χαμένο έδαφος, αν υπάρχει συγκεκριμένο εθνικό σχέδιο ώστε η Ελλάδα να επιτύχει τους ευρωπαϊκούς στόχους του 2030 και ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη της αποτυχίας του Στρατηγικού Σχεδίου τα προηγούμενα χρόνια.
Στη συνέχεια, ο Βουλευτής Ρεθύμνης αφού επεσήμανε τη διαφωνία του ΠΑΣΟΚ με την κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη μεταφορά του στην ΑΑΔΕ, ζήτησε από τον Υπουργό να παρουσιάσει το ακριβές χρονοδιάγραμμα για την πιστοποίηση του νέου φορέα καταβολής των ευρωπαϊκών ενισχύσεων ούτως ώστε να μην επιβληθούν νέες ποινές και πρόστιμα στη χώρα.
Επισημαίνοντας ότι «οι Έλληνες αγρότες εξακολουθούν να είναι οι μόνοι Ευρωπαίοι παραγωγοί που δεν γνωρίζουν με σαφήνεια ποια ποσά δικαιούνται, από ποια καθεστώτα προέρχονται οι ενισχύσεις τους και πότε ακριβώς θα καταβληθούν», αναφέρθηκε στην, με καθυστέρηση οκτώ μηνών, καταβολή των 617 εκατ. ευρώ σε 529 χιλιάδες μοναδικά ΑΦΜ, υπογραμμίζοντας ότι ήταν αυτονόητη υποχρέωση. Ρώτησε τον κ. Σχοινά ποιος είναι ο ακριβής αριθμός παραγωγών που είτε δεν έλαβε καθόλου είτε έλαβε μειωμένα χρήματα, αν θα υπάρξει διαδικασία ενστάσεων, πόσα χρήματα έχουν παραμείνει αδιάθετα και πότε υπολογίζεται να καταβληθούν στους δικαιούχους.
Ο Μ. Χνάρης έκανε ειδική μνεία στην ανάγκη μεταφοράς της υποβολής των δηλώσεων ΟΣΔΕ στην αρχή κάθε έτους, υπενθυμίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ επανειλημμένα έχει προτείνει τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Όπως τόνισε, σκοπός είναι «να διενεργούνται έγκαιρα οι αναγκαίοι έλεγχοι και να αποφεύγονται χρονικές καθυστερήσεις στην καταβολή των ενισχύσεων». Συναφώς, ρώτησε τον Υπουργό εάν η κυβέρνηση σκοπεύει να υιοθετήσει αυτή την πρόταση και ποιο είναι το ακριβές χρονοδιάγραμμα για την υποβολή δηλώσεων ΟΣΔΕ για το 2026.
Έθεσε επί τάπητος το σοβαρό ζήτημα των παράνομων ελληνοποιήσεων, επισημαίνοντας ότι αποτελεί κοινή ανησυχία όλων των φορέων που προσήλθαν στην Επιτροπή, από τη φυτική και ζωική παραγωγή, τη μελισσοκομία και την αλιεία. Επ’ αυτού ρώτησε τον Υπουργό ποιο είναι το ακριβές σχέδιο της κυβέρνησης για την καταπολέμηση των παράνομων ελληνοποιήσεων και αν έχει ενισχύσει με προσωπικό και τεχνολογικό υλικό τις πύλες εισόδου της χώρας, καθώς και σε συνδυασμό με την εφαρμογή της συμφωνίας της Mercosur.
Δεδομένων των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, ο Μ. Χνάρης επεσήμανε ότι «έχουμε ακούσει τουλάχιστον τρεις τέσσερις Υπουργούς όλα αυτά τα χρόνια να μας ενημερώνουν ότι τους επόμενους δυο τρεις τέσσερις μήνες θα έρθει τροποποίηση του απαρχαιωμένου Κανονισμού του ΕΛΓΑ», ρωτώντας τον αρμόδιο Υπουργό αν η κυβέρνηση πράγματι έχει σκοπό να τροποποιήσει τον κανονισμό του ΕΛΓΑ, προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες.
Σχετικά με το ελαιοκομικό μητρώο, τόνισε ότι «οι παραγωγοί έχουν έρθει αντιμέτωποι με τεράστια γραφειοκρατία, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ούτε η υποδομή αλλά και ούτε το προσωπικό στις ΔΑΟΚ». Ρώτησε τον Υπουργό πότε θα προβεί η κυβέρνηση στην απαραίτητη διασύνδεση του Κτηματολογίου, της ΑΑΔΕ, των Δασικών Χαρτών και κάθε συναφούς ψηφιακού πληροφοριακού συστήματος με το Ελαιοκομικό Μητρώο.
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα που έχει προκύψει για τους πολίτες του Ρεθύμνου σχετικά με το Κτηματολόγιο. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, «στις 30 Απριλίου 2026 αναρτήθηκε το Κτηματολόγιο στο Ρέθυμνο, όπου όλες οι δασικές εκτάσεις φάνηκε ότι ανήκουν παρανόμως στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού στην Κρήτη δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Μετά την ανάρτηση του Κτηματολογίου, δεν υπάρχει απλά μια αδικία, υπάρχει μια νόμιμη ληστεία του ελληνικού δημοσίου έναντι της ιδιωτικής περιουσίας των πολιτών και πολύ περισσότερο των γεωργών και των κτηνοτρόφων». Βάσει αυτού, ρώτησε τον Υπουργό αν η Κυβέρνηση θα πάρει νομοθετική πρωτοβουλία για να άρει τη διεκδίκηση του Δημοσίου από τις περιουσίες της Κρήτης και ιδιαίτερα των γεωργών και των κτηνοτρόφων.
Σχετικά με τους νέους αγρότες, ο Μ. Χνάρης υπογράμμισε ότι «είναι γνωστό ότι ο πληθυσμός της χώρας μας είναι πολύ γερασμένος. Το τελευταίο Πρόγραμμα των Νέων Αγροτών ήταν ένα πρόγραμμα με τους λιγότερους αγρότες οι οποίοι κατέθεσαν αιτήσεις, περίπου 6.800 ενώ στα προηγούμενα Προγράμματα ήταν περίπου 15.000. Ακόμη και σήμερα, όμως, που έχουν περάσει 10-15 μήνες από την κατάθεση των δικαιολογητικών δεν έχει ανακοινωθεί τελικώς ποιοι έχουν εγκριθεί».
Ως προς την κτηνοτροφία και την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου, ο Βουλευτής Ρεθύμνης τόνισε ότι «τα τελευταία χρόνια είχαμε στη χώρα μας μεγάλα προβλήματα με τις ζωονόσους, όπου και με την ευλογιά και με την πανώλη έχουν θανατωθεί πάνω από 500.000 ζώα». Ρώτησε τον Μ. Σχοινά «ποιο είναι το σχέδιό σας για την αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου και ποιος θα αναλάβει αυτό το κόστος. Υπάρχει ένας σχεδιασμός για Κέντρα Γενετικής Βελτίωσης;»
Ο Μ. Χνάρης ανέφερε ότι «ο πρωτογενής και κατ’ επέκταση ο αγροτικός τομέας είναι ο πραγματικός και σταθερός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και αυτό έχει αναδειχτεί μέσα από αλλεπάλληλες κρίσεις – και την οικονομική και την υγειονομική και την ενεργειακή – και ο τομέας αυτός άντεξε και με τις λιγότερες ενισχύσεις σε σχέση με τους άλλους τομείς. Όμως, στη συγκεκριμένη συγκυρία και λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά λόγω και των συσσωρευμένων προβλημάτων, ο αγρότης δεν μπορεί να προβεί στα αυτονόητα». Όπως τόνισε, «είναι πολύ κρίσιμο, η διαχείριση της νέας ΚΑΠ 2028-2034, να γίνει η διαβούλευση, να γίνει με όλους τους αρμόδιους φορείς και ιδιαίτερα με τους παραγωγούς. Είναι πολύ σημαντικό να αυξηθούν τα μέγιστα οι συνδεδεμένες ενισχύσεις, μετά από αντικειμενική προτεραιοποίηση των προϊόντων τα οποία πρέπει να ενισχυθούν, έτσι ώστε τα χρήματα να κατευθύνονται σε αυτούς που παράγουν και όχι απλά σε αυτούς που κατέχουν γη και ζώα».
Καταλήγοντας, ο Βουλευτής Ρεθύμνης επεσήμανε ότι «είναι σημαντικό να αναβαθμιστεί το επίπεδο ποιότητας ζωής των κατοίκων, καθώς επίσης πρέπει να αποφασιστεί ο θεσμικός διαχωρισμός της νησιωτικής αγροτικής και ιδιαίτερα κτηνοτροφικής πολιτικής σε σχέση με την Ηπειρωτική χώρα, λόγω του αυξημένου κόστους παραγωγής και όχι μόνο. Έτσι μόνο θα διασφαλιστεί και η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και η επισιτιστική επάρκεια, αλλά πολύ περισσότερο θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό, το οποίο υπονομεύει τη χώρα μας και το οποίο η κυβέρνησή σας δεν έχει κάνει ούτε καν τα αυτονόητα».



